Book review, movie criticism

Wednesday, November 4, 2009

Μάρω Βαμβουνάκη, Ντούλια

Μάρω Βαμβουνάκη, Ντούλια (Κρητικά Επίκαιρα, Μάης 1991)

Από παλιά κάνουμε έκκληση απ’ αυτήν εδώ τη στήλη να μας στέλνουν οι συγγραφείς τα βιβλία τους για να τα παρουσιάζουμε. Όχι γιατί πληρωνόμαστε με το κομμάτι, και όσο περισσότερα παίρνουμε τόσο το καλύτερο για μας. Απλούστατα, μέσα απ’ αυτήν εδώ τη στήλη φιλοδοξούμε να φέρουμε σε επαφή τα έργα κρητών συγγραφέων με ένα κοινό στο οποίο τα έργα αυτά θα περνούσαν απαρατήρητα. Τη στήλη αυτή τη θεωρούμε σαν μια μικρή συμβολή στην πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου μας, και αν τέτοια θέλουν να τη θεωρούνε και οι συγγραφείς, ας μην αμελούν να μας στέλνουν τα βιβλία τους. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν πρόκειται για εξαίρετα ταλέντα, όπως η Μάρω Βαμβουνάκη (πρόσφατα παραχώρησε συνέντευξη στα Κρητικά Επίκαιρα) και ο Άρης Σφακιανάκης. Τα βιβλία τους «Ντούλια» και «Οι παράξενες συνήθειες της οικογένειας Μόρφη» τα βρήκα στην Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων, στα γραφεία της οποίας συναντιώμαστε μια ομάδα φιλοσοφίας από εκπαιδευτικούς. Τα δανείστηκα, και αν ενδιαφέρει την κα Βαμβουνάκη να το μάθει, χρειάστηκε να κόψω τις σελίδες του βιβλίου της για να το διαβάσω. Άγνωστο αν τους
καταχώρησαν και στα «βιβλία που λάβαμε».
Τη φορά που τα βρήκα και τα δανείστηκα συζητάγαμε για τη θεωρία της Τέχνης του Πλάτωνα. Ο Πλάτωνας εξοβελίζει τους καλλιτέχνες, εικαστικούς, λογοτέχνες, μουσικούς κ.λπ. γιατί η τέχνη τους είναι μίμηση της μιμήσεως που αποτελεί η πραγματικότητα, η οποία πραγματικότητα δεν είναι παρά αντανάκλαση των ιδεών. Είχε μια, αν μου επιτρέπει ο Πλάτωνας από τον κόσμο των ιδεών όπου κατοικεί, «απλοϊκή» αντίληψη περί μιμήσεως. (Το απλοϊκή το βάζω σε παρένθεση γιατί το ζήτημα έχει αρκετές πλευρές που δεν είναι του παρόντος να τις αναλύσουμε, μια και ο Πλάτωνας ασφαλώς δεν ήταν απλοϊκός). Οι μαρξιστές που θεωρούν την τέχνη κι αυτοί σαν μίμηση, ή ακριβέστερα αντανάκλαση, της πραγματικότητας, έχουν περισσότερο δίκιο. Οι καλλιτέχνες με τα έργα τους μας γνωρίζουν την εποχή μας, συχνά εναργέστερα από ότι ένας κοινωνιολόγος.
Την εποχή μας; Όχι ακριβώς. Μας δείχνουν την αντίληψη τους για την εποχή μας, που σε τελευταία ανάλυση όμως είναι η εποχή μας, μια και η αντίληψη τους για την εποχή μας συνιστά τμήμα της εποχής μας. Και ο αναγνώστης ή ο κριτικός άραγε «γνωρίζει», μέσω του έργου, αυτή την αντίληψη του καλλιτέχνη; Όχι ακριβώς, απλά αποκτάει μια «αντίληψη» της αντίληψής του, συνειδητής ή ασυνείδητης (μια και το έργο συχνά ξεφεύγει από τις προθέσεις του δημιουργού, θυμηθείτε τι έλεγε ο Καζαντζάκης για τα 24 στρατιωτάκια κλπ.) που συναρτάται, σε σημαντικό βαθμό λέει ο Σεφέρης, από την επάρκεια του.
