Book review, movie criticism

Thursday, November 26, 2009

Κυβερνητική

Κυβερνητική, Περισκόπιο της επιστήμης, Ιούλ-Αυγ. 1984, τ. 67, σελ. 55-61.

Τι είναι Κυβερνητική; Η τέχνη της αποτελεσματικότητας της δράσης, λέει ένας ορισμός που προτείνει ο Λουί Κουφινιάλ. Η σωστή αξιοποίηση της πληροφορίας καθώς και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές συμβάλλουν σ' αυτή την αποτελεσματικότητα. Όμως πώς ενσωματώνονται στην κυβερνητική προσέγγιση των προβλημάτων; Στο άρθρο αυτό γίνεται προσπάθεια να δοθεί μια απάντηση.
Η ετυμολογία της λέξης δεν είναι δύσκολη για τον Έλληνα αναγνώστη, όμως είναι ελάχιστα διασαφητική για το περιεχόμενό της. Ο μέσος αναγνώστης, όταν ακούει τη λέξη «Κυβερνητική», φέρνει στο νου του ηλεκτρονικούς υπολογιστές, και ίσως τις έννοιες της επικοινωνίας, του ελέγχου και του feed back.
Όμως πώς σχετίζονται όλες αυτές οι έννοιες με την «κυβερνητική;» Στο άρθρο μας αυτό θα προσπαθήσουμε να δώσουμε ένα διαγραμματικό σκελετό για το τι συνιστά την κυβερνητική και πώς διαρθρώνονται πάνω της οι παραπάνω έννοιες.
«Η Κυβερνητική αναφέρεται ιδιαίτερα στα αυτορρυθμιζόμενα ή προσαρμοστικά συστήματα», αναφέρει ανάμεσα στ' άλλα ένας ορισμός της κυβερνητικής (F.H.George, Cybernetics, Hodder and Stoughton, 1971, σελ. 3). Ο όρος αυτορρύθμιση αναφέρεται σε μηχανές, ο όρος προσαρμογή σε ζωντανούς οργανισμούς. Βασικά όμως σημαίνουν το ίδιο πράγμα. Εμείς θα μελετήσουμε τις αρχές αυτές στους ζωντανούς οργανισμούς, απ' όπου τις πήρε ο άνθρωπος για να τις εφαρμόσει σε μηχανικά συστήματα.
Μια βασική ιδιότητα της ύλης είναι η τάση για σταθερότητα. Η τάση αυτή μάς οδηγεί κατευθείαν στην έννοια της «δομής». Μόνο μονάδες που διαθέτουν μιαν ορισμένη δομή διακρίνονται και για κάποια σταθερότητα. Η έννοια της δομής εξάλλου αποτελεί μια βασική ταξινομική αρχή. Η δομή του ατόμου ενός στοιχείου είναι που καθορίζει τις ιδιότητές του, και με βάση αυτή καταλαμβάνει την ιδιαίτερη θέση του στο περιοδικό σύστημα των στοιχείων.
Η σταθερότητα της δομής ενός στοιχείου είναι βέβαια σχετική. Σε φυσικές συνθήκες τα άτομα ορισμένων στοιχείων χάνουν ηλεκτρόνια της εξωτερικής τους στιβάδας και έτσι μετατρέπονται σε ιόντα. Σε συνθήκες υψηλών θερμοκρασιών διαλύεται η δομή του ατόμου και έχουμε μόνο σωματίδια ύλης.
Ένα στοιχείο που ξεχωρίζει τη ζωντανή οργανική ύλη από την ανόργανη είναι η πολυπλοκότητα της δομής. Την πολυπλοκότητα αυτήν την παρατηρούμε και στα τρία επίπεδα οργάνωσης της: α) στο επίπεδο των αμινοξέων, των στοιχειωδέστερων οργανικών ενώσεων, από τα οποία συντίθενται οι πρωτοπλασματικές ενώσεις και τα λευκώματα β) στο επίπεδο του κυττάρου, της δομικής μονάδας του οργανισμού και γ) στον ίδιο τον οργανισμό σαν πολυκυτταρική ένωση.
Η δομή των ζωντανών οργανισμών, μας διδάσκει ο Piaget, είναι δυναμικής φύσης, δηλαδή περικλείει μέσα της στοιχεία που την ωθούν προς μια εξέλιξη. Η δομή της άψυχης ύλης θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί στατική. Ένα κτίριο είναι πάντα μια ακίνητη οικοδομή. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο μ' ένα ζωντανό οργανισμό, που η δομή του συνεχώς μεταβάλλεται. Σε μερικές μάλιστα περιπτώσεις οι αλλαγές είναι εντελώς δραματικές, όπως στην περίπτωση της κάμπιας που μεταβάλλεται σε χρυσαλλίδα.
Τι είναι τώρα αυτό που κάνει έναν οργανισμό να διατηρεί την ενότητά του, παρά την εμφανή αλλαγή της δομής του; Μα η λειτουργία του. Η λειτουργία λοιπόν είναι που δίνει τη δυναμικότητά της στη δομή. Ανάμεσα στις δύο αυτές έννοιες υπάρχει μια διαλεκτική σχέση εξάρτησης και αλληλεπίδρασης. Δεν μπορούμε να φανταστούμε (σε ζωντανά συστήματα ή σε συστήματα κατασκευασμένα από άνθρωπο) δομή χωρίς λειτουργία (κίνηση), ούτε λειτουργία χωρίς δομή. Η αντίθεση είναι φαινομενική, και έχει σχέση με την ιστορική προέλευση της έννοιας της δομής, που την ταυτίζουμε με την έννοια της στατικότητας. Επειδή δε η ενότητα ενός οργανισμού ιστορικά περιγραφόταν στη βάση της δομής του, και επειδή τελευταία συνειδητοποιήθηκε ότι αναπόσπαστος όρος κάθε δομής είναι η λειτουργία της, διαμορφώθηκε η έννοια της «δυναμικής δομής» (το «δυναμική» σαν προσδιορισμός στη δομή, και όχι αντίστροφα π.χ. δομι (σελ. 55) κός δυναμισμός).
Τι στόχο έχει η λειτουργία; Τη διατήρηση της δομής. Πώς εξυπηρετεί η δομή; Σαν υλικό υπόστρωμα της κίνησης - λειτουργίας.
