Book review, movie criticism

Sunday, June 7, 2015

Γιώργος Πανουσόπουλος, Οι απέναντι, Μανία, Μ' αγαπάς; Ελεύθερη κατάδυση και Τεστοστερόνη





Είναι η πρώτη ταινία του Πανουσόπουλου, κινηματογραφική μεταφορά ενός διηγήματος του Γιώργου Κουντουρού.
Διακρίνεται ο μεγάλος σκηνοθέτης, όμως η ταινία δεν είναι όπως οι επόμενές του. Στην αρχή νόμισα ότι απλά εικονογραφεί τη ζωή της νεολαίας της εποχής: ανεμελιά, πάρτι, μηχανόβιοι, σεξ. Ο ήρωας επί πλέον είναι και κλεφτρόνι, ειδικός στο να απενεργοποιεί συναγερμούς από αυτοκίνητα και μηχανές και να τα βουτάει μετά μια παρέα. Εισπράττει την αμοιβή του από τον κλεπταποδόχο, που έχει συνεργείο. Σπουδάζει όμως και αστρονομία, και έχει ένα τηλεσκόπιο.
Ένας φίλος του βλέπει από το τηλεσκόπιο σε μια απέναντι πολυκατοικία, και χαλβαδιάζει το κοριτσάκι της οικογένειας. Όταν κοιτάζει και ο Χάρης, αυτός εντυπωσιάζεται από τη μαμά.
Την παρακολουθεί συνεχώς με το τηλεσκόπιο. Όμως δεν βλέπουμε να συμβαίνει τίποτα. Σκέφτομαι ότι είναι και αυτό μιας «εικόνα» της νεολαίας της εποχής.
Και θυμήθηκα.
Πρωτοετής φοιτητής, στου Ζωγράφου, με άλλους δυο συγκάτοικους, κοιτάζαμε με κιάλια την απέναντι πολυκατοικία. Κάποια ξεντυνόταν, αλλά πίσω από τις κουρτίνες δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε καθαρά.
Δεν είχε σημασία. –Μαλάκα, φοβερή γκόμενα. –Να δω κι εγώ, κι εγώ, και αρπάζαμε ο ένας τα κιάλια από τα χέρια του άλλου.
Στο τέλος είδαμε. Τράβηξε τις κουρτίνες πριν ξαπλώσει. Ήταν άντρας. Αυτό που λειτούργησε ήταν το φαντασιακό, είδαμε μια σκιά να ξεντύνεται, δεν μπορεί παρά να ήταν γυναίκα.
Από τότε δεν μπήκα ποτέ στον πειρασμό να κοιτάξω με τα κιάλια τι γίνεται στις απέναντι πολυκατοικίες. Δεν ξέρω οι συγκάτοικοί μου, αυτό δεν το θυμούμαι.
Τελικά πάνω σ’ αυτό το μπανιστήρι δημιουργείται το στόρι με το ανάλογο σασπένς. Κάποια στιγμή ο Χάρης αρχίζει να παίρνει τηλέφωνα. Θα χρειαστεί να πάρει μερικά μέχρι να πετύχει το σωστό. Θα την πάρει κάμποσες φορές χωρίς να μιλάει. Την πετυχαίνει μια φορά που της την πέφτει κάποιος, προφανώς οικογενειακός φίλος. Τον χαστουκίζει.
Κάποια στιγμή της μιλάει. Δεν λέει παρά ελάχιστα, νομίζω το όνομά του και το ότι μένει απέναντι. Όταν διακρίνει ένα πάρτι στο διαμέρισμά της τολμάει και πηγαίνει. Κάθεται στο μπαλκόνι. Όταν εμφανίζεται αυτή την πλησιάζει και της λέει. Όμως κάποιος την παίρνει με το ζόρι να χορέψουνε. Όταν τελικά επιστρέφει αυτός έχει φύγει. Τον ψάχνει, δεν τον βρίσκει.
Καψούρης λέμε. Η γιαγιά του εντοπίζει τη διαφορά στη συμπεριφορά του. –Άλλαξες τελευταία, του λέει.
Την ξαναπαίρνει τηλέφωνο. Μιλάνε. Της λέει πού ακριβώς μένει. Αυτή πηγαίνει και τον βρίσκει. Και όλα πηγαίνουν κατ’ ευχήν.
  Η ταινία υπάρχει στο youtube


