Book review, movie criticism

Thursday, June 4, 2015

Ousmane Sembène (Σενεγάλη, 1923-2007), almost all



Ousmane Sembène (Σενεγάλη, 1923-2007)

Borom Sarret aka The Wagoner (1963)

  Ο «Αμαξάς» είναι η πρώτη ταινία του Σεμπένε, μικρού μήκους, μόλις 18 λεπτών, ασπρόμαυρη. Σ’ αυτήν ο Σεμπένε διεκτραγωδεί τη ζωή ενός φτωχού αμαξά παρακολουθώντας ταυτόχρονα τη ζωή των εξαθλιωμένων στρωμάτων της πόλης, από τους φτωχούς μέχρι τους ζητιάνους.
  Δεν δίνει ελεημοσύνη σ’ αυτόν που τον εκλιπαρεί. Δεν έχει νόημα. Όχι μόνο γιατί και ο ίδιος είναι πολύ φτωχός αλλά και γιατί είναι τόσοι πολλοί οι ζητιάνοι.
  Στο τέλος βλέπουμε ότι στην πόλη δεν ζουν μόνο φτωχοί, αλλά και πλούσιοι. Στη συνοικία τη δική τους ο αμαξάς απαγορεύεται να πάει. Όταν ένας καλοντυμένος τον πείθει να τον μεταφέρει εκεί λέγοντάς του ότι έχει υψηλές διασυνδέσεις και δεν θα μπλέξει, πείθεται. Όταν τον σταματάει ο αστυνομικός ζητώντας του τα χαρτιά του, ο καλοντυμένος αυτός φεύγει αγέρωχος χωρίς να τον πληρώσει.
  Λεφτά για να πληρώσει το πρόστιμο δεν έχει, έτσι αφήνει ενέχυρο το κάρο του. Γυρνάει πεζός και απελπισμένος με το άλογό του σπίτι. Στη γυναίκα του λέει ότι δεν της έφερε τίποτα (εννοεί για φαγητό), αφού δεν έφερε ούτε καν το κάρο. Αυτή του δίνει το μωρό και του λέει «Πάρε το μωρό, σου υπόσχομαι ότι θα φάμε το βράδυ». Στη συνέχεια λέει στα άλλα δυο παιδιά της «Πηγαίνετε, δεν υπάρχει τίποτα εδώ».
  Πολύ ωραία η γυναίκα του αμαξά. Πώς θα βρει άραγε λεφτά να τους φέρει φαγητό;
  Δεν μας λέγεται. Η ταινία τελειώνει εδώ. Μας αφήνει απλά να υποθέσουμε.
  Με το θέμα της φτωχολογιάς ο Σεμπένε θα ασχοληθεί και στην επόμενη ταινία του, όχι όμως και στις μετά από αυτήν. Το μόνο που θα τολμήσει είναι μια καταγγελία της πλουτοκρατίας, αυτή που αντικατέστησε τους γάλλους αποικιοκράτες στην εξουσία, και αυτή μόνο σε ένα έργο, και μάλιστα κωμωδία, το «Χάλα».
  Και γι’ αυτό θα μπορούσαμε ίσως να υποθέσουμε.

Le noir de aka Black girl (1966)

  Στο «Μαύρο κορίτσι», επίσης ασπρόμαυρη ταινία που όμως κρατάει μια ώρα, ο Σεμπένε αναφέρεται όχι μόνο στο θέμα της φτώχειας όπως στον «Αμαξά» αλλά και της καταπίεσης· της καταπίεσης από τους πρώην αποικιοκράτες που εκμεταλλεύονται τώρα τους ντόπιους σαν φτωχό εργατικό δυναμικό.
  Η κοπέλα που δουλεύει για τα λευκά αφεντικά πείθεται να τους ακολουθήσει στο Παρίσι. Θα είναι η γκουβερνάντα των παιδιών. Θα δει και το Παρίσι. Όμως τελικά κάνει την υπηρέτρια, και το Παρίσι δεν το βλέπει. Στο σπίτι τους είναι σαν φυλακισμένη και ακούει μόνο διαταγές από την κυρία. Τους λέει ότι θα φύγει. Ο άντρας που της συμπεριφέρεται καλύτερα της δίνει την αμοιβή της. Αυτή δεν παίρνει τα λεφτά και ετοιμάζει τη βαλίτσα της.
  Όμως το «θα φύγω» ήταν όπως το «θα φύγω» του ήρωα στην ταινία του Αλομοδοβάρ «Μίλα της»: μπαίνει στην μπανιέρα και κόβει το λαιμό της. Ο άντρας πηγαίνει στο Ντακάρ για να δώσει τα λεφτά στη μητέρα της, μαζί με τη βαλίτσα με τα πράγματά της. Και η μητέρα αρνείται να πάρει τα χρήματα.
  Η ταινία αναφέρεται όχι μόνο στην εκμετάλλευση και στην καταπίεση, αλλά και στην αξιοπρέπεια του καταπιεσμένου. 


