Book review, movie criticism

Sunday, November 8, 2009

Τζέημς Τζόυς, Οδυσσέας (συμπληρωμένο)

Τζέημς Τζόυς, Οδυσσέας (μετ. Σωκράτη Καψάσκη) Κέδρος 1990, σελ. 616

Δημοσιεύτηκε στην  «Όμορφη Πόλη» (Έντυπο της βραχύβιας Οικολογικής Εναλλακτικής Ομάδας Γαλατσίου) τ. 2,  Ιούλ-Αύγ. 1991)

  Εκδοτικό γεγονός της χρονιάς χαρακτηρίστηκε η έκδοση στα ελληνικά του «Οδυσσέα» του Τζέημς Τζόυς, σε μετάφραση Σωκράτη Καψάσκη, από τις εκδόσεις Κέδρος, σχεδόν 70 χρόνια από τότε που πρωτοδημοσιεύτηκε. Μια προσπάθεια τμηματικής  έκδοσης  του  «Οδυσσέα», πριν 15 περίπου χρόνια, έμεινε νομίζω ημιτελής,
   Ο «Οδυσσέας» αποτελεί ένα από τα έργα σταθμούς της πεζογραφίας όλων των αιώνων. Ένας  κριτικός, δεν θυμάμαι ποιος, το Χαρακτήρισε ως το αριστούργημα του 20ού αιώνα. Μετά τον «Οδυσσέα» οι συγγραφείς άρχισαν να γράφουν διαφορετικά, όπως μετά τον Αϊνστάιν οι φυσικοί  άρχισαν να σκέπτονται διαφορετικά. Καθώς οι αναφορές που γίνονται σ’ αυτόν, σε θεωρητικά και κριτικά κείμενα για τη λογοτεχνία, είναι συχνότατες, η ανάγκη γνωριμίας με το έργο γινόταν όλο και πιο επιτακτική.
  Ο «Οδυσσέας» είναι ένα «αστικό» έπος, όπως η Οδύσσεια είναι ένα ηρωικό έπος. Στην Οδύσσεια εκτίθενται οι περιπέτειες και τα ηρωικά κατορθώματα του Οδυσσέα και των συντρόφων του, που έλαβαν χώρα σε ένα διάστημα δέκα χρόνων. Στον «Οδυσσέα», στη χρονική διάρκεια μιας μέρας, συμπυκνώνονται όχι απλά χαρακτηριστικές «αστικές» στιγμές από τη ζωή του ήρωα (παρακολούθηση μιας κηδείας, επίσκεψη σε ένα μπαρ και σε ένα πορνείο, η δουλειά του στην εφημερίδα κ.λπ.) αλλά οι ίδιες οι κορυφώσεις του πολιτισμού μας. Αξιοποιώντας προπαντός την τεχνική του εσωτερικού μονόλογου, αλλά και του διάλογου, ο συγγραφέας θα κάνει εκτενείς αναφορές στους Έλληνες, στον Σαίξπηρ, στο σύγχρονο πολιτισμό κ.λπ.
  Ο εσωτερικός μονόλογος, ακολουθώντας τη ροή του «ελεύθερου συνειρμού», που επινοεί ο Φρόιντ και εφαρμόζει για θεραπευτικούς σκοπούς, και οι σουρεαλιστές για λογοτεχνικούς (αυτόματη γραφή), υπερβαίνει το χρόνο, καθώς το περιεχόμενο της συνείδησης παρουσιάζεται σε μια (φαινομενικά) άτακτη σειρά. Η ίδια υπέρβαση του χρόνου σαν γραμμική διευθέτηση γεγονότων υπάρχει και στον κινηματογράφο, νεαρή τέχνη τότε, μέσω της τεχνικής του μοντάζ, που επηρεάζει τον Τζόυς στην τεχνική της αφήγησης.
  Ο «Οδυσσέας» γνώρισε πολλές περιπέτειες. Αντίτυπα του κατάσχονται και απαγορεύεται τελικά σε Αμερική και Αγγλία, ενώ οι άνθρωποι των γραμμάτων μοιράστηκαν σε δύο στρατόπεδα: άλλοι υποδέχθηκαν το βιβλίο εχθρικά, ανάμεσα στους οποίους ήσαν η Βιρτζίνια Γούλφ, ο Αντρέ Ζιντ και ο Μπερνάρ Σω, και άλλοι με ενθουσιασμό, όπως ο Χεμινγουέι και ο Έλιοτ. Είναι χαρακτηριστικό του μεγάλου έργου να μην περνάει απαρατήρητο.
