Book review, movie criticism

Monday, April 26, 2010

Γιάννης Ξανθούλης, Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα

Γιάννης Ξανθούλης, Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα, Καστανιώτης 2009.

Απόπειρα, Οκτ.-Νοε 1993, τ. 10

"Το καλοκαίρι που χάθηκε στο χειμώνα"
του Γιάννη Ξανθούλη, είναι πιο τολμηρό από τα δυο
προηγούμενα έργα του. Τολμηρό, με όλες τις σημασίες της
λέξης. Είναι κατ' αρχήν τολμηρό, γιατί έχει ένα σωρό
αθυροστομίες. Είναι επίσης τολμηρό ως προς το μύθο του. Το
σπίτι που μένει ο δεκαεφτάχρονος αφηγητής συγκλονίζεται
συνεχώς από τις κραυγές της αρραβωνιαστικιάς του αδελφού του,
όταν κάνουν έρωτα. Η ίδια αυτή αρραβωνιαστικιά θα τον
αποπλανήσει κάμποσες φορές. Ο θείος του, ομοφυλόφιλος, θα βρεθεί
σφαγμένος. Η θεία του, η άσχημη παρθένα γεροντοκόρη,
ικανοποιείται διαστροφικά. Όσο για τον ίδιο τον αφηγητή, μετά
από ένα χείμαρρο ερωτικών φαντασιώσεων με τη νέα τους
νοικάρισσα, την καινούρια μεσόκοπη φιλόλογο του σχολείου τους,
θα τα φτιάξει μαζί της. Μόνο για λίγο όμως, γιατί με το τέλος
του καλοκαιριού έρχεται και η μετάθεσή της.
Τολμηρό τέλος είναι το έργο ως προς τη χρήση της
γλώσσας. Στα ουσιαστικά συνάπτονται επίθετα σε μια ανοίκεια
σχέση, και τα άψυχα εμψυχώνονται στις πιο πρωτότυπες
προσωποποιήσεις ("πύρινο φλέρτ του ήλιου",σελ.12).Οι
παρομοιώσεις τέλος, από τις οποίες βρίθει το έργο, όπως και τα
δυο προηγούμενα εξάλλου, είναι δημιουργήματα της πιο
καλπάζουσαν φαντασίας.
Το γκροτέσκ είναι και εδώ παρόν, μόνο που τίθεται σε
ρεαλιστικά πλαίσια με τη μορφή φαντασιώσεων και ονείρων. Το
ίδιο και το φετίχ των περίεργων ονομάτων: θείος
Μπατίστας, θεία Αλκιβιάδα, κύριος Αργέλιας, η αρραβωνιαστικιά
Ροδόπη, η καθηγήτρια Ντάλια Βεντάλια, ο καντηλανάφτης
Μπαζανίτσας, ο πατέρας Βάκης, η Τίτα Ρίτα, Τίτα Φόνε, Τίτα Πε
(δεν είναι τρεις, είναι μία) η κυρία Μπουρού κλπ.
Στο έργο αυτό συντελείται μια πλήρης μεταστροφή των
αφηγητών του Ξανθούλη. Ενώ ο αφηγητής στο "μεγάλο θανατικό"
ήταν η προσωποποίηση του κακού, και η αφηγήτρια της
"οικογένειας Μπες Βγες" αν και ξόρκιζε το κακό δεν τα πήγαινε
και σπουδαία με το καλό, κατά τα λεγόμενα της θείας της, ο
αφηγητής εδώ είναι ένας αγνός έφηβος, ταλαιπωρημένος από
ερωτικές φαντασιώσεις και μανίες όπως όλοι οι νέοι της
ηλικίας του, γεμάτος όμως με μια άπειρη τρυφερότητα για τον
αδελφό του και για το Θόδωρο το φίλο του που πέθανε, και ένα
άδολο εφηβικό έρωτα για τη δασκάλα του, η οποία δεν χρειάζεται
να τον αποπλανήσει, όπως η Μαριάννα τον αφηγητή του Κώστα
Παπαγεωργίου στο "Των αγίων Πάντων".
Κακοί στο έργο αυτό δεν υπάρχουν, και η μόνη γκροτέσκ
φιγούρα είναι αυτή της θείας Αλκιβιάδας. Από τους δυο
μόνο θανάτους που υπάρχουν στο έργο (οι αυτοκτονίες των
γονιών του αφηγητή συντελούνται εκτός πλαισίου της
ιστορίας),μόνο ένας είναι δολοφονία ,η οποία όμως συνδέεται
χαλαρότατα με τον κεντρικό ιστό της ιστορίας. Ακόμη, το
τέλος του έργου είναι πλημμυρισμένο από αισθήματα
τρυφερότητας, σε αντίθεση με τη σκληρότητα από την οποία
ξεχυλίζουν τα δυο προηγούμενα έργα. Τέλος, για πρώτη φορά ο
Ξανθούλης τοποθετεί την ιστορία του σε ένα συγκεκριμένο
χρονικό πλαίσιο: το καλοκαίρι του 1962.Και καθώς η αφήγηση
υποτίθεται ότι γίνεται χρόνια μετά, το έργο τοποθετείται στη
σειρά εκείνη των μυθιστορημάτων, αρκετά μεγάλη στη σύγχρονη
πεζογραφία, με θέμα αναμνήσεις από την παιδική ηλικία και την
εφηβεία.
Post a Comment