Book review, movie criticism

Saturday, November 28, 2009

Τι είναι ηθολογία

Τι είναι ηθολογία, Περισκόπιο της Επιστήμης, Ιαν. 1985, τ. 72, σελ. σελ. 68-73

Ο εικοστός αιώνας είναι ένας αιώνας ταχύτατης επιστημονικής προόδου, που σαν κύριο χαρακτηριστικό έχει την άκρα εξειδίκευση. Η πραγματικότητα τεμαχίζεται ασταμάτητα, και μαζί της οι επιστήμες που την μελετούν. Για παράδειγμα, από τους κόλπους της παραδοσιακής βιολογίας έχουν ξεπηδήσει ένα σωρό επιστημονικοί κλάδοι, όπως εμβρυολογία, μοριακή βιολογία, γενετική, κ.ά, που παρά τον διεπιστημονικό χαρακτήρα τους διατηρούν μια σημαντική αυτονομία. Ένας τέτοιος κλάδος είναι και η ηθολογία.
Αν η ψυχολογία είναι η επιστήμη της συμπεριφοράς του ανθρώπου, η ηθολογία είναι η επιστήμη της συμπεριφοράς του συνόλου των ζωντανών οργανισμών. Όμως η διαφορά δεν έγκειται απλώς στο ότι η ηθολογία έχει ένα ευρύτερο πεδίο εφαρμογής. Η ψυχολογία μπορούμε να πούμε ότι επινοεί ad hoc ψυχικές δομές, περιοχές, οντότητες ή λειτουργίες, στη βάση των οποίων προσπαθεί να ερμηνεύσει τα «επεισόδια» της συμπεριφοράς. Τέτοιες είναι οι δομές του υπερεγώ, του εγώ και του προεγώ, οι περιοχές του συνειδητού και του ασυνειδήτου, οι οντότητες των αρχετύπων, οι λειτουργίες της απώθησης, της εξύψωσης κλπ.
Αυτά όσον αφορά τις ψυχοδυναμικές σχολές της ψυχολογίας. Όσο για τους μπιχεβιοριστές, αυτοί στη χειρότερη περίπτωση θεωρούν τον άνθρωπο απλώς σαν λευκό χαρτί όπου στη βάση του μηχανισμού των εξαρτημένων ανακλαστικών (ερέθισμα-αντίδραση) αναπτύσσεται η συμπεριφορά του (Watson, Skinner κ. ά), ενώ στην καλύτερη περίπτωση, πιστεύουν στην ύπαρξη έμφυτων ψυχικών προδιαθέσεων οι οποίες ενεργούν σαν μεσολαβητές (mediators) που τροποποιούν την αντίδραση μετά την είσοδο του ερεθίσματος (Hans Eysenck). Οι ηθολόγοι απεναντίας δεν κινούνται με ad hoc επινοήσεις, αλλά πατούν πάνω στο στερεό έδαφος της βιολογίας, με τις έννοιες της οποίας οικοδομούν κατά βάση τον χώρο απ’ όπου εκρέει η συμπεριφορά.
Μια βασική κατάκτηση της ηθολογίας είναι η διεύρυνση της έννοιας της προσαρμογής. Η κλασική βιολογία με την έννοια της προσαρμογής εννοεί σωματικές αλλαγές που διευκολύνουν έναν οργανισμό στην επιβίωση του. Οι προσαρμογές αυτές (π.χ. η μετατροπή σε «χέρια» των μπροστινών άκρων των πρωτευόντων, η ικανότητα αυτορρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος στα θηλαστικά σε αντίθεση με τα ερπετά κ.ά.) συντελούνται μέσω της φυσικής επιλογής που λειτουργεί στη βάση των μεταλλάξε (σελ. 68) ων και του ανασυνδυασμού του γενετικού υλικού, με την αναπαραγωγή μέσω δύο γαμετών (από αρσενικό και θηλυκό γονέα). Η ηθολογία επεκτείνει τα όρια της προσαρμογής και σε συνιστώσες της συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, η επιθετικότητα έχει μια λειτουργία το ίδιο σημαντική για την επιβίωση με την ανάπτυξη της αυτορρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματος στα θηλαστικά.