  Ο διχασμός στην υποδοχή του έργου οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι είναι προϊόν ενός εντελώς καινοφανούς και ριζοσπαστικού τρόπου γραφής, που το καθιστά δύσκολο στην ανάγνωση. Ο εσωτερικός μονόλογος οδηγείται εδώ στην ακραία του συνέπεια, στην (φαινομενική ωστόσο) αγνόηση του αναγνώστη. Ο τρελός του Γκόγκολ (Το Ημερολόγιο Ενός Τρελού), παρότι τρελός, μονολογεί καταληπτά για τον αναγνώστη. Δεν μπορεί να ειπωθεί το ίδιο και για τον «Οδυσσέα». Ο αναγνώστης είναι υποχρεωμένος να διαβάζει με την ίδια τεταμένη προσοχή που ο ψυχίατρος ακροάζεται ένα ακατάληπτο παραλήρημα.
  «Κουδουνίσματα από χάμουρα. Όλα για μια γυναίκα, νοικοκυριό και σπίτια, ιστοί από μετάξι, ασήμι, πλούσια εύγευστα φρούτα από τη Γιάφα. Ατζενταθ Νέταιμ. Όλα τα πλούτη της γης» (σελ. 267).
  Το νόημα δύσκολα συλλαμβάνεται σ’ αυτές τις ασύνδετες εικόνες, κυριολεκτικά εικόνες, καθώς τα ρήματα απουσιάζουν.
  «Είχε σώσει την κατά. Στενά παντελό. Υπέροχη ιδέ».
  Το κόψιμο των λέξεων, που μορφικά αναπαριστά την ελλειπτικότητα των συλλογισμών μας, εκφράζει σε ένα βαθύτερο επίπεδο μια αδιαφορία για επικοινωνία.
  Αυτή η αδιαφορία για επικοινωνία εκφράζει μια βαθιά ρήξη με την πραγματικότητα και ένα εσωτερικό εγκλεισμό, που στην ακραία παθολογική μορφή εκφράζεται σαν κατατονία. Η λογοτεχνική πράξη σε συγγραφείς που νιώθουν έτσι απέναντι στην πραγματικότητα είναι περίπου ένα σύμπτωμα. Απεγνωσμένοι συντηρούν την τελευταία γέφυρα.
  Ο σαρκασμός είναι το πιο ενδεδειγμένο ύφος για να εκφραστεί αυτή η ρήξη. Και αυτό νομίζω είναι το κυρίαρχο ύφος του «Οδυσσέα». Το τμήμα που αναφέρεται στην κηδεία είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό.
  Η κάποια βωμολοχία, για τα μέτρα της εποχής, εκφράζει το ίδιο αίσθημα ρήξης, και ήταν ίσως ένας από τους λόγους που οδήγησαν στην απαγόρευση του έργου. Στο ίδιο πνεύμα χρησιμοποιούνται και σύνθετες λέξεις όπως «μελαγχολικοχαριτωμένος», «μαλακοτριζατοπαπουτσωμένος».
  Δεν είναι τυχαίο ότι τέτοιου είδους σύνθετες λέξεις χρησιμοποιούνται και στην αργκό, τη γλώσσα όλων αυτών που αισθάνονται παρίες.
  Ο «Οδυσσέας» αποτελεί ένα όριο στη δυτικοευρωπαϊκή λογοτεχνία, τη λογοτεχνία της γηραιάς, κουρασμένης ηπείρου μας. Ο Τζόυς είναι ο τελευταίος μεγάλος πεζογράφος που έχει αναδείξει. Η μούσα της πεζογραφίας στο εξής φεύγει από την Ευρώπη και καταφεύγει σε άλλα μέρη του κόσμου, κυρίως στη Λατινική Αμερική. Εκεί οι άνθρωποι, τυραννισμένοι από την πραγματικότητα, ελπίζουν ακόμη να την αναμορφώσουν. Οι ταλαντούχοι συγγραφείς της Ευρώπης (και της Ελλάδας) εκφράζουν πια τα  υπαρξιακά τους άγχη με την ποίηση (δεν είναι τυχαίο που ο Έλιοτ θαυμάζει τον Τζόυς) που από την φύση της κρυπτική, γίνεται ακόμη κρυπτικότερη, συχνά αυτιστική (τον χαρακτηρισμό τον βρήκα στο βιβλίο του Μιχάλη Μερακλή για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση).  Έτσι η καλή λογοτεχνία γίνεται πια υπόθεση ενός μυημένου κύκλου αναγνωστών και συγγραφέων, που επικοινωνούν με δικούς τους κώδικες, και που δεν εμπλέκονται με την πραγματικότητα. Για παράδειγμα, συγγραφείς του ύψους ενός Χάβελ ή ενός Γιόσα δεν θα ασχοληθούν ποτέ με την πολιτική. Από την άλλη, η πλατιά μάζα επαναπαύεται στα σήριαλ και την παραλογοτεχνία. Όμως, να μην αυταπατόμαστε. Δεν πρόκειται για τους τελευταίους  θύλακες αντίστασης σε μια παρακμή. Είναι σύμπτωμά της.

