Book review, movie criticism

Tuesday, November 24, 2009

Άρης Σφακιανάκης, Η μοναξιά δεν μου ταιριάζει

Άρης Σφακιανάκης, Η μοναξιά δεν μου ταιριάζει, Κέδρος 2008, σελ. 384.

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Τον Άρη Σφακιανάκη τον παρακολουθώ εδώ και χρόνια. Για όλα του τα βιβλία έχω γράψει, στη στήλη «Βιβλιοκρητικά» στα Κρητικά Επίκαιρα. Ξεκίνησα να τον διαβάζω για λόγους πατριωτικούς, καθώς είναι κρητικός, και γιατί είναι συνονόματος με έναν κολλητό μου φίλο στην Ιεράπετρα, Θόδωρας αυτός. Συνέχισα να τον διαβάζω γιατί μου αρέσει ως συγγραφέας. Μου αρέσει το λιτό και απέριττο ύφος του, αλλά προ παντός το χιούμορ του. Αυτό το χιούμορ το βρήκα ακατάσχετο και σ’ αυτό το τελευταίο του βιβλίο με τον τίτλο «Η μοναξιά δεν μου ταιριάζει».
Ο Σφακιανάκης ήδη από τα πρώτα του διηγήματα φλέρταρε με το γκροτέσκο, και τώρα επανέρχεται σ’ αυτό, για να το χρησιμοποιήσει στη σάτιρά του. Τι σατιρίζει; Την ποίηση. Ο αφηγητής, ονόματι Πυθαγόρας, πιστεύει ότι είναι μετενσάρκωση του παλιού Πυθαγόρα. Σε ένα ξενοδοχείο μαζεύει τους οπαδούς του, θιασώτες της ποίησης που αντιμετωπίζουν με αποτροπιασμό την πεζογραφία. Τους μυεί με τελετουργικά παρόμοια με αυτά που χρησιμοποιούσε ο Πυθαγόρας.
«Στη δική μας σχολή υπήρχαν επίσης δύο κατηγορίες μαθητών. Εκείνοι που διατηρούσαν την ομοιοκαταληξία στα ποιήματά τους και αποκαλούνταν παραδοσιακοί κι εκείνοι που προτιμούσαν τον ελεύθερο στίχο κι ονομάζονταν απελεύθεροι».
Εδώ θα του γίνει ένσταση. Υπάρχει σήμερα ποιητής που να γράφει με ομοιοκαταληξία; Έτσι περνάμε κατευθείαν στους άλλους.
«Απ’ την άλλη, οι απελεύθεροι ήταν μποέμ χαρακτήρες. Ανάμεσα σε μια φιάλη αλκοόλ και μια γυναίκα, θα διάλεγαν πάντα τη φιάλη. Φορούσαν συνήθως μαύρα λερά πουλόβερ, σπάνια γυάλιζαν τα παπούτσια τους και είχαν βλέμμα πυρετικό. Έγραφαν βιαστικά, ενδιαφέρονταν να εκδοθούν τα ποιήματά τους στο εξωτερικό και ξόδευαν τα λεφτά τους στα μπαράκια. Συχνά πυκνά φλέρταραν με την αυτοκτονία» (σελ. 128).
Η ηρωίδα του η Λίλιθ, θιασώτης της πεζογραφίας, λέει: «Ο συγγραφέας επιχειρεί να αναπαραστήσει τη ζωή, ενώ ο ποιητής το μόνο που επιχειρεί είναι να μας ποτίσει με τα γλυκερά εσώψυχά του, που μυωπικά αδυνατούν να συλλάβουν τον κόσμο στο σύνολό του. Η ποίηση είναι αυνανισμός. Το μυθιστόρημα, μια συμπαντική συνουσία» (σελ. 304).
Και άλλοι έχουν μιλήσει μεταφορικά για τα δυο αυτά είδη, σε αντιπαράθεση. Ο Roman Jakobson χαρακτήρισε την λυρική ποίηση σαν μια εκτεταμένη μεταφορά και την πεζογραφία σαν μια εκτεταμένη μετωνυμία της πραγματικότητας. Βέβαια η αντιπαράθεση του Σφακιανάκη είναι και αξιολογική, ενώ του Jakobson απλά περιγραφική.
Όμως στο στόχαστρο της σάτιρας του Σφακιανάκη δεν είναι μόνο η ποίηση, είναι και η γυναίκα. Όχι μόνο η γυναίκα ως σεξουαλική σύντροφος, αλλά γενικά η γυναίκα, αφού τα βέλη του στρέφονται και κατά της μητέρας. Σ’ αυτό βέβαια δεν πρωτοτυπεί, όλοι ασφυκτιούν μπροστά στον υπερπροστατευτισμό των γονιών. Στο μυθιστόρημα όμως του Σφακιανάκη ο φορέας του υπερπροστατευτισμού είναι η μητέρα, ο πατέρας απουσιάζει.
Η ηρωίδα του η Λίλιθ παίζει με τους άνδρες, τους χρησιμοποιεί και όταν τους βαρεθεί τους πετάει σαν σκουπίδια. Αυτήν έχει στο νου του ο αφηγητής όταν, στο τέλος του βιβλίου, σχεδιάζει να γράψει ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Ο Οθέλλος και η τσούλα» με την πεποίθηση ότι θα γίνει best seller.
Στο εξώφυλλο φιγουράρει μια γυναίκα-αράχνη, δίνοντας έτσι άμεσα το στίγμα τού «τι θέλει να πει ο ποιητής» (συγνώμη, ο πεζογράφος ήθελα να πω. Τους ποιητές τελικά δεν τους ξεφορτώνεσαι και τόσο εύκολα).