Τα σωματικά χαρακτηριστικά ελέγχονται στη βάση του γενετικού υλικού των γονιδίων. Μπορεί να ειπωθεί το ίδιο και για τη συμπεριφορά;
Οι γενετικές έρευνες στον τομέα αυτό βρίσκονται ακόμα στα σπάργανα. Όμως έχουμε αποδείξεις ότι κάποιοι σωματικοί χαρακτήρες που ελέγχονται από ορισμένα γονίδια, συμβαδίζουν με ορισμένα ψυχικά χαρακτηριστικά. Αυτό μας επιτρέπει τη γενίκευση ότι και στοιχεία της συμπεριφοράς ελέγχονται γονιδιακά. Ας μη ξεχνάμε ακόμα τους συσχετισμούς ανάμεσα σε ψυχικούς χαρακτήρες και σε σωματικά χαρακτηριστικά που διαπιστώνει η φυσιογνωμική, όπως π.χ. ότι οι παχουλοί τύποι συνήθως είναι εύθυμοι ενώ το αντίθετο είναι οι λεπτοί, κλπ.
Τόσο σ’ ένα «φαινομενολογικό» επίπεδο μελέτης, σε φυσική κατάσταση (field research), όσο και σε πειραματικό επίπεδο, τα αποτελέσματα είναι πολύ πλούσια. Κατ’ αρχήν παρατηρούμε την καθολικότητα των ενστίκτων, από τα οποία εκπορεύεται η συμπεριφορά, πράγμα που επιτρέπει την αναλογική σκέψη ότι αφού οι καθολικές σωματικές δομές ελέγχονται γενετικά (αν για παράδειγμα σε ένα οργανισμό θ’ αναπτυχθούν πνεύμονες ή βράγχια), συνεπώς και καθολικά ένστικτα όπως της αναπαραγωγής ή της επιθετικότητας πρέπει να έχουν γενετική θεμελίωση.
Όμως δεν έχουν μόνο γενετική θεμελίωση τα ένστικτα. Πολλές φορές παρατηρούμε μια ομοιομορφία και στα ίδια τα σχήματα συμπεριφοράς. Τέτοια είναι για παράδειγμα τα σχήματα συμπεριφοράς δυο ζώων που «φλερτάρουν».
Εδώ πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στην «κίνηση» και στο καθαυτό σχήμα συμπεριφοράς. Η κινητική ικανότητα του ζώου είναι που του επιτρέπει τη συμπεριφορά. Τα φυτά που δεν κινούνται, δεν «συμ-περι-φέρονται». Η κινητική ικανότητα όμως κάθε ζώου είναι συνάρτηση σωματικών ικανοτήτων, περιβαλλοντικών όρων, καθώς και του «ψυχισμού» του ζώου, που το οδηγεί στην άλφα ή βήτα εκτίμηση των περιβαλλοντικών όρων και των ικανοτήτων του. Το σχήμα συμπεριφοράς είναι μια «αφαίρεση» ενός περίπλοκου κινητικού σχήματος, η οποία αφαίρεση γίνεται στη βάση χαρακτηριστικών δομικών μονάδων (όπως φαίνεται χαρακτηριστικά στα σχήματα συμπεριφοράς κατά το φλερτ των ζώων) ή του στόχου τους (επιθετικότητα). Η ίδια η κίνηση, όπως την ορίσαμε με τις συνιστώσες της, αποτελεί τον «φαινότυπο» της συμπεριφοράς.
Στη συμπεριφορά, όπως και στα σωματικά χαρακτηριστικά, υπάρχει στη βάση ένας γονότυπος, ένας γενετικός καθορισμός, και πάνω του αναπτύσσεται ένας φαινότυπος, αποτέλεσμα περιβαλλοντικών επιδράσεων. Η συμπεριφορά λοιπόν, όπως και οι σωματικοί χαρακτήρες ενός οργανισμού, είναι κατά βάση έμφυτη, διαμορφώνεται όμως συνεχώς κάτω από την επίδραση του περιβάλλοντος. Η δυσκολία είναι να καθορίσουμε (και κυρίως στη συμπεριφορά), που σταματάει ο γονότυπος και που αρχίζει ο φαινότυπος.