Mandabi (the money order, 1968)

  Η «Ταχυδρομική επιταγή» είναι μια γλυκόπικρη κωμωδία.
  Ο Ibrahima, άνεργος, ζει φτωχικά με τις δυο γυναίκες του και τα παιδιά του. Παίρνει μια επιταγή 25.000 φράνκα από τον ανιψιό του που δουλεύει στο Παρίσι οδοκαθαριστής με την εντολή να δώσει ένα μεγάλο ποσό στη μάνα του (αδελφή του Ibrahima), να του φυλάξει ένα μικρότερο και να κρατήσει ένα ακόμη μικρότερο για τον εαυτό του.
  Και ξεκινάει η περιπέτεια για τον Ιbrahima. Όχι μόνο είναι αγράμματος, αλλά δεν φρόντισε ποτέ του να βγάλει ταυτότητα. Πώς να εισπράξει τα χρήματα;
  Για να βγάλει ταυτότητα χρειάζεται πιστοποιητικό γέννησης, και αυτός το μόνο που θυμάται είναι ότι γεννήθηκε γύρω στο 1900. Έχει έναν ανιψιό και θα του απευθυνθεί για να τον βοηθήσει. Στο μεσοδιάστημα παρακολουθούμε διάφορα ευτράπελα επεισόδια. Αυτό που μαθαίνουμε είναι ότι η φτωχολογιά ζει με δανεικά, με πίστωση και ζητιανεύοντας. Όσο για τους πλούσιους, αυτοί εκμεταλλεύονται τους φτωχούς. Ο πλούσιος γραμματισμένος ανιψιός θα ζητήσει από θείο του να υπογράψει ένα χαρτί για να εισπράξει αυτός την επιταγή και να του δώσει τα λεφτά την επομένη. Όταν ο θείος πηγαίνει να τα ζητήσει του ορκίζεται ότι τον έκλεψαν. Για να μην τον αφήσει όμως παραπονεμένο του δίνει ένα σακί με δέκα κιλά ρύζι. Αυτός του κάκου εκλιπαρεί. Θα τον αφήσει μπροστά στο σπίτι του παρατώντας στο δρόμο το σακί το ρύζι.  
  -Σ’ αυτή τη χώρα η τιμιότητα είναι έγκλημα, αναφωνεί αγανακτισμένος ο Ibrahima στην τελευταία σκηνή της ταινίας.
  Κάπου το ξαναγράψαμε, η πλουτοκρατία αντικατέστησε τους γάλλους αποικιοκράτες. Πόσο να άλλαξε η ζωή των φτωχών;

Emitaï (1971)