Τη «λειτουργία» της δομής ενός ζωντανού οργανισμού τη χωρίζουμε σε μια σειρά επί μέρους λειτουργιών, παράλληλης σύνδεσης και κάθετης ιεράρχησης. Στην κορυφή της ιεραρχίας θα τοποθετήσουμε τις μεταβολικές λειτουργίες του οργανισμού, για την εξυπηρέτηση των οποίων σε τελευταία ανάλυση εκτελούνται όλες οι άλλες λειτουργίες. Αποτελούν προϋπόθεση «εκ των ων ουκ άνευ», γιατί μόνο έτσι εξασφαλίζεται η ανανέωση των δομικών συστατικών του οργανισμού, που συνεχώς φθείρονται, καταστρέφονται και αποβάλλονται.
Οι μεγαλομοριακές, οργανικές ενώσεις, καταστρέφονται πιο εύκολα από τις ενώσεις της ανόργανης ύλης. θα έλεγε κανείς ότι η πολυπλοκότητα μιας δομής είναι αντιστρόφως ανάλογη της χρονικής διάρκειας της ζωής της. Αυτή είναι μια αλήθεια ολοφάνερη στην ανόργανη ύλη, όπου τα στοιχεία επιβιώνουν περισσότερο από τις χημικές ενώσεις που σχηματίζουν.
Στη ζωντανή ύλη μια οργανική ένωση αποσυντίθεται πρόωρα, όμως η ένταξή της στα πλαίσια μιας ευρύτερης δομής εξασφαλίζει την αντικατάστασή της. Τα κύτταρα ενός ανθρώπινου οργανισμού αναδομούνται συνεχώς και πολλά κύτταρα (π.χ. ερυθροκύτταρα η λευκοκύτταρα) πεθαίνουν και αντικαθίστανται από άλλα. Ενώ ο ίδιος ο άνθρωπος ζει περίπου 80 χρόνια, η κοινωνία στην οποία ανήκει ζει επί εκατοντάδες χρόνια, ενώ η ίδια η ανθρωπότητα έχει ζωή χιλιετιών. Οι επί μέρους οργανισμοί πεθαίνουν, η ίδια η ζωή είναι αθάνατη. Σημασία έχει το είδος, και όχι τα μέλη του, όπως στην πλατωνική φιλοσοφία σημασία έχει η ιδέα, που είναι αθάνατη, και όχι η εικόνα, χλωμή αντανάκλαση της ιδέας, που είναι άφθαρτη.
Ο μεταβολισμός εξασφαλίζει την αντικατάσταση των δομικών στοιχείων του οργανισμού, παρατείνοντας έτσι τη ζωή του. Η αναπαραγωγή δημιουργεί ένα αντίγραφο του οργανισμού, εξασφαλίζοντας τη διαιώνισή του σαν είδος.
Δώσαμε προτεραιότητα στις μεταβολικές λειτουργίες, γιατί ένας οργανισμός μπορεί να υπάρξει χωρίς ν' ασκήσει τις αναπαραγωγικές του λειτουργίες, όχι όμως και χωρίς ν' ασκήσει τις μεταβολικές. Από άποψη ουσίας όμως είναι το ίδιο σημαντικές, γιατί μόνο όταν λειτουργήσουν και οι δύο μπορεί να επιβιώσει το είδος.
Ο ζωντανός οργανισμός διακρίνεται για μια επιπλέον ιδιότητα που φέρει μέσα του, την ιδιότητα της εξέλιξης. Μ' αυτήν εννοούμε την ικανότητά του να γίνεται καλύτερος, που μεταφράζεται σε μεγαλύτερες μεταβολικές και αναπαραγωγικές ικανότητες, ώστε από τη μια ο ίδιος ο οργανισμός να επιβιώσει περισσότερο, από την άλλη ν' αφήσει όσο το δυνατόν περισσότερους και ικανότερους απογόνους. (Υπάρχει μια άριστη σχέση ανάμεσα στο «περισσότερους» και «ικανότερους», που καθορίζεται αφενός από το συγκεκριμένο είδος, και αφετέρου από τους συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, στους οποίους ζει). Η βελτίωση αυτή γίνεται σε φυλογενετικό επίπεδο μέσω της σεξουαλικής αναπαραγωγής και της φυσικής επιλογής, και σε οντογενετικό επίπεδο, που μας ενδιαφέρει εδώ, με τις ίδιες τις προσπάθειες του ατόμου, ν' αυξήσει τις ικανότητες του, την πείρα του, κ.λπ. Τις ικανότητες λοιπόν που διαθέτει το άτομο, κληρονομικές και επίκτητες, τις αναπτύσσει με στόχο την εκτέλεση των μεταβολικών και αναπαραγωγικών του λειτουργιών με τον καλύτερο τρόπο (π.χ. βελτίωση διατροφής, επιλογή κατάλληλου ερωτικού συντρόφου, άριστη ανατροφή απογόνων κ.α.). Οι λειτουργίες όμως αυτές εκτελούνται πάντοτε μέσα σε κάποιο περιβάλλον, και σε συνάρτηση με αυτό. Και γίνονται με τόσο πιο τέλειο τρόπο, όσο πιο άριστα ελέγχεται το περιβάλλον αυτό. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας, η αύξηση της παραγωγικότητας, αποτελούν ειδικές μορφές αυτής της προσπάθειας ελέγχου, ή για να το θέσουμε με πιο παραδοσιακούς όρους, ο άνθρωπος προσπαθεί να υποτάξει το περιβάλλον του και να το θέσει στην υπηρεσία του.
Υπογραμμίσαμε τη λέξη «ελέγχεται», γιατί όχι μόνο έχει νοηματική συγγένεια με τη λέξη «κυβερνητική», αλλά και γιατί η λέξη «έλεγχος» αποτελεί μια βασική της έννοια. Και αν κάναμε όλη αυτή τη μακρά εισαγωγή, ήταν για να δείξουμε τη σημασία που έχει ο έλεγχος για κάθε ζωντανό οργανισμό, και το σημαντικό ρόλο που παίζει στην ανάπτυξη και διατήρηση της ζωής.

ΕΝΑ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΕΛΕΓΧΟΥ

Οι Σοβιετικοί Ραστριγκίν και Γκραβέ προτείνουν το παρα¬κάτω μοντέλο κυβερνητικού ελέγχου (L. Rastriguine, P. Grave, La cybernetique telle qu’ elle est, ed. Moscou, 1975).