Στον έμφυτο χαρακτήρα της βάσης της συμπεριφοράς οδηγούμαστε και από τον παρακάτω ανα (σελ. 69) λογικό συλλογισμό: η φύση, μεταβιβάζοντας γενετικά ορισμένους σωματικούς χαρακτήρες στους απογόνους, εξασφαλίζει μείζονες προσαρμογές που στη διαδικασία της φυλογένεσης έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές, και μάλιστα με τον πιο εύκολο και οικονομικό τρόπο: αντί να ψάχνει κάθε φορά ο οργανισμός να βρει τις προσαρμογές, του τις μεταβιβάζουν έτοιμες οι γονείς του. Μήπως ο πιο εύκολος τρόπος για να γίνει κανείς πλούσιος δεν είναι να του τύχει μια γερή κληρονομιά; Δεν θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι το ίδιο ισχύει και για τη συμπεριφορά; Αν για παράδειγμα η σεξουαλικότητα ήταν ζήτημα οντογενετικής προσαρμογής, πολλοί οργανισμοί θα πέθαιναν χωρίς να την ανακαλύψουν και τα αποτελέσματα θα ήταν καταστροφικά για το είδος. Η γενετική της μεταβίβαση εξασφαλίζει την ύπαρξη της.
Αφού στη βάση της κληρονομικότητας επιτυγχάνονται οι μείζονες προσαρμογές, γιατί να μη εξασφαλίζονται στην ίδια βάση και οι ελάσσονες; Αυτό δεν ισχύει για τον απλούστατο λόγο ότι οι μείζονες προσαρμογές αποτελούν προσαρμογές σε σταθερούς όρους του περιβάλλοντος, ενώ οι ελάσσονες, προσαρμογές σε μεταβλητούς όρους. Οι μείζονες προσαρμογές διακρίνονται για μια ανελαστικότητα. Οι ελάσσονες από μια ελαστικότητα (ευμεταβλητότητα). Η σημασία αυτής της ελαστικότητας γίνεται φανερή αν την σκεφτούμε στη βάση των ανεξάρτητων και των εξαρτημένων ανακλαστικών. Τα ανεξάρτητα ανακλαστικά αποτελούν προσαρμογές σε σταθερούς όρους, τα εξαρτημένα σε μεταβλητούς, γι’ αυτό άλλωστε και εξαφανίζονται όταν οι όροι αυτοί μεταβάλλονται. Είναι εύλογη η σκοπιμότητα, προσαρμογές στη βάση όρων που μεταβάλλονται περισσότερο από μια φορά στη ζωή του οργανισμού, να μη γίνονται στη βάση μιας γενετικής μεταβίβασης, αλλά με άλλους μηχανισμούς, ώστε να τροποποιούνται ή να απαλείφονται εύκολα σε συνάρτηση με κάθε νέα περιβαλλοντική αλλαγή. Σε γενετικά καθορισμένες προσαρμογές ο φαινότυπος τους είναι αποτέλεσμα μιας προσπάθειας του οργανισμού για μεγαλύτερη προσαρμογή στους συγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους.
