Book review, movie criticism

Tuesday, June 2, 2015

Ζουργός Ισίδωρος, Στη σκιά της Πεταλούδας




  «Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για τους αποτυχημένους. Επέλεξα να το κάνω με τη μορφή ενός ιδιότυπου, όπως νομίζω, ιστορικού μυθιστορήματος, όπου μέσα από το κατακλυσμιαίο πέρασμα της ιστορίας σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα θα προσπαθούσα να αναστήσω στα μάτια του αναγνώστη το πανάρχαιο δράμα, τη συνάντηση του ανθρώπου με την προσωπική του αποτυχία και πτώση».
  Μου θύμισε τον Τσέχωφ, που κι αυτός στα θεατρικά του μιλάει για τους αποτυχημένους, για τους ανθρώπους με τα ματαιωμένα όνειρα.
  Μέσα από το πανόραμα της νεότερης ιστορίας μας, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, ο Ζουργός μας αφηγείται την ιστορία δύο οικογενειών, από τους παππούδες μέχρι τα δισέγγονα.
  Γιατί δυο;
  Οι δυο οικογένειες του δίνουν τη δυνατότητα να μιλήσει για περισσότερα πρόσωπα. Και τα πρόσωπα αυτά μπορεί μεν να είναι οι αποτυχημένοι της ζωής, μπορεί να έχουν ο καθένας τους τα ξεχωριστά του χαρακτηριστικά, όμως αποτελούν στην πλειοψηφία τους μικρές παραλλαγές αναγνωρίσιμων ανθρώπινων τύπων.
  Αφηγηματικά ο Ζουγρός είναι ιδιαίτερα πρωτότυπος. Ξεκινάει την ιστορία του με σασπένς: δυο άτομα, ο Μάρκος και η Ελένη, κλείνονται σε ένα ασανσέρ, ένα εορταστικό τριήμερο. Την Δευτέρα είναι η γιορτή της Παναγίας, 15 Αυγούστου. Στην πολυκατοικία, μια πολυκατοικία με γραφεία, δεν πρόκειται να έλθει κανείς να τους απεγκλωβίσει, τουλάχιστον πριν την Τρίτη. Θα επιβιώσουν;
  Το ερώτημα αυτό θα προκύψει αργότερα, με τα πρώτα συμπτώματα της αφυδάτωσης. Αργότερα θα έχουμε και την πληροφορία ότι και οι δυο είναι απόγονοι των δυο αυτών οικογενειών, και η αφήγηση της ιστορίας τους θα περάσει κάποια στιγμή από τον τριτοπρόσωπο αφηγητή σ’ αυτούς. Τώρα αυτό για το οποίο αναρωτιέται ο αναγνώστης είναι αν θα προκύψει ειδύλλιο ανάμεσά τους. Η αφηγηματική αναμονή αυτό υποδεικνύει. Και πράγματι θα προκύψει το ειδύλλιο.
  Η αφήγηση της «επικής» ιστορίας των δυο οικογενειών διακόπτεται, εν είδει ιντερμέτζου, από τα διαδραματιζόμενα μέσα στο ασανσέρ. Συντομότατα κείμενα, με ωρολογιακή ένδειξη, που ξεκινάει ημέρα Σάββατο, 15.30.
 Ο Ζουγρός είναι λυρικός αφηγητής. Το πώς δεν βλέπω στην εργογραφία του ποιητικά έργα μου φάνηκε περίεργο. Στα επεισόδια που αφηγείται δεν υπάρχει έντονο σασπένς, αφού βασικά τον ενδιαφέρει η απεικόνιση του ιστορικοκοινωνικού φόντου της ιστορίας και η προσωπογράφηση των ηρώων του στις συνθήκες των ταραγμένων εκείνων χρόνων. Το φόντο αυτό εξεικονίζεται αρκετά λεπτομερειακά στη αρχή, πράγμα που είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τον αναγνώστη μια και του είναι όχι ιδιαίτερα γνωστό, ενώ τα επεισόδια που διαδραματίζονται στη μετακατοχική περίοδο είναι πολύ λίγα. Πολύ λίγες αναφορές γίνονται στον εμφύλιο και στου χούντα. Θα έλεγε κανείς ότι ο συγγραφέας βιάζεται να φτάσει στους εγκλωβισμένους ήρωές του.
  Τελικά θα επιβιώσουν;
  Μόνο ο άντρας. Η γυναίκα, άγαμη μητέρα, θα ξεψυχήσει, αφού του αφήσει ένα σημείωμα με το οποίο τον αναγνωρίζει ως πατέρα του δεκατριάχρονου γιου της, μια και αυτός θέλει να τον υιοθετήσει. Με το χαρτί αυτό η υιοθεσία θα γίνει πιο εύκολη. Όμως ο άντρας δεν θα τα καταφέρει τελικά. Μένει μόνος, χωρίς γυναίκα, χωρίς παιδί, σαν τον θείο Βάνια.
