Book review, movie criticism

Thursday, June 4, 2015

Αύγουστος Κορτώ, Το βιβλίο της Κατερίνας




Ο πατέρας μου μού έλεγε συχνά «Να διαβάζεις τα μαθήματά σου και να παραιτήσεις τις ψευτιές που διαβάζεις».
Με το «ψευτιές» εννοούσε τα μυθιστορήματα. Δεν είχε απόλυτα άδικο, ούτε βέβαια και απόλυτα δίκιο. Μου αρέσει να διαβάζω «παραμύθια», έργα δηλαδή μυθοπλασίας, αλλά περισσότερο μου αρέσει να διαβάζω έργα που αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα. Έχω δηλώσει επανειλημμένα ότι το αγαπημένο μου είδος είναι οι (αυτο)βιογραφίες.
Θα το γράψω άλλη μια φορά, μια πεποίθησή μου όσον αφορά την λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα: «Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα». Πρόσφατα άκουσα σε φιλική συντροφιά την απάντηση που έδωσε ο Καβάφης όταν τον ρώτησαν τι γνώμη έχει για τον Παλαμά: «Μεγάλος ποιητής αλλά δεν είναι του γούστου μου».
Μπορεί να υπάρξει πιο ειλικρινής δήλωση;
Άλλοι θάβουν ασύστολα όσους δεν είναι του γούστου τους.
Όταν λέω ότι κάτι είναι καλό ή δεν είναι καλό, εννοώ πάντα κατά τη γνώμη μου. Αρκετά συχνά χρησιμοποιώ και το «μου αρέσει» ή «δεν μου αρέσει».
«Η καλοσύνη των ξένων» του Τατσόπουλου είναι το βιβλίο του που μου άρεσε περισσότερο.
Για ποιο λόγο;
Γιατί είναι αυτοβιογραφικό. Σαν βιβλιοκριτικός όμως, και πάντα κατά τη γνώμη μου, θα έλεγα ότι η «Πρώτη εμφάνιση» είναι το καλύτερό του.
Τον Αύγουστο Κορτώ τον γνώρισα στο φιλόξενο πατάρι της Άγκυρας, πριν καμιά δεκαριά χρόνια, όπου η φιλόξενη οικοδέσποινα Ελένη Γκίκα μας δεξιωνόταν με τον πιο υπέροχο καφέ που ήπια ποτέ στη ζωή μου. Θυμάμαι με συγκίνηση που μας μίλησε τότε ο Κορτώ για την αυτοκτονία της μητέρας του. Όταν λοιπόν διάβασα ότι την ιστορία της την έκανε βιβλίο είπα ότι αυτό το βιβλίο θα το διαβάσω οπωσδήποτε κάποια στιγμή. Και ήλθε το πλήρωμα του χρόνου.
  Πριν λίγες μέρες διάβασα το μυθιστόρημα του Ισίδωρου Ζουγρού «Στη σκιά της πεταλούδας». Σ’ αυτό παραθέτει την αρχή της «Άννας Καρένινα»: «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες είναι όμοιες η μια με την άλλη, μα η κάθε δυστυχισμένη οικογένεια έχει τη δική της δυστυχία».
  Διαβάζοντας το βιβλίο του Κορτώ είδα την ξεχωριστή δυστυχία της δικής του οικογένειας, με μια μανιοκαταθλιπτική μητέρα και έναν ηρωικό πατέρα που προσπαθούσε να αντέξει.