Κατ' αρχήν αναγκαίος όρος είναι να υπάρχει: α) το υποκείμενο και β) το αντικείμενο ελέγχου. Για την άσκηση οποιουδήποτε ελέγχου απαιτούνται τα εξής στοιχεία: α) πληροφορίες για το αντικείμενο β) δίοδος ή μέσο επίδρασης πάνω στο αντικείμενο γ) τρόπος επίδρασης και δ) σκοπός επίδρασης.
Το σχήμα αυτό είναι ιδιαίτερα χρήσιμο γιατί σ' αυτό ανάγεται σε τελευταία ανάλυση κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Ίσως βέβαια να παρατηρήσει κανείς ότι είναι αρκετά κοινότυπο, όμως άραγε το ίδιο κοινότυπες δεν είναι και οι αρχές της τυπικής λογικής, όπως π.χ. το Α είναι Α και όχι Β; Οπωσδήποτε, όπως είπε ο Μαρξ, όπως ο Θεός δεν έκανε τον άνθρωπο δίπου και άπτερο, για να έρθει κατόπιν ο Αριστοτέλης να τον προικίσει με την τυπική λογική, έτσι και ο άνθρωπος δεν περίμενε την έλευση της κυβερνητικής για να μάθει πώς να επιδρά πάνω σ' ένα αντικείμενο. Όμως άλλο πράγμα είναι ν' ακολουθείς μια πορεία σκέψης αυθόρμητα και στοιχειακά, και άλλο να έχεις συνείδηση κάθε φορά των σταδίων και των κατηγοριών της. Ο F.M. George λέει σχετικά:
«Η Κυβερνητική... επιμένει στη χρήση της κοινής λογικής. Υπάρχουν όμως δυο παράγοντες στους οποίους διαφέρει. Πρώτον, κάνει τα επιχειρήματά της σαφή, και δεύτερο επιτρέπει τον έλεγχο και την επαλήθευση της λεπτομέρειας». Το κυβερνητικό μοντέλο, ενώ είναι γελοίο να το εφαρμόσει κανείς σε απλές καταστάσεις, παρουσιάζεται ανεκτίμητο όταν πρόκειται για μείζονα (σελ. 56) προβλήματα, λήψη σοβαρών αποφάσεων κ.ά., όπως π.χ. να επενδύσουμε χρήματα, να επιλέξουμε την επαγγελματική μας καριέρα, ή να «κατακτήσουμε» ένα πρόσωπο του άλλου φύλου που μας ενδιαφέρει.
Ας πούμε τώρα δύο λόγια για καθένα από τα στοιχεία που συνιστούν τον κυβερνητικό έλεγχο και πρώτα απ' όλα για τις πληροφορίες. Αν δεν γνωρίσουμε ένα αντικείμενο, δεν μπορούμε να επιδράσουμε πάνω του. Γι' αυτό μας χρειάζεται πρώτα πρώτα μια όσο το δυνατόν πιο ολοκληρωμένη γνώση γι' αυτό. Ένα από τα στοιχεία που οδηγούν σ' αυτή την ολοκληρωμένη γνώση είναι οι πληροφορίες που δεχόμαστε γι' αυτό. Και αυτές οι πληροφορίες αντλούνται κατά βάση από την επικοινωνία με τους συνανθρώπους μας. Μια θεωρητική προσέγγιση της πληροφορίας δεν έγινε δυνατή παρά από τη στιγμή που αυξήθηκαν οι δυνατότητες επικοινωνίας, και ταυτόχρονα τα προβλήματά της, με την ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών. Τέτοια προβλήματα αναφέρονται στην εξάλειψη των θορύβων που αλλοιώνουν τη μετάδοση του μηνύματος, στον τρόπο κωδικοποίησης, στο πώς με λιγότερα σύμβολα να μεταδίδονται περισσότερες πληροφορίες κ.ά.
Η αντίληψη που έχουμε για ένα αντικείμενο δεν καθορίζεται μόνο από τις πληροφορίες που διαθέτουμε γι' αυτό. «Αντίληψη» είναι ένας συνδυασμός εισόδου και μνήμης», σύμφωνα μ' ένα πετυχημένο κυβερνητικό ορισμό του George. Οι φυσιολόγοι τονίζουν ότι η αντίληψη είναι ένας συνδυασμός από αισθητηριακά δεδομένα (είσοδοι), που συγκρίνονται με πρότυπα που διαθέτουμε στη μνήμη μας. Μια οξυμμένη αντίληψη σημαίνει μεγάλο αριθμό τέτοιων προτύπων. Οι Εσκιμώοι π.χ. αντιλαμβάνονται ένα σωρό αποχρώσεις χιονιού (και το ονομάζουν διαφορετικά κάθε φορά• η λέξη-σήμα συμβάλλει στη διάκριση) τη στιγμή που εμείς απλώς βλέπουμε άσπρο χιόνι. Υπάρχουν πολλά ακόμα ανάλογα παραδείγματα. Η «μνήμη» λοιπόν αποτελεί μια από τις βασικές έννοιες της κυβερνητικής, συμπληρωματική της έννοιας «πληροφορία». Μια μηχανική «προέκταση» της μνήμης είναι και τα διάφορα βιβλία, έγγραφα, κ.λπ. που διαθέτουν οι διάφορες επιχειρήσεις, εφημερίδες, αλλά και προσωπικά ο καθένας μας. Για ν' αξιοποιηθεί σωστά αυτή η «μνήμη» χρειάζεται μια σωστή αρχειοθέτηση, ώστε να μπορούμε ν' ανακαλούμε γρήγορα ό, τι στοιχεία θέλουμε.
Ο George, στον ορισμό που δώσαμε μόλις πιo πάνω, μιλάει για «συνδυασμό». Ο συνδυασμός αυτός γίνεται στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Όμως η πολυπραγμοσύνη του περιορίζει τις ικανότητές του σε κάθε επί μέρους τομέα. Εδώ είναι που καταφεύγουμε στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Ο ηλεκτρονικός υπολογιστής δεν αποτελεί παρά μια μικρογραφία (τρόπος του λέγειν) του ανθρώπινου εγκεφάλου, που διαθέτει μια άκρα ειδίκευση. Μπορεί και επεξεργάζεται ταχύτατα στοιχεία που για τον άνθρωπο η επεξεργασία τους θ' απαιτούσε πάρα πολύ χρόνο.