Ο αφηγητής του Σφακιανάκη, που δεν χρειάζεται και μεγάλη φαντασία για να καταλάβει κανείς ότι είναι περσόνα του ίδιου του συγγραφέα, είναι αδυσώπητος και με τις γυναίκες μυθιστοριογράφους. Στο τέλος του μυθιστορήματος σχεδιάζει να δηλητηριάσει οκτώ γυναίκες που παρακολουθούν μαθήματα δημιουργικής γραφής. «Μ’ ένα σμπάρο οκτώ τρυγόνια! Μα αυτό καταντούσε σχεδόν θεία δίκη. Θα έσωζα τον κόσμο από οκτώ γυναίκες συγγραφείς! Μου άξιζε ανδριάντας» (σελ. 372).
Δεν θα τη βγάλει καθαρή ο Άρης! Τον έχουν προγραμμένο και οι ποιητές και οι γυναίκες. Και να γλυτώσει από τους μεν δεν τη γλυτώνει από τις δε. Αφού δεν του ταιριάζει η μοναξιά, όλο και θα μπλέκει μαζί τους.
Το γράψιμο του Σφακιανάκη είναι σε μεγάλο βαθμό ραμπελαιικό. Η σάτιρα και το τολμηρό χιούμορ είναι κυρίαρχα, ενώ το σεξ βρίσκεται σε περίοπτη θέση. Επίσης ο Άρης, όπως και ο Ραμπελαί, κάνει μια αυτάρεσκη επίδειξη πολυμάθειας (την οποία, παρεμπιπτόντως, βρήκαμε και στο θεατρικό του «Το περσικό φιλί»). Στο μυθιστόρημά του παρελαύνουν ένα σωρό τίτλοι βιβλίων και συγγραφείς. Μόνο η Ελένη Γκίκα θα μπορούσε να τον συναγωνιστεί.
Για μένα το χιούμορ και η σάτιρα είναι αρκετή, για άλλους αναγνώστες όμως μπορεί να μην είναι. Έτσι ο Σφακιανάκης στο τέλος εντείνει το σασπένς, με κορύφωση δυο πτώματα και το ερώτημα ποιος είναι ο δολοφόνος.
«Τουλάχιστον μου ’χει μείνει Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες να διαβάσω στην επιστροφή, σκέφτηκε με ανακούφιση η Λίλιθ» (σελ. 125).
Το έχει διαβάσει άραγε ο Άρης; Εγώ το έχω αγοράσει, βλέπω τους δυο χοντρούς τόμους στη βιβλιοθήκη μου και ζαλίζομαι, πότε θα βρω χρόνο να τους διαβάσω δεν ξέρω.
«Στο γραφείο μου στοιβάζονταν τόμοι της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Όποτε έμπαινε η μάνα μου στο σπίτι και μ’ έβλεπε χωμένο στα αναγνώσματα, άρχιζε τον εξάψαλμο: ‘Αυτά σε φάγανε, βρε. Φωτιά θα τους βάλω καμιά μέρα’» (σελ. 136).
Δεν φαντάζομαι να τους έβαλε φωτιά. Δεν μπορεί να είχε τέτοιες ευκολίες στην Αθήνα η γυναίκα. Γιατί εμένα η μάνα μου στο χωριό τις είχε. «Θα τα βάλω στη φωτιά να τα κάψω, αυτά σε κάνανε άθεο». Ο λόγος για τα βιβλία του Νίτσε, που ήταν ο αγαπημένος μου συγγραφέας στα γυμνασιακά μου χρόνια. Και δεν έμεινε μόνο στα λόγια. Μια μέρα την πρόλαβα στο τσακ. Είχε ετοιμάσει το φούρνο για να ψήσει ψωμί (για την περίοδο της αυτοκατανάλωσης έχω γράψει στο βιβλίο μου για το χωριό μου) τα είχε μαζέψει, και ήταν έτοιμη να τα ρίξει μέσα για προσάναμμα. Τα χρειάστηκα. Δεν θυμάμαι τι λόγια ανταλλάξαμε, πάντως τα βιβλία τα γλύτωσα.
Συνήθως κάνω επίδειξη κινεζομάθειας, αλλά εδώ θα κάνω επίδειξη αρχαιομάθειας – τι διάβολο φιλόλογος είμαι. Και φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση σημαίνει να ξέρεις από ιστορία μέχρι λατινικά, και από αρχαία μέχρι ψυχολογία. Γράφει ο Άρης: «Παρελθέτω απ’ εμού οι πεζογράφοι ετούτοι» (σελ. 363, δεν βλάφτει να διορθωθεί σε επανέκδοση). Παρελθέτωσαν είναι το σωστό, στον πληθυντικό. Πιο πριν, στη σελίδα 241, συναντάμε επίσης τη φράση «παρελθέτω απ’ εμού τον Επίκουρο τούτο». Το λάθος εδώ είναι η αιτιατική. «Παρελθέτω απ’ εμού ο Επίκουρος ούτος», ή τούτος, επί το νεοελληνικότερον. Πάντως ο Σφακιανάκης φαίνεται να έχει ένα κόλλημα με αυτό το «παρελθέτω», γιατί το συναντήσαμε και στο θεατρικό του, αυθεντική η φράση του Ευαγγελίου: παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο.
Είπαμε, απλά κάνω φιγούρα. Το βιβλίο είναι από τα καλύτερα που έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια, και το συνιστώ ανεπιφύλακτα.
Post a Comment