Πετάω σπερματικές ιδέες για την αντίληψή μου περί τέχνης και περί λογοτεχνικής κριτικής, σε περίπτωση που διαφωνήσουν οι συγγραφείς για την κριτική μου. Ο κριτικός δεν είναι σαν ένας εργάτης χρυσωρυχείου, που ανάλογα με την ικανότητα του στο σκάψιμο βγάζει περισσότερο ή λιγότερο χρυσάφι, ή δεν βγάζει καθόλου. Είναι και αυτός ένας λογοτέχνης, ένας μεταλογοτέχνης, που καταθέτοντας την δική του αισθαντικότητα απέναντι στο έργο ακονίζει περισσότερο ή λιγότερο τις ευαισθησίες άλλων αναγνωστών. Και αν η ανυπαρξία λογοτεχνικής κριτικής στις μέρες μας (Ο Γκουστάβ Λεμπόν στο έργο του Η ψυχολογία των όχλων ανιχνεύει το φαινόμενο στη Γαλλία ήδη από τον περασμένο αιώνα) οφείλεται κυρίως σε μια πρωτοφανή έπαρση του κοινού, που νομίζει ότι τα ξέρει όλα, έτσι και το κριτικό κείμενο, σαν μεταλογοτεχνία, μόνο τους συναδέλφους κριτικούς μπορεί να ενδιαφέρει, και δυο τρεις άλλους.
Έχοντας μαθητεύσει στην σημειολογία του Προπ, όταν διαβάζω αφηγηματική λογοτεχνία ψάχνω για τις δομές των μύθων, την κοινότητα στις υποθέσεις. Έτσι πίσω από την Ντούλια βρήκα την Αννα Καρένινα και την Μαντάμ Μποβαρύ. Αρχετυπικές μορφές: Η γυναίκα που παρατάει το σύζυγο, ο οποίος συμβολίζει περίπου την αρχή της πραγματικότητας, στην Ντούλια πιο ανάγλυφα από ότι στα δύο άλλα έργα. Ο Εραστής, που συμβολίζει την αρχή της ηδονής, ή, αν θέλετε, την «ύβριν». Κατόπιν έρχεται η «Άτη», η εγκατάλειψη, η πτώση, η δίκαιη τιμωρία. Τέλος η κάθαρση, όρος φροϋδικός και αριστοτελικός, που συντελείται με την αυτοκτονία.
Ο μύθος δεν μ' αρέσει, γιατί τον θεωρώ έκφραση της επιβολής του άνδρα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Παρόλο που τον χειρίζονται με διαφορετικές προθέσεις οι τρεις συγγραφείς, υπάρχει έντονο το υπόστρωμα του φαλλοκρατισμού. Και για τις προθέσεις της Βαμβουνάκη έχω μια αμφιβολία.
Η αποδοχή του έργου από τον αναγνώστη δεν είναι μόνο θέμα επάρκειας (η οποία μπορεί να υπολογισθεί ποσοτικά, σαν μεγαλύτερη ή μικρότερη) αλλά και θέμα
κοινωνικής οπτικής, ταξικής ή ηλικιακής θέσης ή δεν ξέρω τι άλλο. Σαν καλός κριτικός που θέλω να ταυτίζομαι (για να ανιχνεύω) με περισσότερες από μία οπτικές, παρουσιάζω εδώ δύο.
Η Ντούλια, βαρεμένη από τη μονότονη, μικροαστική ζωή της και τον περιποιητικό σύζυγο της (μια παλιά φίλη μου εκφράστηκε κάποτε για τον άνδρα της, ότι είναι καλός μέχρι αηδίας) τα παρατάει και καταφεύγει σαν χίπισσα σε ένα χωριουδάκι στο Λυβικό, στη νότια Κρήτη. Μετά από λίγο άλλη πλήξη, βρίσκει όμως τον γκόμενο, κλασικό τύπο καμακιού, και χωρίς ίχνος αξιοπρέπειας και με ένα μαζοχισμό που θα τον ζήλευε και ο Μαζόχ, όσο πιο άγρια της φέρεται, ή μάλλον όσο πιο πολύ την ξυλοφορτώνει, τόσο πιο πολύ τον αγαπάει. Όταν την παρατάει αποπειράται να αυτοκτονήσει, σώζεται όμως. Ο άνδρας της την δέχεται, και ενώ της δίνεται η ευκαιρία της μεταμέλειας, να επανενταχθεί στην πραγματικότητα, αυτή επιμένει στην αναζήτηση του άπιστου εραστή. Κανένα αριστοτελικό έλεος, δεν νιώθω γι' αυτή την η ηρωίδα. Ήθελε τα κι ήπαθέ τα, και δεν μετανοεί.