Περνάμε τώρα στον τρόπο επίδρασης. Οι Ραστριγκίν και Γκραβέ μάς δίνουν πάλι το μαθηματικό μοντέλο της: Κ = φ (So, St, t) όπου Κ είναι ο τρόπος επίδρασης ή συμπεριφορά, φ Οι λογικοί υπολογισμοί που οδηγούν στη διαμόρφωση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς, So η αρχική κατάσταση, St η τελική κατάσταση και t η χρονική παρέλευση από So σε S,.
Το κυβερνητικό μοντέλο που παρουσιάσαμε στην αρχή, το περιγράψαμε στατικά για λόγους απλοποίησης και ευκολότερης κατανόησης. Από εδώ και πέρα θα υπογραμμίζουμε συνεχώς τον δυναμικό του χαρακτήρα, για να εμβαθύνουμε περισσότερο σ' αυτό. Στο μοντέλο εκείνο μιλήσαμε για «αντικείμενο», στο παραπάνω μοντέλο για «κατάσταση». Συνήθως δεν έχουμε να επιδράσουμε πάνω σε άψυχα αντικείμενα, αλλά σε καταστάσεις που διαθέτουν ένα εσωτερικό δυναμισμό, καταστάσεις που συνεχώς μεταμορφώνονται. (Το άψυχο «αντικείμενο» αποτελεί απλώς μια οριακή περίπτωση). Αν προβλέψουμε σωστά την πορεία εξέλιξής τους, μπορούμε τότε να παρέμβουμε αποτελεσματικά με τη δράση μας. Ο δυναμικός χαρακτήρας του μοντέλου φαίνεται καθαρά, όταν το εφαρμόσουμε στις κοινωνικές επιστήμες. Μια κοινωνική ομάδα, ένα εκλογικό σώμα, για παράδειγμα, δεν είναι άψυχα αντικείμενα για να τα χειριστεί κανείς όπως θέλει. Διαθέτουν έναν εσωτερικό δυναμισμό, μια τάση εξέλιξης, που καθορίζεται από βαθύτερους οικονομικοκοινωνικούς παράγοντες και όχι από τους φλογερούς λόγους ενός πολιτικού. Ο πολιτικός αυτός μπορεί να παρέμβει σύμφωνα με τα συμφέροντά του για ν' αποτρέψει ή να επιταχύνει μια διαδικασία, και το καταφέρνει τόσο πιο επιτυχημένα, (σελ. 57) όσο πιο καλά είναι γνώστης αυτών των παραγόντων.
Χρησιμοποιήσαμε πιο πάνω τη λέξη «προβλέψουμε», γιατί θέλουμε να τονίσουμε ότι η «πρόβλεψη» αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο στους υπολογισμούς μας για το πώς να επιδράσουμε πάνω σε μια κατάσταση. Όμως η φύση των προβλέψεών μας καθορίζεται από τη γνώση πού έχουμε για μια κατάσταση.
Ο Βίκτωρ Πεκέλης χωρίζει την πραγματικότητα σε τρία μέρη: «ένα μέρος ντετερμινιστικό, πού προκύπτει από γνωστά αίτια ικανά να υπολογιστούν με ακρίβεια, ένα πιθανοκρατικό μέρος, που μια κατάλληλη ανάλυση του μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση μιας πιθανοκρατικής κανονικότητας, και ένα συστατικό καθαρά τυχαίο, πού ξεφεύγει από κάθε αρχή πρόβλεψης».
Ποια είναι η σχέση αυτών των τριών μερών, ποιο το σχετικό τους βάρος σε κάθε συγκεκριμένη κατάσταση; Από την απάντηση πού θα δώσουμε θα εξαρτηθεί και το είδος των προβλέψεών μας, σε πιο βαθμό τις θεωρούμε σίγουρες και σε πιο όχι.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η διάκριση αυτή σε τρία συστατικά μέρη έχει γνωσιολογικό και όχι οντολογικό χαρακτήρα. Η πραγματικότητα είναι ενιαία και αιτιοκρατική. Όμως η διακρίβωση των αιτιοκρατικών συνδέσεων συχνά όχι μόνο είναι δύσκολη και επίπονη, αλλά πολλές φορές και εντελώς ακατόρθωτη, ίσως δε και περιττή. Μια πιθανοκρατική προσέγγιση μπορεί βέβαια να δίνει μια αβεβαιότητα στις προβλέψεις μας, όμως μας γλυτώνει από πολύ κόπο και χρόνο. Όσο για το τυχαίο, είναι ένας παράγοντας που θα υπάρχει πάντα. Μόνο για ένα παντογνώστη θεό πού γνωρίζει όλες τις αιτιακές συνδέσεις των φαινομένων, δεν θα μπορούσε να υπάρξει τυχαίο.
Η διάκριση λοιπόν δεν είναι απόλυτη. Καθορίζεται κάθε φορά από το βαθμό της γνώσης μας. Και συνεχίζει ο Πεκέλης, αναφέροντας κάποιους Ουκρανούς επιστήμονες, λέγοντας ότι «το ουσιαστικό καθήκον της θεωρίας των προβλέψεων είναι ν' αυξήσει στο μέγιστο το αιτιακό, ντετερμινιστικό μέρος, και να κάνει πάντα περισσότερο συγκεκριμένη την πιθανοκρατική πρόβλεψη».
Αφού έχουμε κάνει τις προβλέψεις μας, πώς θα επιδράσουμε τώρα πάνω στην κατάσταση που μάς ενδιαφέρει;
Οι τρόποι επίδρασης χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, ανάλογα με το αν οι προβλέψεις μας έχουν αιτιοκρατική ή πιθανοκρατική βάση. Όταν οι προβλέψεις μας είναι αιτιοκρατικά διαμορφωμένες, τότε έχουμε τους λεγόμενους «αλγόριθμους», που είναι λεπτομερείς και ακριβείς διαδικασίες επίδρασης. Όταν οι προβλέψεις μας είναι πιθανοκρατικής φύσης, τότε χρησιμοποιούμε «ευριστικούς» κανόνες, που είναι περίπου εμπειρικοί, στους οποίους έχουμε καταλήξει επαγωγικά, που ενέχουν δηλαδή πάντα κάποια περιθώρια λάθους. Για παράδειγμα, τέτοιοι ευριστικοί κανόνες είναι οι κανόνες παιχνιδιών, όπως το σκάκι. Και εδώ η συμβολή των ηλεκτρονικών υπολογιστών είναι πολύ μεγάλη, όταν τα δεδομένα είναι πάρα πολλά και ποικίλα, από τα οποία ένα ανθρώπινο μυαλό θα δυσκολευόταν ν' αντλήσει τ' απαραίτητα διδάγματα. Μάλιστα η πιο εντυπωσιακή επίδειξη τέτοιων υπολογιστών έγινε ακριβώς στο ...σκάκι, όπου οι ηλεκτρονικές συσκευές δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητοι αντίπαλοι.