  Είναι τραγική η κατάληξη, που όμως απετέλεσε για μένα το ερέθισμα για κάποιες σκέψεις.
  Ο Αριστοτέλης μιλώντας για την τραγωδία λέει ότι τα πράγματα εκεί πρέπει να συμβαίνουν ή να λέγονται «κατά το εικός και το αναγκαίον».
  Για πρώτη φορά συνειδητοποιώ ότι μπορεί μεν να συμβαίνουν κατά το «εικός», και αυτό μέχρι τον Ευριπίδη και την εμφάνιση του από μηχανής θεού, όμως όχι και κατά το αναγκαίον. Η Αντιγόνη για παράδειγμα θα μπορούσε να είχε διστάσει περισσότερο πριν αποφασίσει να αυτοκτονήσει, και ο Κρέοντας να την είχε προλάβει. Θα της ζητούσε συγνώμη και θα ευλογούσε το γάμο της με το γιο του.
  Γιατί δεν πρόλαβε;
  Γιατί έτσι θέλησε ο Σοφοκλής.
  Γιατί πέθανε η γυναίκα στο ασανσέρ;
  Γιατί έτσι θέλησε ο Ζουγρός.
  Και ναι μεν ο Σοφοκλής είναι ειδολογικά παγιδευμένος, γράφει τραγωδία, δεν μπορεί να δώσει happy end, ο Ζουγρός όμως δεν είναι. Η πρόθεσή του όμως, όπως αναφέρεται στο απόσπασμα που παρέθεσα, ήταν να γράψει για τους αποτυχημένους. Ήθελε να μεταδώσει ένα απαισιόδοξο αίσθημα για τη ζωή.
  Και θυμήθηκα την μαντινάδα:
  Η ευτυχία είντα θαρρείς πως είναι κατά βάθος;
  Λίγες στιγμές απ’ τη ζωή που κάνει ο πόνος λάθος.
  Οι ήρωες του Ζουγρού λίγες στιγμές έζησαν ευτυχισμένοι. Οι δυο εγκλωβισμένοι για παράδειγμα, τις στιγμές που αγαπήθηκαν. Πιο πριν υπήρχε η αγωνία να απεγκλωβιστούν, και πιο μετά ο φόβος του θανάτου.
  Και μια σύμπτωση.
  Χθες είδα την ταινία Mamma mia της Phyllida Lloyd. Η Meryl Streep είναι σαν την εγκλωβισμένη Ελένη, ανύπαντρη μητέρα, που όμως έχει μια εικοσάχρονη κόρη, την Amanda Seyfried, και όχι έναν δεκατριάχρονο γιο όπως η Ελένη. Η κόρη θα βρει τους τρεις άνδρες της μητέρας της, ένας από τους οποίους είναι ο πατέρας της αλλά δεν ξέρουν ποιος (θα τους μοιραστεί κατά το ένα τρίτο) ενώ η μητέρα της θα παντρευτεί τον έναν από τους τρεις. Η σκηνοθέτιδα δεν ήθελε να γυρίσει μια ταινία για τους αποτυχημένους αλλά μια ταινία αισιοδοξίας, όπου η αποτυχία κάποια στιγμή ακυρώνεται και η ευτυχία έρχεται πάλι στη ζωή μας.
  Το έργο ήταν μουσική κωμωδία, ό,τι έπρεπε μετά το τέλος της ανάγνωσης του βιβλίου του Ζουγρού· όπως στις παραστάσεις της τραγωδίας, όπου την τριλογία ακολουθούσε το σατιρικό δράμα (κωμικό έργο, που αργότερα τη θέση του την πήρε η κωμωδία).  
  Αλλά ας σχολιάσουμε και ένα απόσπασμα, όπως το συνηθίζουμε. Αναφέρεται στον Μάρκο, όταν ήταν φοιτητής αγγλικής φιλολογίας.
  «Τα αγγλικά τα αγαπούσε, τη λογοτεχνία τους τη ρουφούσε και, καθώς η σχολή δεν είχε υποχρεωτικά μαθήματα ή εργαστήρια, μπορούσε να κοπροσκυλιάζει ανενδοίαστα και να στρώνεται μόνο στις εξετάσεις».
  Τέτοιος ήμουν κι εγώ. Το πρώτο μου πτυχίο ήταν της αγγλικής φιλολογίας. Άνοιγα τα βιβλία μου μόνο όταν έβγαινε το πρόγραμμα των εξετάσεων. Ευτυχώς εκείνη την εποχή, που είχαμε τη χούντα, υπήρχε μόνο μια εξεταστική περίοδος, στο τέλος της χρονιάς. Ένοιωθα ολότελα δυστυχισμένος τότε, γιατί έπρεπε να αφήνω τα βιβλία που αγαπούσα και να καταπιάνομαι με τα βιβλία που έπρεπε.  
  Θα τελειώσω το σημείωμα αυτό ευχαριστώντας τη φίλη μου Μαρίτα Αμιρίδου που μου συνέστησε ολόθερμα να διαβάζω Ζουγρό, θεωρώντας τον ως ένα πάρα πολύ καλό συγγραφέα.
  Το επιβεβαίωσα κι εγώ. 

 
 
Post a Comment