Μια άλλη ανάγνωση, βλέπει στην Ντούλια την απεγνωσμένη αναζήτηση της ευτυχίας πέρα από τα μέτρα του πραγματικού. Στην προηγούμενη ανάγνωση αυτή η αναζήτηση εγγράφεται σαν νευρωσική, σ' αυτή εδώ σαν φαντασιακή, ριζοσπαστική, επαναστατική. Το ασυμβίβα¬στο του χαρακτήρα της την τοποθετεί «βελτίονα ή καθ' ημάς», όπως θέλει ο Αριστοτέλης τους τραγικούς του ήρωες, και σαν ματαιωμένοι (frustrated) και εμείς, της αναγνωρίζουμε το δικαίωμα της για ένα μερίδιο στην ευτυχία, οπότε αυτόματα καθίσταται τραγική ηρωίδα. Μια άλλη ανάγνωση συμπληρωματική, θα έβλεπε το έργο σαν ένα δοκίμιο πάνω στη ματαίωση, αλλά και στην ανθρώπινη επιμονή.
Όποια ανάγνωση κι αν επιλέξουμε, η εικόνα της εποχής, η αντανάκλαση που λέγαμε στην αρχή, είναι σαφής. Σαφής και η διαγραφή του ανθρώπινου ψυχισμού, τουλάχιστον για την περίοδο μετά το τέλος της μητριαρχίας. Και επειδή θέλω να αποδεσμεύω τον εαυτό μου από τις προθέσεις του δημιουργού, έχω και ένα διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης, τον τεμαχισμένο. Τα σημερινά αφηγηματικά έργα τα αντιμετωπίζω σαν «εικόνες από μια έκθεση», μια και σε μεγάλο βαθμό, ίσως παρά τις προθέσεις των δημιουργών, είναι τέτοια. Ο Μπέργκμαν στο «Σκηνές από ένα γάμο» το αναγνωρίζει απερίφραστα. Εδώ βρίσκω τρεις τέτοιες εικόνες. Την εικόνα της τελματωμένης, αστικής ζωής, την εικόνα της φυγής, της αυτονομίας και της μοναξιάς, και τέλος την εικόνα του ερωτικού πάθους, σαν σύμβολο μιας απεγνωσμένης αναζήτησης της ευτυχίας στο ένστικτο και όχι στη λογική.
Και φυσικά, σαν γνήσιος αιρετικός μαρξιστής, και σαν καθηγητής, μαγεύομαι περισσότερο από την σάρκα που ντύνει τον «μυθικό», αφηγηματικό σκελετό. Η ποιητική χρήση των λέξεων με τις απροσδόκητες εικόνες και μεταφορές, η ισορροπημένη, καλοζυγιασμένη φράση (πού τα αγχωτικά μακρινάρια του Σφακιανάκη) η ντοσκογιεφσκική ψυχολογική διείσδυση που αναδει¬κνύεται αντιστικτικά στους σύντομους διάλογους, η αφηγηματική τεχνική του απροσδόκητου, άλλο να περιμένεις κι άλλο να σου έρχεται, όπως σ' αυτό το θαυμάσιο, απροσδόκητο, αντικομφορμιστικό τέλος. Σε όσα βιβλία θυμάμαι το τέλος τους, πρόκειται για θαυμάσια βιβλία, όπως εκείνο το «Τετέλεσται. Κι ήταν σαν να 'λεγε, όλα αρχίζουν» του τελευταίου πειρασμού. Το τέλος της Ντούλιας θα το θυμάμαι και αφού θα έχω ξεχάσει την υπόθεση. Όμως σταματάω εδώ, φοβούμενος την ψαλίδα του εκδότη, αφού το κείμενο αυτό ήδη έχει πάρει υπερβολική έκταση.
Post a Comment