  Η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η Σενεγάλη είναι γαλλική αποικία. Οι γάλλοι αποικιοκράτες στρατολογούν τους σενεγαλέζους και τους στέλνουν στο μέτωπο στη Γαλλία, και ταυτόχρονα τους φορολογούν άγρια την παραγωγή ρυζιού για τις ανάγκες του πολέμου.
  Δεν συμμορφώνονται όλοι. Σε ένα χωριό ο νεαρός κρύβεται για να μην τον βρουν. Δένουν τον πατέρα του και τον αφήνουν στον ήλιο, σαν εκβιασμό για να εμφανιστεί. Οι αδελφές του τον ενημερώνουν. Δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά παρά να παραδοθεί.
  Στην αρχή της ταινίας είδαμε κάποιες σκηνές που δεν τις καταλάβαμε αμέσως. Τις καταλάβαμε μετά. Ήταν ένας πρωτότυπος τρόπος στρατολόγησης. Οι στρατιώτες (μαύροι, ειρήσθω εν παρόδω) ήσαν κρυμμένοι στις δυο πλευρές ενός μικρού μονοπατιού. Κάθε ένας που περνούσε τον συλλαμβάνανε. Έναν τον ρίχνουν κάτω από το ποδήλατό του. Δυο παιδιά όμως που παραφυλάνε το παίρνουν και το πάνε στο χωριό.
  Οι γυναίκες κρύβουν το ρύζι, οι στρατιώτες πρέπει να το βρουν. Τις αφήνουν στον ήλιο για να μαρτυρήσουν πού το έχουν κρύψει. Πιο πριν οι άνδρες είχαν επιτεθεί στους στρατιώτες με τα ακόντιά τους, και μετά χάθηκαν στο δάσος. Συσκέπτονται. Να συμβουλευτούν τους προγονικούς θεούς. Τέτοιος θεός είναι και ο Εμιτάι. Ένας από τους αρχηγούς όμως τους χλευάζει. Οι προγονικοί θεοί δεν τους βοήθησαν καθόλου όταν οι στρατιώτες πήραν τους νέους του χωριού για να πολεμήσουν σε ένα πόλεμο των λευκών, σε ένα πόλεμο που δεν τους αφορά.
  Μετά από διάφορα επεισόδια αποφασίζουν να παραδώσουν το ρύζι. Όμως ο γάλλος επικεφαλής έχει αγανακτήσει. Στη μέση του δρόμου είναι τα κοφίνια με το ρύζι, και εκατέρωθεν οι στρατιώτες και οι άνδρες του χωριού. Και το έργο τελειώνει με τη διαταγή του λευκού αξιωματικού: πυρ κατά βούληση. Οι στρατιώτες αρχίζουν να πυροβολούν· στο ψαχνό εννοείται. 
  Δεν νομίζω να το έχω ξαναγράψει, ας το γράψω τώρα. Αλήθεια, οι γερμανοί τι διαφορετικό κάνανε στους γάλλους καταλαμβάνοντάς τους τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο από ό,τι οι γάλλοι όταν καταλάβανε τις αποικίες; Ή στους ρώσους, από ό,τι οι ρώσοι στις περιοχές που είχαν κατακτήσει στην ιστορική τους διαδρομή;
  Τώρα το θυμήθηκα, να το γράψω και αυτό.
  Τι δουλειά είχαν οι ρώσοι στην Κωνσταντινούπολη; Διάβασα όμως αποσπάσματα από τα απομνημονεύματα του Ντοστογιέφσκι, όπου λέει ότι την Κωνσταντινούπολη θα την καταλάβουν οι ρώσοι και θα την κάνουν δική τους κτήση. Βέβαια αυτό δεν θα αρέσει στους έλληνες, αλλά τι να γίνει, θα το κάνουν γαργάρα (δεν είπε ακριβώς θα το κάνουν γαργάρα, κάτι ανάλογο είπε που δεν το θυμάμαι).
  Ναι, δεν υπήρχε περίπτωση να μην το έχω γράψει αυτό στη βιβλιοκριτική. Έτσι παραθέτω το αυθεντικό κείμενο.
  «Η Κωνσταντινούπολη πρέπει να γίνει δική μας, εμείς, οι Ρώσοι, πρέπει να την πάρουμε από τους Τούρκους και να την κάνουμε για πάντα δική μας. Πρέπει να ανήκει μόνο σ’ εμάς… Οι Έλληνες θα παρακολουθούν με φθόνο τις καινούριες σλάβικες αρχές στην Κωνσταντινούπολη, θα μισήσουν τους Σλάβους και θα τους φοβούνται ίσως περισσότερο απ’ όσο προηγουμένως τους μουσουλμάνους» (σελ. 313-314).
  Υπάρχουν κι άλλα αποσπάσματα πάνω σ’ αυτή την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Ρώσους, όμως θα σταματήσω εδώ, για να μην μισήσουμε τον Ντοστογιέφσκι».
  Όταν κοιτάζω την ανθρωπότητα στη συγχρονία και τη διαχρονία της, στο γεωγραφικό της εύρος και το ιστορικό της βάθος, δεν μπορώ παρά να είμαι απαισιόδοξος.
  Διακρίνω όμως και σπίθες ελπίδας: σε κάθε καινούρια έκδοση των windows και σε κάθε κατάργηση της θανατικής ποινής σε μια καινούρια χώρα. 