Για το μέσο επίδρασης δεν θα μιλήσουμε, γιατί θεωρείται κάθε φορά δεδομένο, ανάλογα με την κατάσταση που έχουμε ν' αντιμετωπίσουμε. Έτσι απομένει ν' αναφερθούμε μόνο στον «σκοπό».
Ο έλεγχος μιας κατάστασης δεν γίνεται στην τύχη, γίνεται πάντα με κάποιο στόχο. Όμως πώς καταλήγουμε στη διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου στόχου;
Τρεις είναι οι παράγοντες που καθορίζουν την επιλογή ενός σκοπού, υποστηρίζουν οι Ραστριγκίν και Γκραβέ: Η ελκυστικότητά του (που καθορίζεται από το μέγεθος της ανάγκης που ικανοποιεί), οι πιθανότητες επίτευξής του και τέλος το κόστος από την επιδίωξη του. Το πόσο θα βαρύνει στη συγκεκριμένη μας επιλογή καθένας απ' αυτούς τους τρεις παράγοντες εξαρτάται από αντικειμενικούς καθώς και από υποκειμενικούς λόγους. Γιατί στο κάτω-κάτω η εκτίμηση αντικειμενικών παραγόντων είναι... υποκειμενική. Έτσι έχουμε ακραίους παθολογικούς τύπους, όπως τους παρανοϊκούς, για τους οποίους στην επιλογή ενός στόχου μετράει προπαντός η ελκυστικότητα του, και τους ψυχοπαθείς, για τους οποίους κυρίως βαρύνουν οι πιθανότητες επίτευξης του. Ο παρανοϊκός, αισιόδοξος στις προβλέψεις του, θέτει υψηλούς, ανέφικτους στόχους, ενώ ο ψυχοπαθής, βασικά απαισιόδοξος, δεν τολμά να θέσει και τον πιο μέτριο στόχο. Τέλος, η τοποθέτηση απέναντι στο στόχο σε σχέση με το κόστος διακρίνει τους ανθρώπους σε τολμηρούς και συνετούς, που είναι κατά βάση ζήτημα ιδιοσυγκρασίας, ενώ και εδώ έχουμε τους ακραίους τύπους του ριψοκίνδυνου και του δειλού.
Η διαμόρφωση ενός σκοπού υπακούει σε λεπτούς κανόνες υπολογισμού και εκτιμήσεων. Μετράει η κοινωνική του απήχηση (ελκυστικότητα), η αποδοχή του από την οικογένεια (κόστος), οι ανάγκες που θα καλύψει, η ικανότητα μεταβολής του αν στην πορεία αποδειχθεί ασύμφορος ή ανεπίτευκτος, επενδύοντας τις μέχρι τότε προσπάθειες (ή ένα μέρος τους) σε άλλο στόχο (κόστος), τι απρόοπτα μπορεί να παρεμβληθούν ώστε να ματαιώσουν την επίτευξη του (πιθανότητες), το αν διαθέτουμε τις αναγκαίες δυνάμεις (πιθανότητες), κ.λπ.
Η σωστή τοποθέτηση στόχων δεν είναι μόνο ένας σημαντικός δείκτης ευφυΐας (τέτοιους «ευφυείς» ηλεκτρονικούς υπολογιστές αγωνίζονται να κατασκευάσουν σήμερα οι επιστήμονες, και εδώ είναι που αντιμετωπίζουν τις περισσότερες δυσκολίες), αλλά και δείκτης ψυχικής ισορροπίας.
Για τους παρανοϊκούς και τους ψυχοπαθείς μιλήσαμε ήδη. Η αντλεριανή ψυχοπαθολογία στηρίζεται στην έννοια της υπεραναπλήρωσης, που κάνει το άτομο να θέτει ανεπίτευκτους στόχους προσπαθώντας να ξεφύγει από ένα αφόρητο αίσθημα κατωτερότητας. Οι διαταραχές της σεξουαλικής συμπεριφοράς σε τελευταία ανάλυση δεν είναι παρά η επιδίωξη ανεπίτρεπτων μορφών σεξουαλικής ικανοποίησης. Οι στόχοι αυτοί διαθέτουν μεγάλη ελκυστικότητα (εξαιτίας των εσωτερικών συγκρούσεων), και επιδιώκονται πα (σελ. 58) ρά το κόστος κοινωνικής κατακραυγής και ποινικών διώξεων που συνεπάγεται η αποκάλυψη τους.
Η υπερβολική εμμονή στους στόχους μας, καθώς και η συχνή εναλλαγή τους, είναι επίσης παθολογικά σημάδια, γιατί σπάνια υπαγορεύεται από αντικειμενικούς παράγοντες, αλλά σχεδόν πάντα από εσωτερικές, ψυχολογικές ανάγκες.
Βασικό ακόμα πρόβλημα είναι η σωστή ιεράρχηση των στόχων. Για να γίνει αυτό πρέπει ν' αξιολογηθεί αντικειμενικά κάθε νέος στόχος, ώστε να ενταχθεί σωστά μέσα στο σύνολο των άλλων' στόχων.
Πρέπει τέλος να σημειώσουμε ότι η κατάκτηση ενός στόχου περνάει από ενδιάμεσες βαθμίδες, από την υλοποίηση δευτερευόντων, επί μέρους στόχων. Αν στόχος μας π.χ. είναι η εισαγωγή μας στο Πανεπιστήμιο, τότε ενδιάμεσοι στόχοι μας είναι η επίτευξη υψηλής βαθμολογίας στις τάξεις του Λυκείου, και επιτυχία στις Γενικές εξετάσεις. Η διάκριση είναι σαφέστερη στην πολιτική και στις πολεμικές επιχειρήσεις, όπου μιλάμε για τακτικούς και στρατηγικούς στόχους. Ένας τακτικός στόχος μπορεί να είναι π.χ. η απόκτηση πληροφοριών για τον εχθρό, με βάση τις οποίες θα διαμορφώσουμε ή θα τροποποιήσουμε αντίστοιχα κάποιον επόμενο ιεραρχικά στόχο, ή τον ίδιο τον στρατηγικό.