  Ο Κορτώ κάνει μια έξυπνη αφηγηματική επινόηση: αφηγήτρια στο έργο είναι η μητέρα του, και αφηγείται ως νεκρή. Παρεμπιπτόντως, την ίδια επινόηση έχει κάνει και η Γιασμίνα Χαντρά στο «Τρομοκρατικό κτύπημα». Επικολλώ ένα σχετικό απόσπασμα που παραθέτω στη βιβλιοκριτική που έκανα:
  «Ένας άντρας πιάνει τον καρπό μου, και λέει, πριν τον αφήσει να πέσει: - αυτός ο άνθρωπος είναι τελειωμένος. Τίποτα δεν γίνεται μ’ αυτόν… χέρια με σέρνουν στο εσωτερικό της καμπίνας, με ρίχνουν στο σωρό με τα άλλα πτώματα. Σε ένα τελευταίο τίναγμα, μ’ ακούω να κλαίω με λυγμούς… ‘Θεέ μου, αν είναι ένας φοβερός εφιάλτης, κάνε να ξυπνήσω γρήγορα…».
  Η Κατερίνα αφηγείται όντας νεκρή: «220 (χάπια) θα βρεθούν στο στομάχι μου μετά. Είδες αυτό το δυάρι το λειψό που σε κυνηγάει;».
  Αναφέρεται και σε άλλα δυάρια στο βιβλίο. Το 2 είναι ο αριθμός της.
  Εμένα ο δικός μου αριθμός είναι το 9. Λυσίου 9, Καλαμών 9Α, Κλεάρχου 9, είναι οι διευθύνσεις των τριών από τα τέσσερα σπίτια που έμεινα τελευταία. Γεννήθηκα στις 29 κάποιου μήνα, ενώ στο ληξιαρχείο είμαι δηλωμένος στις 19 του επόμενου. Υπάρχουν και άλλα εννιάρια στη ζωή μου. Τη σημασία του 9 μου την είπε ο Παναγιώτης Μπούρας, ο ποιητής (έχω και συνάδελφο Παναγιώτη Μπούρα, ήμασταν μαζί στο 40ο λύκειο), ο οποίος με παρότρυνε να σκεφτώ ποιος είναι ο δικός μου αριθμός. Το 9, μου λέει, σημαίνει ότι φιλοσοφώ και ότι είμαι μοναχικός τύπος. Επίσης ότι δεν με ενδιαφέρουν τα λεφτά.
  Στο τελευταίο έπεσε έξω.   
 Ο Κορτώ δεν αναφέρεται μόνο στη δυστυχία της δικής του οικογένειας αλλά και στη δυστυχία της οικογένειας της μητέρας του. Έτσι κι αλλιώς και οι δυο οικογένειες είναι δικές της. Τέσσερα αδέλφια, εντάσσεις στο εσωτερικό της, ψυχοφάρμακα, δυστυχία, αλλά και υλική ευμάρεια: ανήκουν σε εύπορη τάξη. Και νοιώθω για άλλη μια φορά, διαβάζοντας αυτό το βιβλίο, ότι συχνά η πραγματικότητα ξεπερνάει τη φαντασία.
  Αλλιώς είναι να ξέρεις για την μανιοκατάθλιψη, την αρρώστια της Κατερίνας, και αλλιώς να την βλέπεις εικονογραφημένη σε μια βιογραφία. Το τραγικό λάθος που κάνουν πολλοί μανιοκαταθλιπτικοί και που το έκανε και η Κατερίνα είναι ότι όταν βρίσκονται στη φάση της μανίας νομίζουν ότι είναι μια χαρά και σταματάνε τα φάρμακα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η κατάθλιψη να εισβάλλει μετά με πολύ μεγάλη σφοδρότητα.
  Διαβάζουμε και άλλες ιστορίες, όπως αυτή της Ραχήλ που γλίτωσε το θάνατο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης γιατί την χρησιμοποίησαν ως πόρνη. Τις γυναίκες που είχαν για τέτοια χρήση οι ναζί τις στείρωναν με αλλεπάλληλα ηλεκτροσόκ στη μήτρα.
  Ακόμη διαβάζουμε εδώ για δυο πραγματικούς αδελφοφάδες, όχι για τους «ψεύτικους» του Καζαντζάκη.
  Το χιούμορ μου αρέσει, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που μου αρέσουν τα βιβλία του Τατσόπουλου.