Xala aka Impotence (1975)

  Μετά το δράμα έχουμε την κωμωδία.
  Ο Ελ Αζ είναι ένας πολύ πλούσιος έμπορος, φίλος με τον πρόεδρο της χώρας, μέλος ενός συμβουλίου εμπόρων, κάτι σαν εμπορικό επιμελητήριο. Αφού έχει καταχραστεί το ποσόν από την πώληση 100 τόνων ρυζιού (αυτό το μαθαίνουμε αργότερα) κάνει τον τρίτο γάμο του. Οι άλλες δυο γυναίκες του, αλλά και η κόρη του που έχει προοδευτικές αντιλήψεις, δεν συμφωνούν καθόλου με αυτή του την ενέργεια. Η κόρη αυτή καταγγέλλει την πολυγαμία μπροστά του. Αυτός την υπερασπίζεται ως στοιχείο της θρησκευτικής τους παράδοσης και τη χαστουκίζει.
  Τώρα ποια από τις δυο γυναίκες του τον «έδεσε» με το Χάρα, δηλαδή με μαγικά και ξόρκια τον έκανε σεξουαλικά ανίκανο, δεν δηλώνεται στην ταινία, απλά εκφράζεται σαν δική του υποψία.
  Πρέπει να λύσει το πρόβλημα. Πληρώνει ένα μαραμπού, τίποτα. Ο επόμενος όμως είναι αποτελεσματικός. Πηγαίνει να βρει τη γυναίκα του να την ξεπαρθενέψει, γκαντεμιά, έχει τα ρούχα της. Τελικά από τη «θεραπεία» του θα επωφεληθεί η πρώτη του γυναίκα.
  Πληρώνει με επιταγή. Ο μαραμπού τον προειδοποιεί: ό,τι έδωσε μπορεί να το πάρει πίσω, αν η επιταγή είναι ακάλυπτη.
  Και όντως είναι ακάλυπτη.
  Όλο αυτόν τον καιρό ζει πάνω από τις οικονομικές του δυνατότητες. Το «επιμελητήριο» συνεδριάζει. Τον αποβάλλουν παμψηφεί. Αυτός τους κατηγορεί ότι δεν είναι καλύτεροι απ’ αυτόν, είναι το ίδιο απατεώνες.
  Του κατάσχουν όλη του την περιουσία. Και σαν να μην έφτανε αυτό εμφανίζεται και ο μαραμπού και παίρνει πίσω αυτό που έδωσε. Ο Ελ Αζ γίνεται πάλι ανίκανος.
  Υπάρχει όμως ένας τρόπος να θεραπευτεί: να μείνει γυμνός και να τον φτύσουν όλοι. Οι «όλοι» είναι μια ομάδα ζητιάνων που εισβάλλουν στο σπίτι του. Παλιά είχε βάλει την αστυνομία να τους απομακρύνει από το χώρο μπροστά στο κατάστημά του, γιατί του χαλούσαν την αισθητική. Ανάμεσα τους είναι και ένας άντρας του οποίου έφαγε την περιουσία στο παρελθόν πλαστογραφώντας κάποια έγγραφα, οδηγώντας τον μάλιστα στη φυλακή.
  Τι να κάνει, ενδίδει. Ας του μείνει τουλάχιστον ο ανδρισμός του. Το έργο τελειώνει αηδιαστικά με το να εξακοντίζουν όλοι τους ροχάλες στο γυμνό του σώμα.  
  Μπορεί το στόρι να είναι κωμωδία, το κοινωνικοϊστορικό φόντο όμως είναι τραγωδία. Είναι η τραγωδία της νεοαποικιοκρατίας. Οι πρώην αποικιοκράτες το βρήκαν πιο συμφερτικό να εκμεταλλεύονται τις πρώην αποικίες τους χωρίς το κόστος του αποικιοκρατικού στρατού, απλά λαδώνοντας τις διεφθαρμένες ηγεσίες τους. Οι «απελευθερωτές» πήραν την θέση των αποικιοκρατών. Μόνο η καθυστερημένη Πορτογαλία δεν πήρε αυτό το μάθημα.  
  Για να συνεχίζω αυτό που έγραψα στην παρουσίαση της προηγούμενης ταινίας, η απαισιοδοξία μου βασίζεται και στην πεποίθησή μου ότι πάντα κάποιοι θα είναι από πάνω και θα δίνουν σφαλιάρες στους από κάτω. Η καλύτερη περίπτωση είναι οι από πάνω να έχουν ελαφρύ χέρι.

