Book review, movie criticism

Thursday, June 11, 2015

Όλγα Μαλέα. Ο οργασμός της αγελάδας, Ριζότο, Λουκουμάδες με μέλι, Πρώτη φορά νονός, 6 Φ για τη Φανή, Η ματζουράνα



Είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Μαλέα, μια σεξοκωμωδία, με το βάρος να πέφτει μάλλον στο σεξ παρά στην κωμωδία. Αναφέρεται στις ερωτικές ανησυχίες της Αναστασίας και της Ελένης, δυο κοριτσιών που έχουν προβλήματα με τις σχέσεις τους, με τους γονείς τους και με την εφηβεία τους. Και ένα μεγάλο πρόβλημα της εφηβείας είναι η παρθενιά. Αμφιταλαντεύονται, αλλά στο τέλος θα το ξεπεράσουν. Η Αναστασία, για να παρηγορήσει την Ελένη που την έχασε, «χάνει» τη δική της μπροστά στα μάτια της με τα δάκτυλά της.
-Έχεις δει καμιά αγελάδα να ανησυχεί για την παρθενιά της; της λέει. Πιο πριν είχαν παρακολουθήσει το βάτεμα μιας αγελάδας.
Η Ελένη δεν είναι ετοιμόλογη. Θα μπορούσε να ανταπαντήσει: -Μα εμείς δεν είμαστε αγελάδες.
Υπάρχει βέβαια και ανταπάντηση στην ανταπάντηση: -Πολιτισμός πηγή δυστυχίας. Φρόιντ έφα.
Και θυμήθηκα.
Στο χωριό μου, το Κάτω Χωριό Ιεράπετρας, πολλάααααα χρόνια πριν, κρυμμένοι πίσω από τα δένδρα ενός διπλανού περβολιού παρακολουθήσαμε «τον οργασμό της γαϊδάρας». Το ρόλο του κτηνίατρου, του πατέρα της Αναστασίας που διευκόλυνε την κατάσταση, τον έπαιζε ο…. (άσε, καλύτερα να μην το γράψω αυτό).
Ο «Οργασμός της αγελάδας» δεν είναι κωμωδία της σειράς καθώς ανατρέπει αφηγηματικές συμβάσεις. Δεν υπάρχει γάμος στο τέλος, παρόλο που είναι στα σκαριά ένας αρραβώνας. Απεναντίας τα δυο κορίτσια το σκάνε φεύγοντας με το τραίνο, μακριά από αγαπημένους που δεν τους άξιζαν. Στην τελευταία σκηνή, ενώ πέφτουν τα γράμματα, τις βλέπουμε να κοιτάζουν χαρούμενες έξω από το παράθυρο του τραίνου.


Στην ταινία αυτή της Μαλέα τα δυο κορίτσια έχουν παντρευτεί, έχουν μάλιστα και παιδιά, μια μικρή κόρη η μια, ένα μωρό η άλλη. Όμως έχουν προβλήματα με τους άντρες τους που δεν τις κατανοούν. Είναι εργαζόμενες γυναίκες, κάνουν φωτογραφήσεις για ένα περιοδικό, και κάποιες φορές δεν έχουν πού να αφήσουν τα παιδιά τους. Όταν ξεχειλίζει το ποτήρι, η μια διώχνει τον άντρα της και δέχεται την άλλη με το παιδί της να συγκατοικήσουν.
Οι άντρες συνωμοτούν. Πρέπει να τις ξανακερδίσουν. Αποφασίζουν να τους πάρουν τα παιδιά. Τα παίρνουν, αλλά τα πράγματα δεν είναι καθόλου εύκολα γι’ αυτούς. Όμως μαθαίνουν.
Τα βρίσκουν, αλλά πάλι το ποτήρι ξεχειλίζει. Κάνουν ξανά χώρια τρεις μήνες. Όμως τα ξαναβρίσκουν. Επί τέλους, μια κωμωδία πρέπει να έχει happy end.
Γιατί για κωμωδία πρόκειται. Και τα πιο ωραία επεισόδια είναι με τη μικρή κόρη, και οι πιο ωραίες ατάκες είναι από το στόμα της.
Το «μήνυμα» δεν με αφορούσε. Και τις πάνες άλλαζα στο γιο μου όταν ήταν μωρό, και το γάλα του έφτιαχνα, και στην παιδίατρο τον πήγαινα, και τη νύχτα ξύπναγα να του δώσω την αντιβίωση γιατί η γυναίκα μου έπρεπε να ξυπνήσει πρωί για τη δουλειά της, και τα πάντα.
Η γυναίκα μου όμως είχε ένα παράπονο: που δεν τον πήγαινα στο γήπεδο, όπως κάνουν όλοι οι μπαμπάδες με τα παιδιά τους.
Μα γιατί να τον πάω;
Το IQ μου δεν είναι 10, όπως θέλει το ανέκδοτο με τον Αϊνστάιν.


