Book review, movie criticism

Saturday, November 14, 2009

Άρη Σφακιανάκη, Ο τρόμος του κενού

Άρη Σφακιανάκη, Ο τρόμος του κενού, Κέδρος, Κρητικά Επίκαιρα Αύγουστος -Σεπτέμβρης 1991.

Ο «Τρόμος του κενού» (εκδόσεις Κέδρος) είναι το τρίτο βιβλίο του Άρη Σφακιανάκη. Από τη στήλη των «Βιβλιοκρητικών» έχουμε ήδη παρουσιάσει το δεύτερο βιβλίο του, «Οι παράξενες συνήθειες της οικογένειας Μόρφη».
Κάνοντας μια σύγκριση μ’ αυτό το βιβλίο, ο «Τρόμος του κενού» σημειώνει μια απομάκρυνση από το γκροτέστο (η οπτασία που βλέπει ο αφηγητής μετά από ΄μια παραψυχολογική συνεδρία είναι το μοναδικό δείγμα, που στο τέλος τοποθετείται ρεαλιστικά σαν εφιάλτης) και μια προσπάθεια για πιο σύνθετη, μυθιστορηματική αφήγηση. Όμως στερείται βασικά χαρακτηριστικά της πλοκής ενός μυθιστορήματος, και μοιάζει περισσότερο σαν μυθιστορηματική αυτοβιογραφία (εντύπωση που τη δίνουν τα σύγχρονα αφηγηματικά έργα, καθώς η αφήγηση είναι σε πρώτο πρόσωπο) ή καλύτερα σαν «αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα», φανταστική αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο που δίνει την ψευδαίσθηση της αυτοβιογραφίας.
Το έργο ξεφεύγει από την τυπική σημειολογική ανάλυση a la Greimas, την οποία μπορεί να υποστεί κάθε μυθιστόρημα, καθώς η συνοχή και η αιτιατή διαδοχή των γεγονότων είναι χαλαρή, το σασπένς ελάχιστο, και τα επεισόδια μοιάζουν περισσότερο με σκόρπια παράθεση αναμνήσεων, τα οποία δένονται στον υποτυπώδη αφηγηματικό ιστό της σχέσης του συγγραφέα με μιαν Αλίκη (έξυπνη η επινόηση του θείου Κάρολ. Η σχέση του συγγραφέα με τους ήρωές του μπορεί να μην είναι απλά ερωτική, αλλά διεστραμμένη, παιδεραστική).
Μια τεχνική δημιουργίας σασπένς και «τραγικής ειρωνείας κατά το ήμισυ» (ο αναγνώστης ξέρει εκ των προτέρων, εδώ όμως μαζί με τον ήρωα, τι θα συμβεί στο τέλος) λειτουργεί εδώ ελαττωματικά. Στο 5Ο κεφάλαιο ο συγγραφέας μας μιλάει για την ιστορία που θα τελειώσει «με ένα φιαλίδιο βαρβιτουρικά και μια γερή πλύση στομάχου», και στο τέλος του 9ου για μια σχιζοειδή ψύχωση, που θα στοίχιζε τον εγκλεισμό του σε άσυλο.
Περιμένω να δω πως τα πράγματα θα φτάσουν ως εκεί. Το κείμενο θα τελειώσει, και δεν θα το βρω.
Είναι λοιπόν το βιβλίο αποτυχία; Όχι βέβαια, γιατί, όπως έχω γράψει και αλλού, η σύγχρονη πεζογραφία είναι «εικόνες από μια έκθεση» και όχι ιστορίες που περιμένουμε εναγωνίως την κατάληξη τους. Και οι εικόνες που μας δίνει εδώ ο συγγραφέας είναι εικόνες της εφηβικής ηλικίας, μιας ηλικίας που κατατρύχεται από το σεξ, ένα «άγουρα χρόνια» του Κρόνιν μέρος δεύτερο, με σκηνικό το Ηράκλειο.
Το σεξ πρωταγωνιστεί και στο δεύτερο βιβλίο του, όμως σαν μια σκοτεινή, αδυσώπητη δύναμη, τουλάχιστον στα διηγήματα που θυμάμαι. Εδώ το σεξ είναι ρομαντικό, τρυφερό, ανάλαφρο, εφηβικό. (Η εφηβική σεξουαλμανία, με τον λανθάνοντα φαλλοκρατισμό της, εκφράζεται πολύ χαριτωμένα στη φράση «θα μπορούσαμε να της ρίξουμε μια πετσέτα στο πρόσωπο»). Είναι ακόμη ένα κουλτουριάρικο σεξ, α λα Κούντερα. Υπάρχουν κάμποσες αναφορές σε ζωγράφους, θυμάμαι τον Βελάσκεθ και τον Βερμέρ.
