Book review, movie criticism

Thursday, June 25, 2015

Jean Rouch, Εγώ, ένας μαύρος, και Η ανθρώπινη πυραμίδα





  Η ταινία, εθνογραφική, είχε μεγάλη απήχηση. Ο Ρούς παρακολουθεί τη ζωή κάποιων νιγηριανών μεταναστών που πήγαν στο Abidjan, την πρωτεύουσα της Ακτής του ελεφαντοστού, για μια καλύτερη ζωή. Από το φιλμ που τράβηξε επί 9 μήνες επέλεξε και μοντάρισε, παρουσιάζοντας υποτίθεται μια τυπική εβδομάδα από τη ζωή των μεταναστών αυτών. Οι διάλογοι προστέθηκαν εκ των υστέρων.
  Δεν θα βρουν τη ζωή που ονειρεύτηκαν και την οποία βλέπουν στα γειτονικά προάστια των πλουσίων. Θα αγωνίζονται για το καθημερινό μεροκάματο, που θα τους εξασφαλίζει απλά τον άρτον τον επιούσιον. Για την ακρίβεια, το ρύζι το επιούσιον.
  Και ένα ποτήρι μπύρα. Οι πλούσιοι μπορούν να αγοράσουν μπουκάλι, που έχει τριπλάσια τιμή.
  Εθνογραφικό ενδιαφέρον έχει η διασκέδαση του σαββατοκύριακου, με τα ροντέο με τα ποδήλατα και τους χορούς, που έχουν και διαγωνιστικό χαρακτήρα. Όμως ο Ρους εστιάζει στα όνειρα. Κάθε ένας από αυτούς τους μετανάστες, ονειρευόμενος μια καλύτερη ζωή, παίρνει και το παρατσούκλι μιας διασημότητας στην οποία θα ήθελε να μοιάσει. Ο κεντρικός ήρωας είναι ο Έντουαρντ Ρόμπινσον, ένας κινηματογραφικός αστέρας της εποχής, ενώ ένας άλλος είναι ο Λέμι Κώσιον, ένας ντέτεκτιβ σε κάποια αστυνομικά της «Μάσκας» που δεν διάβαζα μικρός: προτιμούσα τα καουμπόικα. Ένας τρίτος είναι ο Ταρζάν.
  Η ζωή είναι ωραία, αλλά μπερδεμένη. Αυτά λέει στο τέλος της ταινίας ένας από τους δυο φίλους που περπατούν αγκαλιασμένοι.
  Όπως διαβάζω στη βικιπαίδεια, ο Ρους υπήρξε πρωτοποριακός επηρεάζοντας το «Νέο κύμα» του γαλλικού κινηματογράφου, με τη χρησιμοποίηση μη επαγγελματιών ηθοποιών και την τεχνική του jump cuts. Ο Γκοντάρ δήλωσε ότι το «Εγώ, ένας μαύρος» είναι μια από τις τέσσερις καλύτερες ταινίες που είχε δει ποτέ.


  Η «Ανθρώπινη πυραμίδα» είναι μια ταινία εθνομυθοπλασίας (ethnofiction), της οποίας ο Ζαν Ρους θεωρείται ο πατέρας. Πρόκειται για ένα κράμα μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ στον τομέα της οπτικής ανθρωπολογίας.
  Το ντοκιμαντερίστικο μέρος της ταινίας είναι η συγκέντρωση από τον Ρους μιας ομάδας αφρικανών και μιας ομάδας γάλλων να συμμετάσχουν στην ταινία. Η «μυθοπλασία» της ταινίας είναι η φοίτησή τους στην ίδια τάξη και οι σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους. Ο διάλογος αφορά ζητήματα που αφορούν τις σχέσεις λευκών και μαύρων, και γενικά τον ρατσισμό. Βλέπουμε αρχικά τους δισταγμούς τόσο των λευκών όσο και των μαύρων να σχετιστούν μεταξύ τους εκτός σχολείου. Και στις δυο ομάδες υπάρχουν οι απόλυτα σκεπτικιστές και οι πολύ ενθουσιώδεις, ενώ οι υπόλοιποι βρίσκονται ανάμεσα. Θα συγχρωτισθούν τελικά και θα ακούσουμε να συζητούν μεταξύ τους ζητήματα όπως οι σχέσεις ανάμεσα στις δυο φυλές σε αποικιοκρατικό και νέο-αποικιοκρατικό καθεστώς, η χρήση του ενικού από τους λευκούς και από τους μαύρους με τις διαφορετικές συνδηλώσεις (υποτίμηση από τους λευκούς, αγένεια από τους μαύρους), το apartheid της Νότιας Αφρικής, κ.ά. Και φυσικά το μεγάλο ζητούμενο είναι οι ερωτικές σχέσεις ανάμεσά τους. Θα παντρευόταν ένας λευκός/μια λευκή μια μαύρη/ένα μαύρο;
  Ακούμε και την απαγγελία του ποιήματος που δίνει τον τίτλο στο έργο: Η ανθρώπινη πυραμίδα.
  Μια από τις λευκές κοπέλες φλερτάρει – ή μάλλον δίνει ερείσματα να τη φλερτάρουν – οι μαύροι της παρέας. Αυτό περιπλέκει την κατάσταση, γιατί φλερτάρουν μαζί της και οι λευκοί.
  Είναι ανεβασμένοι σε ένα εγκαταλειμμένο πλοίο που έχει σκαρώσει σε μια βραχώδη ακτή. Διασκεδάζουν. Ξαφνικά ένας νεαρός λευκός την πέφτει πάνω σε έναν άλλο λευκό βλέποντάς τον να χαριεντίζεται με την ωραία λευκή. Τους χωρίζουν. Αυτός, σε μια έκρηξη αυτοκτονικής οργής, πέφτει μέσα στα αγριεμένα κύματα. Οι άλλοι παρακολουθούν έντρομοι. Κατεβαίνουν από το πλοίο, και τρεις πέφτουν μέσα στη θάλασσα.
  Γυρίζουν άπρακτοι. Στο ντοκιμαντερίστικο μέρος του έργου ακούμε για το θανατηφόρο ατύχημα. Βλέποντας τα κύματα, ύψους πάνω από δυο μέτρα, να σκεπάζουν τον νεαρό, θα μπορούσα να πιστέψω ότι είναι αλήθεια. Είχα την εμπειρία να με σκεπάσει κύμα, και ξέρω πόσο επικίνδυνο είναι. Πέρυσι το καλοκαίρι κατάφερα και βγήκα την τελευταία στιγμή. Ένας άλλος που ήταν μαζί μου και είχε βγει έξω έγκαιρα παρακολουθούσε την προσπάθειά μου, όπως μου είπε. Το ύψος των κυμάτων αυξομειωνόταν περιοδικά, και έπρεπε να υπολογίσω πότε θα είχαν φτάσει στη μεγαλύτερή τους μείωση ώστε να κάνω κατοστάρι να βγω στην ακτή, πριν προλάβουν να με κτυπήσουν πάνω στα βράχια.
  Στο τέλος του έργου, υποτίθεται μετά το «έργο», βλέπουμε τη φιλία που αναπτύχθηκε ανάμεσα σε δυο άντρες και δυο γυναίκες. Περπατούν μαζί. Τα «ζευγάρια» είναι διαφορετικού χρώματος.   







Post a Comment