Ceddo (1977)

  Μετά την κωμωδία επιστρέφουμε πάλι στο δράμα.
  Η υπόθεση αυτή τη φορά διαδραματίζεται στα τέλη του 19ου αιώνα, και αναφέρεται στον βίαιο εξισλαμισμό της Σενεγάλης.
  Ο βασιλιάς του χωριού έχει ασπαστεί τον μουσουλμανισμό. Κάποιοι απαγάγουν την κόρη του διαμαρτυρόμενοι για τον προσηλυτισμό του. Ο γιος του και κάποιος άλλος που πάνε να την ελευθερώσουν σκοτώνονται από τους απαγωγείς.
  Οι άντρες του χωριού συσκέπτονται: οι επιλογές που έχουν είναι ή να αντισταθούν ή να ασπαστούν τον μουσουλμανισμό. Όλοι, εκτός από έναν, επιλέγουν να αντισταθούν. Όπλα θα πάρουν από τον λευκό δουλέμπορο. Κάνει παρέα με τον χριστιανό ιερέα. Είναι και αυτός μια απειλή, απειλή για την προγονική τους λατρεία.
  Ο ιμάμης δίνει εντολή να κάψουν το χωριό και όσοι δεν δεχθούν τον μουσουλμανισμό να τους σκοτώσουν. Την ίδια νύχτα πεθαίνει και ο βασιλιάς, από δάγκωμα φιδιού υποτίθεται. Στο τέλος του έργου βλέπουμε τον μαζικό προσηλυτισμό. Τους ξυρίζουν το κεφάλι. Τα αίματα τρέχουν, ή γιατί τα ξυράφια δεν είναι και τόσο καλά ή γιατί αυτοί που τους ξυρίζουν δεν δίνουν και μεγάλη προσοχή. Ένας ένας πλησιάζουν τον ιμάμη που τους δίνει το καινούριο, μουσουλμανικό τους όνομα. Ο δεύτερος που πλησιάζει παίρνει το όνομα Ουσμάν. Το όνομα του σκηνοθέτη.
  Δεύτερη αποστολή αναλαμβάνει την απελευθέρωση της πριγκίπισσας. Αυτή τη φορά η προσπάθεια είναι επιτυχής. Πριν προλάβει να σηκώσει το τόξο του ο φρουρός της, ο απεσταλμένος του Ιμάμη τον πυροβολεί.
  Παρουσιάζουν την πριγκίπισσα μπροστά στον Ιμάμη. Αυτή αρπάζει το όπλο ενός φρουρού και τον πλησιάζει αργά αργά. Όταν πλησιάσει αρκετά τον πυροβολεί. Ο Ιμάμης πέφτει νεκρός.
  Το αργό, αριστοκρατικό περπάτημά της μου θύμισε το περπάτημα των ηθοποιών στο θέατρο Νο, που είναι σαν να σέρνουν τα πόδια τους στο έδαφος.


