Book review, movie criticism

Saturday, November 7, 2009

Μανώλης Πρατικάκης, Η μαγεία της μη διεκδίκησης

Μανώλης Πρατικάκης, Η μαγεία της μη διεκδίκησης, Καστανιώτης 1990 «Γράμματα και Τέχνες», Οκτώβρης-Δεκέμβρης 1992, τεύχος 67.


Ο Μανώλης Πρατικάκης, με την τελευταία του (ένατη) ποιητική συλλογή Η μαγεία της μη διεκδίκησης επιβεβαιώνει για άλλη μια φορά την θέση του σαν ένα από τους κυριότερους εκπροσώπους της σύγχρονης νεοελληνικής ποίησης.
Ο Πρατικάκης είναι ένας αισθαντικός και ευαίσθητος ποιητής. Ο ανιμιστικός, πανθεϊστικός λυρισμός του είναι φορτισμένες με μνήμες της παιδικής του ηλικίας, σε ένα νότιο ακρογιάλι της Κρήτης (κατάγεται από το Μύρτος της Ιεράπετρας) οι οποίες φαίνεται να καθορίζουν κυριαρχικά την κοσμοαντίληψη του σαν ποιητή, και τα πνευματικά του ενδιαφέροντα. Κυριαρχική θέση σ' αυτά έχουν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, οι αλλιώς ονομαζόμενοι και «φυσικοί» φιλόσοφοι. Αξίζει να θυμηθούμε τη γνωστή ρήση του Αριστοτέλη, ότι «δια το θαυμάζειν ήρξαντο φιλοσοφείν». Δεν ήταν η διανοητική περιέργεια, αλλά ο θαυμασμός, ένα στοιχείο κατεξοχήν θυμικό, αυτό που τους ώθησε στην φιλοσοφία. Και ο Πρατικάκης, κυριολεκτικά εκστασιασμένος, όλος μια αίσθηση, μπροστά στη φύση, οδηγείται απ' αυτήν σε μια οντολογία, θα έλεγα «Οικολογική», όπου δεν υπάρχει ιεραρχία των όντων, με τον άνθρωπο, επιθετικό και αλαζόνα, να κατέχει την κορυφή, αλλά μια οριζόντια παράταξη στοιχείων και πλασμάτων, που σαν τις μονάδες του Λάιμπνιτς αντανακλούν, μετέχοντας σ' αυτήν, τη μεγαλοσύνη του σύμπαντος: το σαλιγκάρι και το σταμνί, το πηγάδι, τα δένδρα, η πέρδικα, η ομπρέλα, οι βάτοι, ο αίγαγρος. «Αστράφτει το σύμπαν ακατάκτητο στα κέρατά του».
Η οντολογία όμως αυτή του Πρατικάκη δεν είναι η κατάληξη της ποίησης του. Τα ποιήματα του δεν είναι φιλοσοφικά, και μετά το De rerum natura του Λουκρήτιου δεν νομίζω να υπήρξε φιλοσοφική ποίηση. Πέρα από τις λυρικές εξάρσεις ενός νιτσεϊκού Ζαρατούστρα η φιλοσοφία υπήρξε συστηματική. Η οντολογία του αποτελεί το συνεκτικό ιστό, θα τολμούσα να πω το άλλοθι, για να ξεχυθεί μια γνήσια ευαισθησία, που ο χαρακτηρισμός ρομαντική ίσως να την αδικεί, λόγω των αρνητικών συνυποδηλώσεων με τις οποίες είναι φορτισμένη σήμερα η λέξη. Μια ευαισθησία που μόνο στην παθητικότητα προσεγγίζει την πλήρωσή της, και που οι λέξεις αποτελούν ένα όριο στην επαφή με τα πράγματα που αγωνίζεται να ξεπεράσει.

Ω, να βρω λέξεις που να τους είμαι απόλυτα πιστός. Να με βρουν λέξεις. Όχι λέξεις: Εφαρμογές πραγμάτων στον αισθητικό μου φλοιό.