  Η ταινία είναι μεταμοντέρνα 100%. Υπάρχει μια μείξη ειδών όσο σε καμιά άλλη ταινία. Ξεκινάει σαν κοινωνική με την ηρωίδα να έχει επιλεγεί με δυο άλλους από την εταιρεία της, ως ιδιαίτερα προικισμένη στην πληροφορική –και μιλάμε για το 1985- σε μια αποστολή στις ΗΠΑ, για επιμορφωτικό σεμινάριο. Τη βλέπουμε στη συνέχεια σε μια παιδική χαρά στον εθνικό κήπο –εκεί γυρίστηκε το έργο- να παρακολουθεί τα παιδιά που παίζουν. Ανάμεσα σε αυτά είναι και η κόρη της. Στη συνέχεια αρχίζει ένα οδοιπορικό μέσα στον κήπο, σαν την Αλίκη των θαυμάτων. Βλέπει διάφορα «αξιοθέατα». Μια μαϊμού, μια ομάδα προσκόπων, κάνει μάτι σε ένα ζευγαράκι που κάνει έρωτα, ένα γύρισμα ταινίας την εποχή του Όθωνα, κ.ά.
Κάποια στιγμή σωριάζεται κάτω αναίσθητη. Ένας ηλικιωμένος με ένα σκύλο την πλησιάζει. Έχει συνέλθει στο μεταξύ, αλλά δεν θυμάται τι έγινε. Δεν είναι κτυπημένη.
Ξαναπηγαίνει εκεί που είναι τα παιδιά, συναντάει την κόρη της, δεν τη θυμάται καν, ούτε πως λένε την ίδια. Η κόρη της στην αρχή τρομάζει, αλλά μετά το εκλαμβάνει ως παιχνίδι. Συναντάει και τον Πάνα, έναν περιθωριακό που μαζεύει αντικείμενα. Και έχουμε μια ποιητική τσόντα αρκετά μεγάλης διάρκειας. Στη συνέχεια πέφτει σε μια λιμνούλα με τα ρούχα για να δροσιστεί. Μια ομάδα παιδιών την ακολουθούν. Ακολουθεί ένας πανζουρλισμός. Η ταινία εξελίσσεται σε ένα θρίλερ. Ο επικεφαλής τους προσπαθεί να τα συνεφέρει. Ένας αστυφύλακας τα καταδιώκει. Τον ρίχνουν κάτω και του παίρνουν το όπλο. Λίγο αργότερα ένα πιτσιρίκι τον πυροβολεί με το όπλο του και τον τραυματίζει στο πόδι. Τα παιδιά ελευθερώνουν τα ζώα, και βλέπουμε ένα άγριο τρέξιμο, ανθρώπων και ζώων. Η ταινία αναπτύσσεται σε ένα ξέφρενο κρεσέντο, φτάνοντας στην φρενίτιδα του kyu, για να θυμηθώ το θέατρο Νο. Έχει καταφτάσει η αστυνομία, τρεχαλητά, φωνές, τόσο από τα παιδιά που τα έχει πιάσει μανία όσο και από τους αστυνομικούς, αυτή παίρνει ένα παιδί, μάλλον την κόρη της και τρέχει, την κυνηγάνε, κρύβεται, έρχεται ο άντρας της, δεν τον αφήνουν να μπει στον κήπο, όπως άλλωστε και σε κανέναν άλλο. Ξαφνικά την ξετρυπώνουν, και τότε το έργο γίνεται ολότελα φαντασίας. Ένας δυνατός άνεμος φυσάει που εμποδίζει τους διώκτες της να τη συλλάβουν.
Και η ταινία γίνεται εδώ εντελώς ποιητική. Ένα δημοτικό τραγούδι μας λέει ότι «Πέρασε η ψυχούλα της, πέρασε απάνω πάνω, μας έφυγε και χάθηκε, χάθηκε μεσ’ στα αστέρια…». Και εδώ τελειώνει.
Η μουσική, εξαίσια, την αναγνώρισα αμέσως, και το επιβεβαίωσα με τα γράμματα τέλους: Daly Ross.
Πρωτότυπη, ποιητική ταινία, από κάθε άποψη ενδιαφέρουσα.   