  Το παραπάνω κείμενο γράφηκε το 1991, ένα χρόνο πριν αποφασίσω να ασχοληθώ συστηματικά με τη βιβλιοκριτική. Ο Τζόυς ήταν από τους κορυφαίους στον κανόνα, μόλις είχε εκδοθεί η ελληνική μετάφραση του «Οδυσσέα», θεώρησα υποχρέωσή μου να τον διαβάσω.
  Δεν είναι βιβλίο που θα γοητεύσει τη μεγάλη μάζα των αναγνωστών. Πολλοί το έχουν στη βιβλιοθήκη τους χωρίς να το έχουν διαβάσει. Θυμάμαι που έκανα πλάκα με μια μαθήτριά μου στο Βαρβάκειο. Κάποτε στην τάξη η κουβέντα ήλθε στον «Οδυσσέα», και αυτή είπε ότι τον είχαν στη βιβλιοθήκη τους αλλά δεν τον είχε διαβάσει ακόμη. Κάθε φορά που συναντιόμασταν τυχαία στο διάδρομο τη ρωτούσα αν είχε ξεκινήσει να διαβάζει τον «Οδυσσέα». Αυτή γελούσε και μου έλεγε όχι. Ήταν ένα καλαμπούρι που κάναμε. Το πιο πιθανό είναι ότι ακόμη, 9 χρόνια μετά, δεν τον έχει διαβάσει.
  Και εγώ δεν τον διάβασα όλο. Με άφησε αρκετά αμήχανο. Και δεν τον διάβασα όλο, σκόπιμα. Διάβασα τα 14 πρώτα κεφάλαια, 492 σελίδες, αφήνοντας τα 4 τελευταία για αργότερα. Το βιβλίο δεν το απόλαυσα, όπως εννοεί τη λέξη ο Μπαρτ, το διάβασα με την περιέργεια του ερευνητή που μόλις άρχισε να ασχολείται συστηματικά με την πεζογραφία, και ήξερα ότι δεν επρόκειτο να το ξαναδιαβάσω. Επειδή όμως ο «Οδυσσέας» είναι ύφος και δεν θα έχανα κανένα τέλος, είπα να αφήσω αυτά τα κεφάλαια για αργότερα, όταν θα ήμουν πιο ώριμος, να δω πώς θα μου φαινόταν τότε.
  Μετά από 25 ολόκληρα χρόνια, το Πάσχα του 2016, εδέησα να τα διαβάσω.
  Δεν είχα πια την περιέργεια, ούτε υπήρχε το «παραξένισμα» του 1991. Το βιβλίο δεν μου άρεσε. Αλλά, θα επαναλάβω για μια ακόμη φορά, περί ορέξεως κολοκυθόπιτα. Δεν είμαι λάτρης του ύφους, είμαι λάτρης του στόρι, και αυτό το έχω δηλώσει ξεκάθαρα στις κριτικές μου για κινηματογραφικά έργα. Δεν θα αναγορεύσω βέβαια το προσωπικό μου γούστο σε μέτρο για την ανθρωπότητα και να πω ότι το έργο είναι για τα σκουπίδια όπως κάνουν πολλοί. Από τη στιγμή που υπάρχουν άνθρωποι, και μάλιστα κορυφαίοι του πνεύματος, που τους αρέσει, προφανώς έχει αξία. Είναι βιβλίο γραμμένο με τέχνη, απλά εμένα τυχαίνει να μη μου αρέσει. Το διάβασα με μεγάλη προσπάθεια, όπως πρόσφατα και την «Οδύσσεια» του Καζαντζάκη. Θα γράψω δυο λόγια όμως για τα υπόλοιπα τέσσερα κεφάλαια.
  Το 15 έχει μορφή θεατρικού έργου και περιεχόμενο φανταστικού. Εκεί διαβάζω, σε παρακείμενο: «(Ορκίζεται με το δεξί χέρι του πάνω στους όρχεις του)» (σελ. 534).