Μια εκπνευματωμένη μεταφυσική φύση υπάρχει, σαν πρόθεση τουλάχιστον και στο Σολωμό της τελευταίας ποιητικής του περιόδου. Όμως η πρόθεσή του διαψεύδεται διαρκώς, θριαμβευτικά μάλιστα στο απόσπασμα «Ο πειρασμός» του τρίτου σχεδιάσματος των Ελεύθερων πολιορκημένων. Η εγκατάλειψη της αισθησιακής ρίμας του δεύτερου σχεδιάσματος δεν εξυπηρετεί ιδιαίτερα το σκοπό του, αφού, για
να μην υπάρξει αμφιβολία για τις προθέσεις του, βάζει και τον τίτλο «Ο πειρασμός». Ποτέ ο ανυποψίαστος αναγνώστης δεν θα θεωρούσε αυτή την διθυραμβική εξύμνηση της φύσης σαν ένα «πειρασμό» που απειλεί να αποτρέψει τους Ελεύθερους Πολιορκημένους από το υψηλό τους καθήκον. Και ο υποψιασμένος το ξεχνάει.
Ανάλογες προθέσεις έχει και ο Πρατικάκης, και η επίδραση του Σολωμικού έργου και μάλιστα στο ποίημα «Της φύσης», το οποίο περιέχει λέξεις και φράσεις - κλειδιά των προσωκρατικών (κρύπτεσθαι φιλεί, φιλότης, νείκος) δεν είναι άσχετη μ' αυτές. «Μ' ελέγχει ο βάτος που κρατώ, κρύβει φωτιά κι εκείνος» είναι ένας στίχος που αν τον εύρισκε ριγμένο μέσα στα χαρτιά του Σολωμού ο Πολυλάς δεν θα δίσταζε να τον θεωρήσει δικό του. Ο στίχος « με του φτερού το σάλαγο, και με κανέναν ήχο» των Ελεύθερων Πολιορκημένων, μαζί με τον τρελό χορό που στήνουν τα μελισσόπουλα του Ελύτη είναι οι μόνοι δάνειοι στίχοι που μπόρεσα να ανιχνεύσω στο έργο.
Ο Σολωμός και ο Ελύτης: Η τομή τους βρίσκεται ακριβώς στο έργο του Πρατικάκη.
Ο αισθαντικός, γήινα προσγειωμένος, μη επιθετικός, «μη διεκδικητικός» λόγος του Πρατικάκη φαίνεται χαρακτηριστικά, σε κάποιους «διδακτικούς» ή «αποφθεγματικούς» στίχους όπως: «Ν' αφαιρείς τις πράξεις σου από τις σκέψεις σου». «Να αφεθείς του ανέμου. Εκεί είναι η απάντηση. Να μιλάς μόνο σαν είναι αναπόφευκτο». «Η περιττή ευφράδεια είναι τραύλισμα». «Ο σοφός νους είναι σαν το νερό: παίρνει τις πιο χαμηλές θέσεις που οι άλλοι αποφεύγουν, κι όμως γεμίζει πρώτος τα χάσματα». «Τώρα πια μόνο στα όνειρα διεκδικώ το μερίδιο μου. Κι εκεί με ήσυχες παραβολές, με κλώνους χαμηλόφωνους». «Αύριο λέω να βαδίσω με τις ρίζες των δέντρων. Αυτή είναι η απόσταση».
Η σύγχρονη ποίηση έχει την τάση να εγκαταλείπει την ηχητική ποιότητα των λέξεων και των φράσεων, διαχέοντας τις σημασίες τους σε ένα ευρύ δίχτυ συνυποδηλώσεων. Πιστεύω ότι αυτό, όπως και ο κρυπτικός της χαρακτήρας, οφείλεται εν μέρει στο ότι προορίζονται για ανάγνωση. Η μουσικότητα του ποιήματος χάνεται όταν διαβάζεται, ενώ αντίθετα αναδεικνύεται με την απαγγελία. Πολλοί όμως επιμένουν ότι η εγκατάλειψη αυτή είναι λάθος, γιατί η ποίηση δεν είναι μόνο νόημα, ούτε μόνο ήχος, είναι ήχος και νόημα, και ο εξασκημένος αναγνώστης βρίσκει τον ήχο της, όπως με τον ελεύθερο ρυθμό της ανάγνωσης συλλαμβάνει πιο άνετο το νόημα της.
Ο Πρατικάκης φαίνεται να συμμερίζεται αυτήν την άποψη. Ένας υπόγειος ρυθμός, μια υποψία μέτρου, σκόρπιες παρηχήσεις, διαπερνούν τα ποιήματα του. Υπέροχο δείγμα είναι οι δύο πρώτοι στίχοι από το «Φυσερό του τεχνίτη».