Πολύ επινοητικός στο στόρι ο Πανουσόπουλος, όπως αργότερα και στην «Τεστοστερόνη», μια μεταγενέστερη σεξοκωμωδία του. Ο ερωτύλος Μπάρκουλης πέφτει από μια ταράτσα κάνοντας μπανιστήρι σε κάποια που κάνει ηλιοθεραπεία στην αυλή του σπιτιού της μαθαίνοντας το ρόλο της Ιουλιέτας. Ενώ βρίσκεται σε κώμα αναπολεί ερωτικές του περιπέτειες, από τότε που ήταν πιτσιρικάς και χάζευε τα μπούτια των φιλενάδων της μητέρας του κάτω από το τραπέζι μέχρι που μεγάλος πήδηξε μια σε ένα λεωφορείο.
Κάποια στιγμή είναι κλινικά νεκρός, και η γυναίκα του συναινεί να δώσει την καρδιά του για μεταμόσχευση.
Την καρδιά, την έδρα των συναισθημάτων.
Αυτός που την παίρνει ξανανιώνει, και γίνεται το ίδιο ερωτύλος με το δότη του. Κάνει μεγάλες αλλαγές στη ζωή του. Ανάμεσα σ’ αυτές είναι και το να χωρίσει.
Η πρώην γυναίκα του με τη φίλη της κάθονται σε ένα παραλιακό καφέ. Από μακριά αυτός με την μόλις τώρα κατάκτησή του, μια ρεπόρτερ που ήλθε να του πάρει συνέντευξη. Και δεν πρόλαβε να τον βαρεθεί, εξομολογείται στη φίλη της. Καθώς αυτός οπισθοχωρεί για να τον πάρει φωτογραφία με θέα η ρεπόρτερ, βλέπει την πρώην του. Την καλεί να χορέψουνε στο ρυθμό της μουσικής που παίζει η ορχήστρα.
Σε μια κωμωδία τα ζευγάρια παντρεύονται, δεν χωρίζουν. Έτσι το ξανασμίξιμο ήταν ειδολογικά αναπόφευκτο.
Και ζήσαμε εμείς καλά κι αυτή καλύτερα.
Αυτή, όχι αυτοί.
Γιατί αυτός….  
  Η ταινία υπάρχει στο youtube

Διαφορετική αυτή η ταινία από όλες τις υπόλοιπες του Πανουσόπουλου. Δραματική σαν τραγωδία αλλά χωρίς νεκρούς στο τέλος. Δυο γυναίκες κι ένας άντρας (η μια είναι ετεροθαλής αδελφή του με την οποία στην εφηβεία του συνήψε ερωτική σχέση, με αποτέλεσμα να τους απομακρύνουν) αποτελεί το εκρηκτικό μίγμα της συναρπαστικής πλοκής.
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη θα τον ξαναβρεί. Όμως ο Αλέκος Συσσοβίτης στο μεταξύ θα μάθει. Και καθώς στη ζωή του έχει εμφανιστεί η Βαλέρια Χριστοδουλίδου, ο Αλέκος θα δώσει ένα τέλος στη σχέση τους· το οποίο η Καρυοφυλλιά αδυνατεί να παραδεχτεί. Όμως και η Βαλέρια θα σηκωθεί και θα φύγει. Δεν θέλει να μπει ανάμεσά τους.
Εξαιρετικές ερμηνείες και από τους τρεις.
Όλο το έργο γυρίστηκε στην Κρήτη.
Αλλά να μην ακουστεί ούτε μια κοντυλιά;
Απαράδεχτο.
Άκουσα και την παρακάτω ατάκα.
-Γιαγιά, εξαφανίστηκε ο κροκόδειλος, ξέρεις πού είναι;
Προς στιγμή νόμισα ότι μιλούσαν για τον Σήφη.
Αμέσως όμως σκέφτηκα ότι δεν κόλλαγαν οι ημερομηνίες, η ταινία γυρίστηκε το 1995.
Τελικά ήταν ένας πλαστικός κροκόδειλος.
  Η ταινία υπάρχει στο youtube