  Η ταινία, έχοντας σαν θέμα ένα πραγματικό γεγονός, καταγγέλλει τον ρατσισμό και την αποικιοκρατία.
  Οι γάλλοι αρνούνται να ανταλλάξουν τα γαλλικά φράγκα, την αμοιβή των βετεράνων (στο Emitaï είδαμε με ποιο τρόπο τους στρατολόγησαν) που πολέμησαν στο πλευρό τους ενάντια στους γερμανούς, στην πραγματική τους ισοτιμία με τα αφρικανικά φράγκα, αυτά που κυκλοφορούν στις αποικίες τους, αλλά στη μισή. Οι αφρικανοί στρατιώτες που βρίσκονται αφοπλισμένοι σε ένα στρατόπεδο και περιμένουν τη μεταφορά τους στις πατρίδες τους διαμαρτύρονται. Συλλαμβάνουν τον στρατηγό απαιτώντας να τους ανταλλάξουν τα γαλλικά φράγκα στην πραγματική τους ισοτιμία. Ο στρατηγός, προκειμένου να τον αφήσουν ελεύθερο, υπόσχεται στη στρατιωτική του τιμή ότι θα ικανοποιήσει το αίτημά τους.
  Τα ξημερώματα της 1ης Δεκεμβρίου 1944 γαλλικά τανκς περικυκλώνουν το στρατόπεδο και πυροβολούν αδιάκριτα. Την επομένη το πρωί βλέπουμε το στρατόπεδο συντρίμμια, γεμάτο νεκρούς. Οι λίγοι που επέζησαν θάβουν τους συντρόφους τους σε ένα χαντάκι.
  Υπάρχουν και άλλα επεισόδια που δείχνουν το ρατσισμό των γάλλων.
  Όχι όλων βέβαια. Υπάρχει και ο καλός αξιωματικός. Όμως αυτόν οι συνάδελφοί του τον έχουν σε καραντίνα, γιατί υπερασπίζεται τους μαύρους αφρικανούς.
  Συγκλονιστική ταινία.     
 
Moolaadé Aka magical protection (2004)