ΑΥΤΟΡΡΎΘΜΙΣΗ

Η «Κυβερνητική» (παραθέτουμε τώρα ολόκληρο τον ορισμό του George) «είναι η επιστήμη ελέγχου και επικοινωνίας, με ιδιαίτερη αναφορά στα «αυτορρυθμιζόμενα» ή «προσαρμοστικά» συστήματα. Δεν κάνει μιαν απόλυτη διάκριση ανάμεσα σε οργανισμούς και σε άψυχα, κατασκευασμένα από τον άνθρωπο, συστήματα, μέσα σ' αυτά τα πλαίσια, μια και τα δύο μπορούν να είναι αυτορρυθμιζόμενα και προσαρμοστικά στη συμπεριφορά τους».
Ισχύει το κυβερνητικό μας μοντέλο γι' αυτά τα αυτορρυθμιζόμενα ή προσαρμοστικά συστήματα; Αν διευρύνουμε και συμπληρώσουμε τις έννοιες του μοντέλου μας, βλέπουμε ότι ισχύει. Την έννοια του αντικειμένου (που τη διευρύναμε ήδη με την έννοια της κατάστασης), τη διευρύνουμε ακόμα περισσότερο με την έννοια του περιβάλλοντος, που σ' ένα ή περισσότερα στοιχεία του προσανατολίζεται κάθε φορά το σύστημα, και τα οποία βρίσκονται σε διαλεκτική σχέση μεταξύ τους καθώς και με τα υπόλοιπα στοιχεία του περιβάλλοντος. Η έννοια του σκοπού ανάγεται σε τελευταία ανάλυση στις ανάγκες αυτοσυντήρησης και βελτίωσης του συστήματος, δηλαδή ο οποιοσδήποτε σκοπός που θα θέσει το σύστημα πρέπει να βρίσκεται σε συμφωνία με τις παραπάνω ανάγκες, και όχι σε αντίθεση μ' αυτές, επειδή διαφορετικά κινδυνεύει η ίδια η ακεραιότητα του, πράγμα που εξασφαλίζεται όταν οι σκοποί εντάσσονται στα πλαίσια κάποιων «προγραμμάτων» (όρος δανεισμένος από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές).
Όμως τι είναι πρόγραμμα;
Εσωτερική παρόρμηση που καθορίζει τον προσανατολισμό της συμπεριφοράς μας, εξηγούν οι Ραστριγκίν και Γκραβέ. Οι ηθολόγοι υποστηρίζουν ότι οι ζωντανοί οργανισμοί είναι «προγραμματισμενοι εκ των προτέρων» (pre-programmed), ότι δηλαδή μεταφέρουν από τη γέννηση τους προγράμματα συμπεριφοράς, που τους έχουν κληροδοτηθεί γενετικά. Ο Πεκέλης μιλάει για ζωϊκά προγράμματα, που ταυτίζονται με τα παραπάνω, και που είναι στην ουσία ο ενστικτικός εξοπλισμός ενός οργανισμού. Επιθετικότητα, ένστικτο αναπαραγωγής, περιέργεια, είναι μερικά απ' αυτά. Μιλάει επίσης και για κοινωνικά προγράμματα, ειδικά για τον άνθρωπο, που ταυτίζονται με τις κοινωνικές ανάγκες: επαγγελματικής και κοινωνικής αποκατάστασης, ανάγκες ψυχαγωγίας, κ.λπ. Οι σκοποί που θα θέσει κάθε άνθρωπος στη ζωή του εντάσσονται αναγκαστικά μέσα στα πλαίσια τέτοιων προγραμμάτων και η πιεστική φύση τους εξασφαλίζει την επιδίωξη τους.
Η έννοια της πληροφορίας συμπληρώνεται με την έννοια της αρνητικής ανασύζευξης ή ανατροφοδότησης (feed back), προκειμένου για τα μηχανικά συστήματα, και της ομοιόστασης, προκειμένου για τα οργανικά. Το σύστημα επιδρά στο περιβάλλον (ή μετακινείται μέσα σ' αυτό), καταγράφει τις αλλαγές που επιφέρει η συμπεριφορά του, και προσαρμόζεται αντίστοιχα σ’ αυτές.
Όμως πρέπει να δώσουμε κάποια παραδείγματα, για να κατανοήσουμε αυτήν την έννοια-κλειδί, που η ιστορία της βαδίζει παράλληλα με την ιστορία της κυβερνητικής.
Έχω μια χύτρα στη φωτιά, θέλω να ζεσταθεί το νερό, διαπιστώνω ότι το νερό αρχίζει να βράζει (σημάδι ότι ζεστάθηκε) και απομακρύνω τη χύτρα από τη φωτιά. Το παράδειγμα είναι απλό, αλλά δείχνει τη βασική αρχή: δέχομαι πληροφορίες για τη συμπεριφορά μου, και την τροποποιώ αντίστοιχα, για να πετύχω το στόχο μου (που είναι να ζεσταθεί το νερό και όχι να εξατμισθεί). Άλλο παράδειγμα: θέλω να σιδερώσω. Ανοίγω τον διακόπτη και το ηλεκτρικό σίδερο αρχίζει να ζεσταίνεται. Αν πρόκειται να σιδερώσω π.χ. μάλλινα, η θερμοκρασία του σίδερου δεν πρέπει να ξεπερνάει τους 30 βαθμούς. Όμως με το χέρι μου δεν μπορώ να υπολογίσω τη θερμοκρασία. Τι γίνεται λοιπόν; Το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι παλιές νοικοκυρές που διέθεταν σίδερο με κάρβουνα, το λύνει η σημερινή τεχνολογία στο ηλεκτρικό σίδερο. Ρυθμίζουμε το σίδερο μας, που διαθέτει θερμοστάτη, στην επιθυμητή θερμοκρασία, και μόλις αυτή φτάσει στην κατάλληλη τιμή, διακόπτεται η παροχή ρεύματος. Μόλις πέσει λίγο η θερμοκρασία, ανοίγει πάλι η παροχή. Έτσι κατορθώνουμε και διατηρούμε τη θερμοκρασία σταθερή στην επιθυμητή τιμή.