  Την είδα αφού διάβασα το «Βιβλίο της Κατερίνας», και αφού με πληροφόρησε ένας φίλος ότι ήταν σε σενάριο του Αύγουστου Κορτώ. Η ιδέα όμως, όπως διαβάζω, ήταν του Πανουσόπουλου. Στάθηκε η αφορμή να δω και τις παραπάνω ταινίες του Πανουσόπουλου.
Έγραψα στο διδακτορικό μου ότι η αφηγηματική τέχνη (το διδακτορικό μου είναι στην αφηγηματολογία) μπορεί να εκτελέσει διάφορες λειτουργίες. Η πιο συνηθισμένη είναι η σε φαντασιακό επίπεδο βίωση καταστάσεων που δεν μπορούμε – ή δεν τολμούμε – να ζήσουμε στην πραγματική ζωή. Περιπέτειες από τις οποίες καταφέρουμε να επιβιώσουμε, έρωτες με γυναίκες που μάλλον είναι απίθανο να αποκτήσουμε στην πραγματική ζωή είναι οι κυριότερες απ’ αυτές.
Η Ναταλία Δραγούμη, μια από τις γυναίκες στο απομονωμένο νησί που πάει ο Πέτρος για να παραλάβει το αμάξι του πεθαμένου θείου, δώρο από τη θεία, είναι θαυμάστρια του Εουσέμπιο, ενός ήρωα ή ηθοποιού σε λατινοαμερικάνικο σήριαλ (παρεμπιπτόντως μεταγλωττισμένο). Μόλις βλέπει τον Πέτρο ενθουσιάζεται. Είναι φτυστός. Θα τον πηδήξει.
Και δεν είναι η μόνη. Όλες οι γυναίκες στο νησί, που περιέργως (το φανταστικό εμφιλοχωρεί πάντα στις ταινίες του Πανουσόπουλου) είναι χωρίς άντρες, θα κοιτάξουν να τον πηδήξουν. Στο τέλος βέβαια καταντάει κουραστικό, προσπαθεί να τις αποφύγει. Βλέπουμε πάλι εικόνες καταδίωξης σαν αυτές που είδαμε και στη «Μανία». Και η σπαρταριστή αυτή κωμωδία γίνεται κατάμαυρη στο τέλος, με το φέρετρο του νεαρού να κατεβαίνει σε έναν τάφο χωρίς βάθος.
Η πιο απλή φαντασίωση είναι να ανταποκρίνεται μια γυναίκα που σου αρέσει στο φλερτ του (αν απλά θέλεις να την πηδήξεις) ή στον έρωτά σου (αν είσαι καψουρεμένος μαζί της). Μια μεγαλύτερη φαντασίωση είναι να σου την πέφτει αυτή αντί να της την πέφτεις εσύ. Και η ακόμη μεγαλύτερη, να σου την πέφτουν όλες οι γυναίκες.
Οι δυο τελευταίες ίσως είναι νοσηρές, ενώ η πρώτη είναι απόλυτα υγιής. Όμως μόνο με την τρίτη μπορείς να φτιάξεις την ξέφρενη κωμωδία που έφτιαξαν Πανουσόπουλος-Κορτώ.
  Η ταινία υπάρχει στο youtube
Post a Comment