  Οι δυο προηγούμενες ταινίες ήταν κωμωδίες light.
  Αυτή εδώ είναι με πλήρη λιπαρά.
  Τα «με πλήρη λιπαρά» είναι πιο νόστιμα, δεν νομίζω να έχει κανείς αντίρρηση.
  Ένας παιδεραστής θείος, ο ανιψιός, ένα γραφείο κηδειών με μια όμορφη υπάλληλο, ένα γουρουνάκι και 23.500 λουκουμάδες που πρόσφερε το λουκουματζίδικο «Αιγαίον» είναι οι πρωταγωνιστές της ταινίας· μιας θεότρελης κωμωδίας σε στυλ Κουστουρίτσα. Ούτε και η μπάντα έλλειπε, που όμως έπαιζε πένθιμα για την κηδεία· μια κηδεία που αναβλήθηκε δυο φορές με πολλά ευτράπελα επεισόδια, αλλά που όταν τελικά έγινε η μπάντα έπαιξε ένα εύθυμο σκοπό.
Η καλύτερη ελληνική κωμωδία που είδα ποτέ.


 Η ταινία «Πρώτη φορά νονός» είναι μεταφορά ενός αυτοβιογραφικού διηγήματος του Νίκου Παπαντρέου, από τη συλλογή «Δέκα μύθοι και μια ιστορία». Έχω διαβάσει τα διηγήματα, πριν πολλά χρόνια, πριν το blog, και δεν έχω γράψει γι’ αυτά.
Ο μικρός Άλεξ, γιος πολιτικού, πηγαίνει στην Κρήτη να βαφτίσει ένα παιδί, μιας και ο πατέρας του κωλύεται. Πώς θα τα καταφέρει;  
Εν μέρει σατιρική, απόλυτα ηθογραφική, σε σημεία πολύ τρυφερή, είναι μια ιδιαίτερα απολαυστική κωμωδία που πολύ μου άρεσε, και όχι μόνο γιατί αναφέρεται στην ιδιαίτερη πατρίδα μου, τη Κρήτη. Ο Καφετζόπουλος όπως πάντα υπέροχος στο ρόλο του.
Μα να φτύσει τον χοχλιό ο μικρός;