  16 χρόνια πέρασαν μέχρι να γυρίσει ο Σεμπένε καινούρια ταινία.
  Το θέμα της ταινίας είναι η κλειτοριδεκτομή, που ασκείται ευρέως στη μαύρη μουσουλμανική Αφρική. «Καθαρμό» την ονομάζουν πιο κομψά οι ντόπιοι.
  Η ταινία είναι μυθοπλασίας, όμως αναπαράγει πραγματικές καταστάσεις. Το «Λουλούδι της ερήμου» είναι ένα αυτοβιογραφικό βιβλίο που γυρίστηκε ταινία, και αναφέρεται στην κλειτοριδεκτομή της συγγραφέως. Διάβασα επίσης για αρκετά ανατριχιαστικά απ’ αυτά που είδα στην ταινία στο βιβλίο του Αμαντού Κουρουμά "Ο Αλλάχ δεν είναι υποχρεωμένος", αλλά κατά καιρούς και στο διαδίκτυο.
  Ήξερα ότι πολλά κορίτσια πεθαίνουν κατά την κλειτοριδεκτομή, από ακατάσχετη αιμορραγία. Στο έργο του Σεμπένε, τέσσερα κορίτσια το σκάνε για να την αποφύγουν και ζητάνε προστασία σε μια γυναίκα που αρνήθηκε να κάνει στην κόρη της κλειτοριδεκτομή, μεγάλη κοπέλα τώρα και αρραβωνιασμένη με τον γιο ενός προεστού του χωριού, που μόλις γύρισε από το Παρίσι. Με το Moolaadé, τη μαγική προστασία, και με μια κορδέλα απλωμένη στην είσοδο του σπιτιού, είναι απαγορευμένη η είσοδος σε κάθε ένα που δεν έχει σχέση με την οικογένεια. Ένας βασιλιάς που το παραβίασε σκοτώθηκε από τους επαναστατημένους υπηκόους του. Ο αρχηγός του χωριού δεν έχει καμιά αμφιβολία, δεν πρέπει να το παραβιάσουν για να πάρουν τα τέσσερα κορίτσια. Όμως η μητέρα του ενός καταφέρνει και το πείθει να την ακολουθήσει. Μόλις αυτό βγαίνει έξω το βουτάει και το πηγαίνει στις γυναίκες που είναι επιφορτισμένες με την κλειτοριδεκτομή. Το αποτέλεσμα είναι το κοριτσάκι να πεθάνει από αιμορραγία, και η μητέρα του να πεθάνει στο κλάμα, όχι μόνο για την απώλεια αλλά και για τις ενοχές που νοιώθει. Πιο πριν μάθαμε ότι τα άλλα δυο κοριτσάκια που το είχαν σκάσει και τα έψαχναν είχαν αυτοκτονήσει πέφτοντας μέσα σε ένα πηγάδι.
  Το Moolaadé αίρεται όταν προφέρει η γυναίκα που το επικαλέστηκε μια μαγική λέξη. Ο άντρας της τη μαστιγώνει δημόσια για να την αναγκάσει να προφέρει αυτή τη λέξη. Πιέστηκε να το κάνει από το μεγαλύτερο αδελφό του.
  Και μια ανατροπή: παρεμβαίνει ο «μισθοφόρος», ένας πωλητής που τον θεωρούσαμε «κακό», γυναικά και εκμεταλλευτή, και τη σώζει από τον βούρδουλα. Γι’ αυτή του την παρέμβαση θα τον εκτελέσουν τελετουργικά το βράδυ, αφού τον διώξουν από το χωριό. Η ομάδα των δολοφόνων έχουν βαμμένα άσπρα τα πρόσωπά της.
  Όμως το θέμα δεν είναι μόνο το η κλειτοριδεκτομή. Οι άντρες κατάσχουν τα ραδιόφωνα που έχουν οι γυναίκες. Γιατί; Μια γυναίκα αναρωτιέται, και μια άλλη της απαντάει: «Για να κρατήσουν κλειδωμένα τα μυαλά μας».
  Ένας από τους προεστούς του χωριού λέει στις γυναίκες: «Ο εξαγνισμός υπάρχει χρόνια τώρα, απαιτείται από το ισλάμ και εσείς θέλετε να τον καταργήσετε;». Όμως μια γυναίκα του απαντάει ότι στο ραδιόφωνο άκουσε τον μεγάλο Ιμάμη να λέει ότι κάτι τέτοιο δεν το επιτάσσει το ισλάμ, και χιλιάδες γυναίκες που δεν έχουν κάνει κλειτοριδεκτομή επισκέπτονται κάθε χρόνο τη Μέκκα.  
  Το τέλος του έργου τελειώνει με την εξέγερση των γυναικών, που μου θύμισε μια άλλη ταινία, την «Πηγή των γυναικών», που αναφέρεται και αυτή σε μια εξέγερση γυναικών α λα Λυσιστράτη, πάλι στην Αφρική, στο Μαρόκο.
  Θα κερδίσουν. Ο νεαρός που ήλθε από το Παρίσι δεν θέλει την εντεκάχρονη με την οποία τον πάντρεψαν ερήμην του. Πιο πριν είχε συνηγορήσει να μην κατασχεθούν τα ραδιόφωνα και να επιτρέψουν στον κόσμο να βλέπει τηλεόραση. Ο μικρός αδελφός παύει πια να υπακούει στον μεγάλο. Σηκώνεται και φεύγει από τη συγκέντρωση, υποστηρίζοντας έτσι έμμεσα τις γυναίκες που δηλώνουν ότι δεν θα επιτρέψουν να ξαναγίνει πια κλειτοριδεκτομή. Το έργο τελειώνει με τον γαλλοσπουδασμένο νεαρό να σηκώνεται για να ακολουθήσει την αρραβωνιαστικιά του που απομακρύνεται από το χορό των γυναικών. Δηλώνει στον πατέρα του που τον απειλεί ότι ο γάμος είναι δική του υπόθεση. Αυτός τον κτυπάει, λέγοντάς του ότι θα τον αποκληρώσει. Ο γιος απαντάει: «Πατέρα, είναι εύκολο να κτυπήσεις το γιο σου. Όμως ο καιρός των μικρών τυράννων πέρασε ανεπιστρεπτί. Στο εξής θα έχω την τηλεόρασή μου».
  Η αρραβωνιαστικιά του τού δηλώνει: «Είμαι και θα παραμείνω bilakoro», δηλαδή γυναίκα που δεν έχει κάνει κλειτοριδεκτομή.
  Μια γυναίκα bilakoro δεν μπορεί να βρει σύζυγο.
  Όμως η θεία της είχε βρει: τον μικρό αδελφό, που όμως το έκρυβε για χρόνια από τον μεγάλο αδελφό.
  Ο καιρός των μικρών τυράννων δεν πέρασε ακόμη. Αν είχε περάσει δεν θα είχε νόημα αυτή η ταινία. Ο Σεμπένε την γύρισε σαν μια μικρή συμβολή στην ανατροπή τους.
  Μήπως πρέπει να αναθεωρήσουμε τελικά αυτό το ιδεολόγημα που λέγεται παράδοση; Εμείς οι έλληνες έχουμε υπερβολικό κόλλημα σ’ αυτό. Οι γιαπωνέζοι, με κάτι εξαιρέσεις σαν τον Μισίμα, το έχουν ξεπεράσει.
Post a Comment