Ο θερμοστάτης είναι μια απλή περίπτωση αυτορρυθμιζόμενου συστήματος. Οι πιο εντυπωσιακές βέβαια επιτεύξεις της τεχνολογίας σ' αυτόν τον τομέα είναι διάφορα ρομπότ, που κατασκευάζονται κατά καιρούς και διαθέτουν ένα περίπλοκο σύστημα αυτορρύθμισης, μοιάζοντας αρκετά με ζωντανούς οργανισμούς, όπως οι χελώνες του Gray Walter, που αναπτύσσουν εξαρτημένα ανακλαστικά.
Το πρώτο παράδειγμα που δώσαμε, εκτός του ότι είναι κοινότυπο, περιέχει και δύο μειονεκτήματα. Το πρώτο είναι ότι η αρνητική ανασύζευξη επιτυγχάνεται μέσα από τον συνειδητό μας έλεγχο (εδώ βρίσκεται (σελ. 59) και η κοινοτυπία του) και το δεύτερο ότι δεν έχει και τόσο άμεση σχέση με την ανάγκη αυτοσυντήρησης του συστήματος. Το παρακάτω όμως παράδειγμα είναι πιο χαρακτηριστικό.
Ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει μιαν ορισμένη ποσότητα ερυθρών αιμοσφαιρίων, που έχουν σαν ρόλο να δεσμεύουν το οξυγόνο της ατμόσφαιρας και να το μεταφέρουν στους διάφορους ιστούς. Όταν βρεθούμε σε μεγάλο υψόμετρο, το οξυγόνο είναι πιο αραιό, οπότε με δεδομένο τον αριθμό των ερυθρών αιμοσφαιρίων μας, θα δεσμεύαμε λιγότερο οξυγόνο. Όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Και αυτό γιατί ο οργανισμός μας, αντιλαμβανόμενος την ανάγκη για οξυγόνο, παράγει μεγαλύτερη ποσότητα ερυθρών αιμοσφαιρίων, ώστε να την καλύψει. Η λειτουργία βέβαια αυτή του οργανισμού ξεφεύγει από τον συνειδητό μας έλεγχο.
Στο κυβερνητικό μας σχήμα, η λειτουργία αυτής της αρνητικής ανασύζευξης (ή ομοιόστασης όπως ονομάζεται από τους γιατρούς και τους βιολόγους), μπορεί να περιγραφεί ως εξής: Κατάσταση: μειωμένη διάθεση οξυγόνου. Πληροφορία: μειωμένη δέσμευση οξυγόνου. Σκοπός: δέσμευση σταθερής ποσότητας οξυγόνου. Συμπεριφορά: αύξηση ποσότητας ερυθρών αιμοσφαιρίων.
Τέλος έχουμε τους τρόπους προσαρμογής. Στο κυβερνητικό μοντέλο μιλήσαμε για ευριστικούς κανόνες και για αλγόριθμους, ανάλογα με το αν οι προβλέψεις είναι πιθανοκρατικές ή αιτιοκρατικές. Η καλύτερη αναλογία που υπάρχει στα ζωντανά προ-σαρμοστικά συστήματα, σε επίπεδο ασυνείδητου ελέγχου, είναι τ' «ανεξάρτητα και τα εξαρτημένα ανακλαστικά. Τα ανεξάρτητα ανακλαστικά λειτουργούν σε μιαν αιτιοκρατική βάση. Η αντίδραση είναι πάντοτε δεδομένη και έμφυτη, ανάλογα με τη φύση του ερεθίσματος, γιατί και η αποτελεσματικότητα της είναι σίγουρη. Αν ακουμπήσουμε σε κάτι καυτό το χέρι μας, θα το τραβήξουμε πίσω μ' ένα τίναγμα. Μπορούμε να προβλέψουμε με σιγουριά ότι αν το αφήσουμε εκεί θα καεί. Επειδή το αποτέλεσμα είναι σίγουρο, γι' αυτό και το ανακλαστικό είναι ανεξάρτητο, μόνιμο, ενστικτικό.
Τα εξαρτημένα ανακλαστικά, αντίθετα, λειτουργούν σε πιθανοκρατική βάση. Γι' αυτό και ενισχύονται στο βαθμό που αυξάνουν οι πιθανότητες σύνδεσης δύο φαινομένων. Τόσο πιο πολύ αυξάνουν οι πιθανότητες, όσο πιο συχνά παρατηρούνται τα δύο φαινόμενα μαζί.
Στην αντίθετη περίπτωση έχουμε εξασθένιση τους. Τα εξαρτημένα ανακλαστικά δηλαδή, λειτουργούν στη βάση επαγωγικών πιθανοκρατικών «συλλογισμών» ως προς τη σχέση δύο φαινομένων που συμβαίνουν διαδοχικά μέσα στο χρόνο.
Τ' ανακλαστικά ορίζονται από τους «συμπεριφεριολόγους» σαν οι στοιχειώδεις μονάδες της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η αμέσως επόμενη μονάδα είναι το σχήμα συμπεριφοράς. Γι' αυτό μιλούν αυτή τη φορά οι ηθολόγοι, δίνοντας προτεραιότητα και έμφαση στα έμφυτα σχήματα και όχι στα επίκτητα, γιατί τα πρώτα αποτελούν μόνιμες φυλογενετικές προσαρμογές, και αυτό το δηλώνει ο ενστικτικός τους χαρακτήρας.
Τώρα, θα δούμε πώς εφαρμόζεται το κυβερνητικό μοντέλο ελέγχου στους ανώτερους οργανισμούς και στον άνθρωπο.
Πρώτα-πρώτα, η λειτουργία της συλλογής πληροφοριών εκτελείται από τα αισθητήρια όργανα. Η δίοδος επίδρασης είναι το μυϊκό σύστημα. Σκοπός της επίδρασης η κάλυψη των αναγ¬κών του οργανισμού. Τρόποι επίδρασης η συμπεριφορά.
Φυσικά, με το σχήμα αυτό δεν αποδώσαμε όλες τις ιδιαιτερότητες ενός ζωντανού οργανισμού, απλώς τα βασικά του στοιχεία. Όμως μια λεπτομερειακή ανάλυση θ' αποδείκνυε ότι κάθε στοιχείο έχει θέση σ' αυτό το μοντέλο.