Με παρόμοιο τρόπο η συμπεριφορά, ιδιαίτερα στο επίπεδο της πλήρους φαινομενολογικής της ανάπτυξης, δηλαδή της κίνησης, διακρίνεται για μια ευμεταβλητότητα, που συνιστά προσαρμογή σε προσωρινούς όρους. Οι υποκείμενες δομές των ενστίκτων και των σχημάτων συμπεριφοράς είναι ανελαστικές και γενετικά μεταβιβάσιμες, σε αντίθεση με πιο επιφανειακές δομές που καθορίζονται οντογενετικά, δηλαδή στη διάρκεια της ζωής του ίδιου του οργανισμού και που διακρίνονται από διάφορους βαθμούς ελαστικότητας. Μια τέτοια προσαρμογή της συμπεριφοράς με λιγότερη ανελαστικότητα, είναι αυτή που παρατηρείται σε νοσηρές παρεκκλίσεις της συμπεριφοράς λόγω τραυματικών εμπειριών κατά την παιδική ηλικία. Η «λογική» που κρύβεται πίσω από τη σχετική αυτή ελαστικότητα είναι ότι ο οργανισμός «λογικά» μπορεί να υποθέσει ότι οι καταστάσεις που αντιμετωπίζει στο ξεκίνημα της ζωής του θα είναι μόνιμες σ’ όλη του τη ζωή, γι’ αυτό και αναπτύσσει αντίστοιχες προσαρμοστικές στάσεις που αν δεν τις χαρακτηρίζουμε ολότελα ανελαστικές, είναι γιατί πολλές τέτοιες παθολογικές στάσεις θεραπεύονται με κατάλληλη αγωγή, όπως π.χ. με την ψυχοθεραπεία. Είναι εξάλλου κοινή διαπίστωση ότι ο χαρακτήρας ενός ατόμου καθορίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό κατά την παιδική του ηλικία.
Εδώ συναντάμε μια άλλη διαφορά ανάμεσα στην ηθολογία και στην ψυχολογία. Η ψυχολογία, όπως και η ηθολογία, παραδέχεται τον έμφυτο χαρακτήρα των ενστίκτων, όμως επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στον φαινότυπο της αντίστοιχης συμπεριφοράς, που δημιουργείται σε οντογενετικό επίπεδο. Για παράδειγμα, η ψυχανάλυση μελετά το σεξουαλικό ένστικτο στις διαφοροποιήσεις και κυρίως στις παθολογικές αποκλίσεις. Αναζητά τις διαφορές, καθώς και τους περιβαλλοντικούς όρους που βρίσκονται στη βάση αυτών των διαφορών τροποποιώντας το σεξουαλικό ένστικτο. Η ηθολογία αντίθετα μελετά τα σχήματα σεξουαλικής συμπεριφοράς στα ζώα (π.χ. σχήματα συμπεριφοράς κατά το φλερτ) όχι για να ανιχνεύσει παθολογικές αποκλίσεις, αλλά για να βρει τα κοινά σημεία και να φωτίσει
περισσότερο το ένστικτο που βρίσκεται στη βάση αυτών των σχημάτων. Οι μπιχεβιοριστές πάλι δεν ενδιαφέρονται για τους ανεξάρτητους χαρακτήρες, αλλά για τους εξαρτημένους. Ο Watson ισχυρίζεται ότι αν του δώσουν ένα παιδί, μπορεί να το κάνει ό,τι θέλει κατά βούληση, κλέφτη, γιατρό ή δικηγόρο, απλώς θέτοντας το κάτω από κατάλληλους περιβαλλοντικούς όρους. Οι ηθολόγοι δεν εξετάζουν το εξαρτημένο, αλλά το ανεξάρτητο, το έμφυτο, το μόνιμο και σταθερό, τον κοινό παρανομαστή που βρίσκεται πίσω από κάθε είδους συμπεριφορά. Όσο για τους μπιχεβιοριστές όπως ο Eysenck, αυτοί διαπιστώνουν την κληρονομική μεταβίβαση και γενετική θεμελίωση ορισμένων «σταθερών» του χαρακτήρα, που καθορίζουν παραπέρα τη διαμόρφωση του. Τέτοιες σταθερές είναι για τον Eysenck η συναισθηματικότητα και η εξωστρέφεια - ενδοστρέφεια. Την παραδοσιακή τυπολογία σε συναισθηματικούς, φλεγματικούς, αιματώδεις και μελαγχολικούς τύπους τη στηρίζει στο βαθμό εσωστρέφειας και στο βαθμό συναισθηματικότητας που χαρακτηρίζει ένα άτομο. Ο μελαγχολικός για παράδειγμα διακρίνεται για μεγάλη εσωστρέφεια και συναισθηματικότητα.