  Θυμάμαι, μαθητές, που βάζαμε κι εμείς το δεξί χέρι πάνω στους όρχεις μας όταν συναντούσαμε παπά, σαν μαγική τελετουργία για να μη μας βγάλει κανείς καθηγητής στο μάθημα. Θυμάμαι, κάποτε, τη φαρμακερή ματιά που μου έριξε ο παπα-Γιωργάκης, καθώς είχα την απρονοησία να μην τον αφήσω να προσπεράσει και με πήρε χαμπάρι.
  Το επόμενο κεφάλαιο έχει την κλασική μορφή ενός μυθιστορήματος, με διαλόγους και αφήγηση, αλλά ούτε που θυμάμαι τι πραγματεύεται. Αντιγράφω μια από τις υπογραμμίσεις μου σ’ αυτό.
  «Επειδή, αν δεν πίστευαν ότι θα πάνε κατ’ ευθείαν στον ουρανό μετά θάνατο, θα προσπαθούσαν να ζήσουν καλύτερα σ’ αυτή τη ζωή» (σελ. 662).
  Και, σχολιάζω εγώ, ένας τρόπος για να ζήσεις καλύτερα είναι να επαναστατήσεις ενάντια στους καταπιεστές. Δεν χρειάζεται να προσθέσω κι άλλα.
  Το προτελευταίο κεφάλαιο έχει τη μορφή συνέντευξης. Βλέπουμε ξεχωριστές παραγράφους (χωρίζονται με κενό) που ξεκινάνε με μιαν ερώτηση και στη συνέχεια έχουμε την απάντηση. Να δώσουμε ένα δείγμα, το πιο σύντομο.
  «Για ποιο πλάσμα η πόρτα εξόδου κατέστη και πόρτα εισόδου;
  Για μια γάτα» (σελ. 722).
  Και θυμήθηκα μια πραγματική ιστορία που μου είπε ο φίλος μου ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης. Εικονογραφεί το πόσο λίγο οι άνθρωποι του πνεύματος είναι ικανοί να χειριστούνε απλές καταστάσεις της ζωής.
  Ένας διάσημος καθηγητής, χήρος, είχε δυο γάτες, μια μεγάλη και μια μικρή. Πολλές φορές, καθώς κλεινόταν στο γραφείο του για να μελετήσει, νιαούριζαν απ’ έξω ζητώντας να τους ανοίξει. Ψάχνουν και οι γάτες για ανθρώπινη συντροφιά. Για να μην τον ενοχλούν λοιπόν φώναξε ένα μαραγκό και του είπε να ανοίξει στην πόρτα δυο τρύπες, μια μεγάλη για να περνάει μέσα η μεγάλη γάτα, και μια μικρή για να περνάει η μικρή γάτα.
  Υπάρχουν κάποια αποσπάσματα που είναι πολύ απολαυστικά, όμως για μένα τα περισσότερα ήταν βαρετά.
  Το 18ο και τελευταίο κεφάλαιο είναι ένα κεφάλαιο στο οποίο δεν συναντάς καμιά τελεία. Αυτό φαίνεται ζήλεψε και ο Μάρκες όταν έγραφε το «Φθινόπωρο ενός πατριάρχη». Σε έναν ανερμάτιστο εσωτερικό μονόλογο 50 σελίδων η Μόλι Μπλουμ μιλάει για τα σεξουαλικά της.
  Τελικά καλό είναι ένας μεταφραστής να ξέρει κι άλλες γλώσσες. Το έχω διαπιστώσει πάρα πολλές φορές. Τα «εμπαρατσάντα» (σελ. 790), «ουστέντ», «γκράτσιας» (σελ. 812) και «εστρελλάντος» (σελ. 812) προφέρονται διαφορετικά: embarazada-εμπαραθάδα, ousted-ουστέδ, gracias-γκράθιας, estrellados-εστρεγιάδος, με καστιλιάνικη προφορά. Τα ισπανικά τσεκαρισμένα στο πρωτότυπο. Είχα μια αμφιβολία μήπως ο Τζόυς τα μετέγραψε, και το συμβουλεύτηκα στο gutenberg project.
  Και, όπως πάντα, τελειώνουμε με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους, που πιστώνονται βέβαια στο μεταφραστή.
Διάβασε μες στα μάτια μου το κάρωμα του ύπνου (σελ. 568)
Το βάρος του, τη μάζα του και την πυκνότητά του (σελ. 692)
Δεν έχεις ψυχή μέσα σου, μόνο φαιά ουσία (σελ. 770)
Κάτι μικρά μυξιάρικα, κάτι δεσποινιδούλες (σελ. 778)
Αυτού του αουτσάινερ που είχε έλθει πρώτο (σελ. 780)
Χτενίζουν τις κοτσίδες τους για την καινούρια μέρα (σελ. 814)      
Post a Comment