Πρόκειται για μια χιουμοριστική δεκατετράλεπτη ταινία, που έχει σαν στόχο να δώσει χρήσιμες συμβουλές στους μηχανόβιους. Η Φανή είναι η κοπέλα που πάει να συναντήσει ο φαντάρος στην Πάτρα, αφού έχει πει ένα ψέμα στο διοικητή του για να πάρει άδεια. Δεν θα πάει με το τραίνο, θα πάει με τη μηχανή του.
Ποια είναι αυτά τα έξι Φ;
Είναι τα εξής: φώτα, φανάρια, φλας, φρένα, φορτηγά, φαντασία. Όσοι μηχανόβιοι, μπορείτε να δείτε το βίντεο, έχω το λινκ στον τίτλο. Στο Φ της φαντασίας ο φαντάρος λέει ότι εσύ ο μηχανόβιος πρέπει να «φανταστείς» την περίπτωση που κάποιος, σε μια στροφή, έχοντας μείνει με το αμάξι του, δεν πρόλαβε να τοποθετήσει το Δ. Αν τρέχεις και δεν έχεις το νου σου την πάτησες.
Ως μηχανόβιος κι εγώ να προσθέσω και άλλες περιπτώσεις που πρέπει να φανταστείτε για να αποφύγετε ένα ατύχημα.
Είναι σταματημένο το λεωφορείο. Κάποιος που μόλις έχει κατέβει θέλει να περάσει απέναντι. Δεν προσέχει, κι εσύ περνάς με ταχύτητα από δίπλα. Θα πέσει πάνω σου.
Παρά λίγο να την πατήσω μια φορά, πριν πολλά χρόνια. Από τότε έχω το νου μου.
Ένα ΙΧ σταματάει μπροστά σου σε δρομάκο. Εσύ χωράς να περάσεις από δίπλα. Και περνάς. Όμως κάποιος μπορεί να ανοίξει την πόρτα να κατέβει χωρίς να μπει στον κόπο να κοιτάξει πίσω του, μήπως έρχεται κάποια μηχανή.
Η φαντασία μου δεν δούλεψε, δεν φαντάστηκα ένα τέτοιο ενδεχόμενο, και την πάτησα. Ευτυχώς δεν είχα κάταγμα, απλά πρήξιμο, και για μέρες πονούσε το πόδι μου.
Μου ξανάτυχε δυο φορές. Αυτές τις φορές όμως δούλεψε η φαντασία μου. Και τη γλίτωσα.
Να δώσω κι εγώ κάποιες συμβουλές. Η πρώτη, μην τρέχετε. Έχω γλιτώσει αρκετά ατυχήματα με το να μην τρέχω. Η δεύτερη, όταν έχετε πιει, τότε προπαντός μην τρέχετε. Στα νιάτα μου, τότε που είχα το γιαμαχάκι μου και η ταβέρνα ήταν σε καθημερινή σχεδόν διάταξη, είχα βάλει ένα κανόνα στον εαυτό μου. Έλεγα, Μπάμπη είσαι μεθυσμένος, δεν θα τρέχεις πάνω από πενήντα. Είχα το μάτι μου στο κοντέρ. Μέχρι που μου το έκλεψαν.
Το αλκοτέστ ήλθε χρόνια αργότερα.
Μια τρίτη, μην τρέχετε στα πρωτοβρόχια, ή όταν είχε καιρό να βρέξει. Η σκόνη σχηματίζει γλίτσα και ένα απότομο φρενάρισμα σε έριξε κάτω. Κάποτε τη γλίτωσα στο παρά τρίχα. Από τότε έχω το νου μου.
Μια τέταρτη, μην ξεχνάτε το κράνος.
Είχα κι εγώ ένα ατύχημα, αλλά δεν έσπασα πόδι όπως ο ήρωας της Μαλέα αλλά χέρι. Μια γυναίκα που για πρώτη φορά θα πήγαινε στο κέντρο της Αθήνας πέρασε αντικανονικά και έπεσε πάνω μου. Πετάχτηκα στο απέναντι πεζοδρόμιο. Ξαφνικά ένοιωθα σαν να ξυπνούσα, και είδα κόσμο σκυμμένο πάνω μου. Δεν είχα καταλάβει τι είχε συμβεί.
Στο κράνος αργότερα πρόσεξα ένα βαθούλωμα. Αν δεν ήταν αυτό, το βαθούλωμα θα είχε γίνει στο κεφάλι μου. Ο γύψος στο χέρι θα ήταν περιττός και ο γιος μου δεν θα είχε προλάβει να γνωρίσει τον πατέρα του, θα τον έβλεπε μόνο σε φωτογραφία.
Υπάρχει και ένα έβδομο Φ, η φυλακή που έφαγε ο ήρωάς μας όταν ανακάλυψε ο διοικητής ότι του είπε ψέματα, ότι τάχα η μητέρα του ήταν άρρωστη.


Τους λουκουμάδες τους είδαμε στην αρχή της ταινίας. Τη ματζουράνα την είδαμε στο τέλος. Η κωμωδία είναι η πρώτη στις ειδολογικές μου προτιμήσεις. Το θρίλερ όμως δεν είναι τελευταίο. Είναι πρώτο σε μια άλλη κατηγορία: στις ταινίες που δεν μου αρέσουν καθόλου. Όμως βλέπω θρίλερ όταν είναι σκηνοθετών τους οποίους βλέπω πακέτο. Για παράδειγμα είδα το «Ψυχώ» του Gus van Sant.
Η ταινία έχει ως πρώτο χαρακτηρισμό στο IMDb το δράμα. Όμως το δράμα είναι μια πολύ γενική κατηγορία, που μπορεί να καλύψει κάθε είδους ταινία.
Τη «Ματζουράνα» προσπάθησα να τη δω στην αρχή σαν δράμα, με θέμα την πίεση που δέχονται κάποια παιδιά από τους γονείς τους για να πραγματοποιήσουν τα «δικά» τους όνειρα. Όμως, πώς να το κάνουμε, δεν μπορούν να γίνουν όλοι Μότσαρτ.
Βλέπουμε την Άννα να τραυματίζεται επανειλημμένα στον διαγωνισμό μαγειρικής όπου διεκδικεί ένα βραβείο 60.000 ευρώ, για τις σπουδές της. Μήπως σαν υποσυνείδητη διαμαρτυρία για την πίεση που δέχεται από τους γονείς της, που φαίνονται λίγο σαλταρισμένοι; Μια ψυχολόγος προσπαθεί να αποκαλύψει το μυστικό της. Θα τα καταφέρει; Να το μεγάλο σασπένς του έργου.
Τελικά αποκαλύπτεται (εγώ δεν θα το αποκαλύψω) ότι άλλο ήταν το πρόβλημα.
Δεν θέλω να αδικήσω το έργο, στους λάτρεις του είδους θα αρέσει. Και εγώ το είδα ευχάριστα, αλλά μου άρεσαν περισσότερο οι κωμωδίες της Μαλέα.  



Post a Comment