Η μελέτη των έμφυτων χαρακτηριστικών, κοινός τόπος για την ηθολογία και για μια σχολή ψυχολογίας, δείχνει τη δύναμη αλλά και τους περιορισμούς της ψυχολογίας και της ηθολογίας αντίστοιχα. Η ηθολογία, που όπως είπαμε ξεκινά από τη συμπεριφορά των ζώων για να φωτίσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων, δεν μπορεί να μελετήσει σταθερές σαν τη συναισθηματικότητα και την εσωστρέφεια ή εξωστρέφεια στα ζώα, και προ παντός να τις προσδιορίσει ποσοτικά (στο σημερινό στάδιο ανάπτυξής της τουλάχιστον). Η ψυχολογία που μπορεί να τις μελετήσει, στερείται από ένα βάθρο εγκυρότητας που θα πρόσφερε η μελέτη τους στα ζώα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την τεράστια ποικιλομορφία αντιλήψεων που υπάρχει στους κόλπους της, ενώ στους κόλπους της ηθολογίας παρατηρούμε μια σημαντική ομοφωνία στις απόψεις των διαφόρων ερευνητών.
Γιατί όμως να τονίζει η ηθολογία περισσότερο το έμφυτο (σελ. 70) από το επίκτητο;
Πιστεύουμε για δυο λόγους: πρώτον, είναι πιο εύκολο να μελετήσεις το έμφυτο από το επίκτητο στα ζώα. Έπειτα, το έμφυτο είναι σημαντικότερο από το επίκτητο, μια και συνιστά κατά κάποιο τρόπο το a priori κάθε είδους συμπεριφοράς (είναι πράγματι εκπληκτικό πώς αιτιολογεί ο Κ. Lorenz τα Καντιανά a priori στη βάση των δεδομένων της ηθολογίας. Μόνο μια σαφής γνώση του έμφυτου μπορεί να επιτρέψει μια έγκυρη μελέτη του επίκτητου).
Αν μιλήσαμε τόσο διεξοδικά για τον χαρακτήρα του έμφυτου και του επίκτητου, είναι γιατί η έμφαση που δίνει η ηθολογία στο έμφυτο, στάθηκε αιτία να συγκεντρώσει τα πυρά πολλών ανθρώπων. Εδώ πρέπει να θίξουμε το ζήτημα του ιδεολογικού χρωματισμού της επιστήμης, που για πολλούς συνιστά ένα σημαντικότατο επιστημολογικό περιορισμό. θ’ αναφέρουμε σύντομα κάποιες σκέψεις μας, τις οποίες αναπτύσσουμε πιο διεξοδικά στο έργο μας «H αναγκαιότητα του μύθου»
Οι αντιλήψεις των ατόμων είναι αποτέλεσμα τριών συνιστωσών. Η πρώτη συνιστώσα είναι μια αντικειμενική γνώση για τον κόσμο. Η αποδεδειγμένη γνώση επηρεάζει σημαντικά την αντίληψη. Οι άλλες δύο είναι η ιδεολογία και η μυθολογία. Η αντικειμενική γνώση παλεύει συνεχώς ενάντια στις προκαταλήψεις που ξεκινούν από τις άλλες δύο. Συνεχώς κερδίζει έδαφος, αλλά με δυσκολία. Μπορεί η ηλιοκεντρική θεωρία του Κοπέρνικου να γκρέμισε τον προσφιλή μύθο που είχε τόση απήχηση (και έχει ακόμα) ότι η Γη είναι το επίκεντρο του σύμπαντος, μπορεί ο ίδιος ο Κοπέρνικος να κάηκε στη φωτιά, όμως οι αδιαμφισ3ήτητες αποδείξεις που παρασχέθηκαν αργότερα, παρόλη την αντίδραση της καθολικής εκκλησίας, γκρέμισαν ένα από τα πιο ισχυρά στηρίγματα αυτού του μύθου.