Ας εξετάσουμε τα «αισθήματα». Είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιστήμονες στην κατασκευή μιας τεχνητής διάνοιας. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές λύνουν προβλήματα, σχεδόν «σκέπτονται», όμως δεν μπορούν να θέσουν προβλήματα, όπως επίσης δεν μπορούν να νιώσουν αισθήματα. Οι Ραστριγκίν και Γκραβέ δίνουν μια πετυχημένη κυβερνητική περιγραφή της λειτουργίας των αισθημάτων: «Πραγματοποιούν μια θετική ανασύζευξη στον οργανισμό μας». Αποτελούν μια λογική δεύτερης κατηγορίας, που ενεργεί όμως ταχύτατα σε σχέση με την καθαυτό λογική, τροποποιώντας, προσαρμοστικά τη συμπεριφορά. Π.χ. πολλές φορές είναι το αίσθημα του φόβου που μας κάνει να ενεργήσουμε γρήγορα, και το αίσθημα της οργής που μας κάνει να ενεργήσουμε αποτελεσματικά και όχι η λογική εκτίμηση μιας κατάστασης.
Και για να ξαναγυρίσουμε στο μοντέλο μας, η διαφοροποίηση του ανθρώπου από τα ζώα συνίσταται στο ότι έχει αναπτύξει τα στοιχεία του κυβερνητικού μοντέλου σε βαθμό φανταστικό. Η πρώτη μεγάλη επανάσταση, που οι επιστήμονες την ορίζουν σαν την απαρχή διαφοροποίησης του από τα ζώα, είναι η παραγωγή εργαλείων, επέκταση του μυϊκού του συστήματος και διεύρυνση της διόδου επίδρασής του στο περιβάλλον. Ταυτόχρονα σχεδόν ανακαλύπτει και τον λόγο, σαν μέσο επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών. Μεγάλες ανακαλύψεις υπήρξαν το μικροσκόπιο και το τηλεσκόπιο, με τα οποία ο άνθρωπος πλουτίζει τις πληροφορίες του για το απείρως μεγάλο και το απείρως μικρό. Με το ραντάρ «βλέπει» κάτω από συνθήκες που δεν επιτρέπουν τη φυσική παρατήρηση, ενώ, χρησιμοποιώντας κιάλια υπέρυθρων ακτινών μπορεί να βλέπει και μέσα στο σκοτάδι. Με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές αξιοποιεί δεδομένα και λύνει προβλήματα με ακρίβεια και ταχύτητα ασύλληπτες για τον ανθρώπινο εγκέφαλο. Η προσπάθεια σήμερα των επιστημόνων συγκεντρώνεται στη διεύρυνση της ανθρώπινης ευφυΐας, τη δημιουργία συστημάτων που θα μπορούν να προσδιορίζουν στόχους, να θέτουν προβλήματα, αυξάνοντας έτσι την προσαρμοστικότητα του ανθρώπου, δηλαδή την ικανότητα του να ζήσει καλύτερα.
Οι περισσότερες προσπάθειες του σημερινού ανθρώπου στρέφονται στην ανάπτυξη της τεχνολογίας. Ο αιώνας μας είναι ο αιώνας της τεχνολογικής επανάστασης. Έτσι η συμβολή της κυβερνητικής είναι αναπόφευκτα σημαντικότερη σε τεχνολογικές εφαρμογές. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβερνητική δεν μπορεί να εφαρμοστεί και στις λεγόμενες επιστήμες του αν (σελ. 60) θρώπου. Ο ίδιος ο Βίνερ είχε αυτή τη φιλοδοξία, έχοντας συνείδηση των δυνατοτήτων της, και ένα χρόνο μετά την έκδοση της «Κυβερνητικής» (1948), εκδίδει το «Κυβερνητική και Κοινωνία», μια πρώτη προσπάθεια να μελετηθούν κοινωνικά προβλήματα κάτω από το πρίσμα της κυβερνητικής. Παρ' όλο που δεν βρήκε μιμητές, δεν πρέπει ούτε στιγμή να υποτιμούμε τις δυνατότητες της Κυβερνητικής σ' αυτόν τον τομέα. Μπορούμε να περιμένουμε κι εδώ ότι θα γίνουν τεράστια βήματα προόδου, μόλις οι ειδικοί των επιστημών του ανθρώπου συνειδητοποιήσουν ότι αποτελεί ένα σημαντικό μεθοδολογικό εργαλείο στην προσέγγιση των προβλημάτων τους.
Ειδικότερα θα μπορούσαν να μελετηθούν κάτω από το πρίσμα της κυβερνητικής, προβλήματα οργανωτικά, που μέχρι τώρα αντιμετωπίζονται εντελώς εμπειρικά. Κάθε οργάνωση, από τον σύλλογο της γειτονιάς μέχρι ένα πολιτικό κόμμα, δεν αποτελούν παρά συστήματα που διέπονται λίγο πολύ από τους νόμους των αυτορρυθμιζόμενων συστημάτων. Η οργάνωση επιχειρήσεων θα είχε επίσης πολλά να ωφεληθεί από μια κυβερνητική προσέγγιση των προβλημάτων της. Όμως το αν πρέπει να αισιοδοξούμε, μαζί με τον Βίνερ, σχετικά με τις δυνατότητες της κυβερνητικής σ' αυτόν τον χώρο, είναι κάτι που θα μας το δείξει το μέλλον. (σελ. 61)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) F.H.George, Cybernetics, Hodder and Stoughton, 1971,
2) L. Rastriguine, P. Grave, La cybernetique telle qu’ elle est, ed. Moscou, 1975.
3) Κ. Καρούμπαλος: «Θεωρία Πληροφορίας και Φυσικές Επιστήμες», στο Θεμέλιο των Επιστημών, Gutenberg, 1979.
4) V. Pekelis, Melange cybernetique, ed. Moscou, 1975.
5) Ζάκ Γκυγιομώ, Κυβερνητική και Διαλεκτικός Υλισμός, Θεμέλιο, 1965.
6) Ν. Βίνερ: «Κυβερνητική», Καστανιώτης.
7) Andre Goudot-Perrot, «Κυβερνητική και Βιολογία», Ζαχαρόπουλος, Σειρά «Τι ξέρω».
8) Leon-Jacques Delpech, La cybernetique et ses theoriciens, Casterman, 1972.
9) Λουί ντε Μπρολί, «Κυβερνητική» στο περιοδικό Δευκαλίων, τεύχος 2, 1953.
10) Βόλφγκαγκ Βίζερ «Βιολογία και Κυβερνητική» στο περιοδικό Δευκαλίων, τεύχος 2, 1967.
11) Ν. Βίνερ, «Κυβερνητική και Κοινωνία», Παπαζήσης.
Post a Comment