  Το χιούμορ υπάρχει σε αρκετά σημεία του «Βιβλίου της Κατερίνας», σαν σαρκασμός ή αυτοσαρκασμός, συχνά απλώς ως χιούμορ, λειτουργώντας χαλαρωτικά για τον αναγνώστη που η ανάγνωση των ζοφερών επεισοδίων τον ψυχοπλακώνει.
  Θα κάνω και μια διόρθωση.
  Η εισβολή στην Κύπρο έγινε Ιούλη και όχι Ιούνη (σελ. 105). Όντως η παραμονή ήταν 19 του μηνός, όχι όμως ημέρα Τετάρτη αλλά Παρασκευή.
  Πώς το θυμάμαι τόσο καλά;
  Τρίτη, 16 Ιουλίου, πέρασα στρατοδικείο και αθωώθηκα. Έλεγα ότι θα το γλεντήσω το Σάββατο (20 Ιουλίου) στην Αθήνα με τους φίλους μου. Το Σάββατο το πρωί, με το που πηγαίνω στη μονάδα (ήμουν έφεδρος αξιωματικός) λέω στο διοικητή μου ότι θα φύγω.
-Περίμενε, μου λέει, κάτι άκουσα στο ραδιόφωνο.
  Σε λίγο ήλθαν οι διαταγές.
  Αντί να βρεθώ σε ταβέρνα βρέθηκα στο χώρο διασποράς να στήνω σκηνές.
  Το τελευταίο βιβλίο που μετέφρασα (κακοπληρωμένη δουλειά, τη σταμάτησα μόλις διορίστηκα) ήταν το «Ψυχολογία και ψυχική υγεία» του Τζέημς Χάντφιλντ. Εκεί διάβασα για τις επιφυλάξεις που τρέφουν αρκετοί απέναντι στην ψυχοθεραπεία, πιστεύοντας ότι η θεραπευτική της αξία βρίσκεται στο ευήκοον ους του ψυχοθεραπευτή, κάτι που μπορεί να κάνει εξίσου αποτελεσματικά ένας καλός φίλος. Όλοι μας εξάλλου έχουμε την εμπειρία της ανακούφισης που νοιώθουμε μετά από μια εμπιστευτική εξομολόγηση στον κολλητό μας.    Ακόμη και η εξομολόγηση στα φύλλα ενός ημερολογίου που δεν προορίζεται να το διαβάσει κανείς λειτουργεί καθαρτικά.
  Ο Χεμινγουέη είχε δηλώσει ότι ο ψυχίατρός του ήταν η γραφομηχανή του.
  Τότε δεν υπήρχαν οι υπολογιστές.
  Έχω μια ανάλογη με τον Κορτώ εμπειρία κι εγώ.
  Κουβαλούσα τον θάνατο της μητέρας μου ασφυκτικά μέσα μου μέχρι το θάνατο του πατέρα μου, ύστερα από 19 χρόνια (1994). Κάπου ένα μήνα μετά έγραψα κι εγώ ένα αυτοβιογραφικό κείμενο για το θάνατό της (δεν αυτοκτόνησε, πέθανε μετά από διάφορες αρρώστιες στα 71 της χρόνια). Το τιτλοφόρησα Requiem και το αφιέρωσα στη μνήμη του πατέρα μου. Δημοσιεύτηκε στην γεραπετρίτικη «Απόπειρα», και το ανάρτησα και στο Lexima. Είναι το πρώτο από τα πέντε διηγήματα της μικρής συλλογής διηγημάτων μου «Το Φραγκιό» (ΑΛΔΕ 2011).
  Σπουδαίος συγγραφέας ο Κορτώ, πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα διαβάσω και άλλα του βιβλία.
  Επί τη ευκαιρία είδαμε και την «Τεστοστερόνη» του Γιώργου Πανουσόπουλου, που το σενάριο έχει γράψει ο Κορτώ σε ιδέα του σκηνοθέτη. Τελικά έχει φοβερή αίσθηση του χιούμορ, τα επεισόδια ήταν όλα ξεκαρδιστικά.  
Post a Comment