Μια αυτοσαρκαστική διάθεση που διακρίνει το έργο δεν έχει εκείνο το στυφό του Μπουκόφσκι, αλλά είναι κι αυτή ανάλαφρη, χιουμοριστική, αεράτη. Το πνευματώδες ύφος (το συνάντησα ξέφρενο στον Νίκο Σαραντάκο και πιο σοβαρό και συγκρατημένο στην Ιωάννα Τζιαντζή) κάνει την ανάγνωση ιδιαίτερα απολαυστική, και αποτελεί την κύρια αρετή του βιβλίου που, κατά τη γνώμη μου, μαζί με τη θεματική του, έκαναν την πρώτη έκδοση (3.000 αντίτυπα) να εξαντληθεί μέσα σε τέσσερις μόλις μήνες.
Ο ελεύθερος συνειρμός στην αφήγηση είναι τόσο φυσικός και αυθόρμητος, που θα έδινε την υποψία έλλειψης ελέγχου στο αφηγηματικό υλικό, αν δεν δημιουργούσε συχνά τόσο χαριτωμένες εντυπώσεις.
Στο 10ο κεφάλαιο για παράδειγμα, ενώ αναφέρεται ο συγγραφέας στην σημασία της «παρθενικότητας», στη σχέση με το βιβλίο, θυμάται ξαφνικά την παρθενιά της Έλσης, και η αφήγηση, όλο φυσικότητα, μεταπηδά στην ιστορία της σχέσης μαζί της. (Παρεμπιπτόντως, διαβάζοντας το τμήμα που αναφέρει πώς έκλεβαν βιβλία από τα βιβλιοπωλεία ρίχνοντάς τα στη σχισμένη φόδρα, θυμήθηκα που κι εγώ, με όμοιο τρόπο, έκλεβα Μικρούς Ήρωες από το Γιώργη τον Τωμαδάκη, όταν ήμουν οκτώ χρονών, μόνο που το έκανα για επίδειξη ικανότητας, και στο τέλος του το ομολόγησα.)
Όμως, όπως ο συγγραφέας, αφήνομαι κι εγώ έρμαιο των συνειρμών μου. Να συνεχίσουμε.
Ένας αντικληρικαλισμός που διακρίνει το βιβλίο βρίσκεται μέσα στην πιο γνήσια παράδοση του αντικληρικαλισμού της κρητικής λογοτεχνίας (για να μην πω της παγκόσμιας, διαβάζοντας τώρα την «Ουτοπία» του Τόμας Μουρ), έτσι όπως τον εκφράζει επιγραμματικά ο Καζαντζάκης με το λαϊκό απόφθεγμα «ο θεός να σε φυλάει από τα πισινά του μουλαριού και από τα μπροστινά του καλόγερου». Αναφέρομαι φυσικά στην ιστορία με τον γούμενο και τους καλογέρους, ιστορία φόνου, αιμομιξίας και σεξουαλικού πάθους, στο 12ο κεφάλαιο.
Αυτό που δεν κατάλαβα στο βιβλίο, είναι ο τίτλος του. Σε ένα βιβλίο απ’ όπου ξεχειλίζει η νεανική αισιοδοξία, που και οι ματαιώσεις παρουσιάζονται με ένα χαρούμενα αυτοσαρκαστικό τρόπο, πράγμα που δείχνει ότι υπερβαίνονται εντελώς ανώδυνα, εγώ προσωπικά δεν μπόρεσα να δω κανένα τρόμο κανενός κενού. Μήπως θέλει να πει ο συγγραφέας ότι ο έρωτας είναι η μόνη σωτηρία από τον τρόμο ενός υπαρξιακού κενού; (Μου θυμίζει - πάλι συνειρμοί, αλλά δεν φταίω εγώ, με παρασύρει ο συγγραφέας – κάτι τσόντες που βλέπαμε την εποχή της δικτατορίας, τύφλα να ’χουνε μπροστά στις σημερινές, που είχαν πάντα ένα ηθικό επιμύθιο, σαν πρόσχημα. Μια φορά θυμάμαι που μου κόλλησε ένας πούστης. Ήταν η τελευταία φορά που πήγαινε – όχι με πούστη, δεν έχω πάει ποτέ μου, αλλά σε τέτοια τσόντα. Τσόντα θα ξαναέβλεπα μετά από χρόνια, όταν θα ξεπερνούσα το σύνδρομο πουριτανισμού της Αριστεράς, και αφού μου είχε κοπεί από τη συντακτική ενός αριστερού περιοδικού της οργάνωσης που ανήκα, για άσχετους λόγους, μια κριτική που έκανα στο 1900 του Μπερτολούτσι, χαρακτηρίζοντάς το πορνογράφημα. Ευτυχώς δηλαδή). Αν αυτό πραγματικά είναι το νόημα του τίτλου, ο συγγραφέας θα μπορούσε να τον αλλάξει και να βάλει το υπέροχο αναρχοαυτόνομο σλόγκαν που είδαμε πριν κάμποσα χρόνια σε κάποιους τοίχους: «γ… γιατί χανόμαστε».
Post a Comment