Το σφυρί του χαλκιά συνομιλεί με το σίδερο κι ανασαίνει βαθιά το φυσερό του τεχνίτη.

Οι δάκτυλοι αναπαριστούν με θαυμαστό τρόπο το χτύπημα του σφυριού και το ρυθμό του φυσερού.
Η παρομοίωση και η μεταφορά αποτελούν τα κατ' εξοχήν εκφραστικά στοιχεία της ποίησης. Οι τολμηρές, όχι τετριμμένες, «ανοίκειες» μεταφορές χαρακτηρίζουν πάντα τη μεγάλη ποίηση. Ένα χαρακτηριστικό δείγμα. Και το κύμα: η τρυφερή χαίτη της κίνησης.
Ή εκείνη του Αίγαγρου:
Ένα απόλυτο ποίημα που σβήνεται, γράφεται, που δέχεται ατέλειωτες αναγνώσεις καθώς ξεδιπλώνεται πολυσέλιδο δάσος παραπέμποντας παντού

Ο Μανώλης Πρατικάκης με την τελευταία του ποιητική συλλογή Η μαγεία της μη διεκδίκησης αναδεικνύεται, αν όχι ο ποιητής των οικολόγων, πάντως ο κατ' εξοχήν οικολόγος ποιητής. Ο ποιητικός του λόγος δεν είναι απλά ένα επιφώνημα θαυμασμού μπροστά στην ομορφιά της φύσης. Είναι και μια διεισδυτική, «φιλοσοφική » ματιά στην ουσία των όντων και των πραγμάτων, και μια ελεγεία μπρος στην καταστροφή τους. Και προ παντός μια προειδοποίηση: «(τα δέντρα) Όμως καμιά φορά πεισμώνουν όταν ο άνθρωπος τα βασανίζει. Αγριεύουν τότε, συστρέφονται, φτύνουν τον καρπό Εκδικούνται το χέρι που τα καίει. Ρίχνουν χωριά μες στις πλημμύρες. Με δέντρινα μυαλά νομοθετούνε. Με θεσπίσματα αφανίζουνε φυλές•.
Ο Πρατικάκης στη συλλογή αυτή μιλάει για το «ελάφι» (τα εισαγωγικά είναι για τίτλους ποιημάτων) «το κυνήγι του αγριογούρουνου», τον «Αίγαγρο», «τα δέντρα», «το σαλιγγάρι», «τους βάτους», την πέρδικα, τα πουλιά κ.λπ., με μια τέτοια ευαισθησία σαν να είναι απόλυτα ταυτισμένος μ’ αυτά.
Όμως η οικολογία δεν εξαντλείται στη φυσιολατρία. Στα ποιήματά του προβάλλει μια μη επιθετική, «μη διεκδικητική», όπως λέει η τίτλος, μη ανταγωνιστική στάση απέναντι στη ζωή και στα πράγματα. Ο σοφός νους είναι σαν το νερό: παίρνει τις πιο χαμηλές θέσεις που οι άλλοι αποφεύγουν, κι όμως γεμίζει πρώτος τα χάσματα», λέει σε ένα του ποίημα.
Πρόκειται για μια συλλογή που αξίζει να διαβαστεί από οικολόγους και μη.
Post a Comment