Η δεύτερη συνιστώσα είναι η ιδεολογία. Το ταξικό συμφέρον διαστρεβλώνει τη γνώση. Οι μεταφυσικές αντιλήψεις έρχονται πάντα «γάντι» στα συμφέροντα της άρχουσας τάξης, που την εξοργίζει κάθε αλλαγή, γιατί υπονομεύει τη θέση της. Προπαγανδίζοντας ακόμα τον ιδεαλισμό, αποδίδει τον καθορισμό της υλικής μας ζωής στο υπερπέραν. Παράδειγμα η πλατωνική αντίληψη των ιδεών, άφθαρτων και αναλλοίωτων, των οποίων χλωμή αντανάκλαση είναι τα αντικείμενα πάνω στη Γη. Ακόμα και αν ξαφνικά οι ιδέες έχαναν τη θεϊκή τους αίγλη, δεν θα μπορούσε κανείς να τις εξουδετερώσει, έτσι ψηλά καθώς είναι,
πολεμώντας τη σκιά τους πάνω στη Γη.
Οι μαρξιστές έχουν κάνει διεξοδικές αναλύσεις πάνω στη λειτουργία της ιδεολογίας. Απόδειξη της ορθότητας των αντιλή (σελ. 71) ψεών τους είναι ότι και οι ίδιοι έχουν πέσει θύμα. Για πολιά χρόνια οι ρώσοι μαρξιστές είχαν απεμπολήσει την ψυχαναλυτή, θεωρώντας την σαν προϊόν παρακμής του καπιταλιστικού κόσμου. Τώρα βέβαια έχουν αλλάξει στάση...
Η τρίτη συνιστώσα είναι η μυθολογία. Αποτελεί κι’ αυτή ένα διαστρεβλωτικό παράγοντα στην προσπάθεια κατάκτησης της γνώσης, που διαφέρει από την ιδεολογία στο ότι δεν έχει ταξική, αλλά βιολογική-ψυχολογική προέλευση. Η μυθολογία συνιστά την πρώτη προσπάθεια του ανθρώπου να ερμηνεύσει τον κόσμο.
Γιατί να τον ερμηνεύσει; Γιατί ο άνθρωπος νιώθει ασφαλής μόνο όταν γνωρίζει (ή νομίζει ότι γνωρίζει, που από ψυχολογική άποψη είναι το ίδιο). Ο άνθρωπος αισθάνεται ασφάλεια όταν νιώθει ότι δεν είναι έρμαιο της τυφλής μοίρας, αλλά στο έλεος πνευμάτων (ανιμισμός), τα οποία στο κάτω κάτω μπορεί να εξευμενίσει και να κερδίσει τη βοήθειά τους με θυσίες και προσφορές.
Ένας μύθος ανάλογος με τον μύθο της ύπαρξης πνευμάτων είναι και η αντίληψη ότι δεν είμαστε δεσμευμένοι από τα γονίδια μας, αλλά μπορούμε βελτιωθούμε απεριόριστα. Όμως, αν το παρελθόν καθορίζει το μέλλον, αν η θέληση μας είναι ανίσχυρη μπροστά στον ιστορικό καθορισμό (και πρέπει να συμβαδίσει μ’ αυτόν αν δεν θέλει να συντριβεί), δεν είναι άραγε περισσότερο ανίσχυρη μπροστά στον βιολογικό καθορισμό; Αρνούμενοι τη σημασία της κληρονομικότητας, είναι σαν να εισάγουμε τον ιδεαλισμό από την πίσω πόρτα. Δεν νικάει κανείς τον βιολογικό καθορισμό με το να τον υποτιμά. Ο βιολογικός καθορισμός δεν είναι απλώς ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός, είναι μια αναγκαιότητα. Και η ελευθερία τι άλλο είναι από τη συνειδητοποίηση της αναγκαιότητας;
Η επιστήμη έχει δώσει σαφώς τις απαντήσεις της. Ο άνθρωπος καθορίζεται τόσο από γενετικούς παράγοντες, οι οποίοι βρίσκονται πέρα από τον έλεγχό του, όσο και από περιβαλλοντικούς, τους οποίους μπορεί σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό να ελέγχει. Κανείς δεν αμφισβητεί το ρόλο του γονότυπου και του φαινότυπου στη σύνθεση κάθε
ζωντανού οργανισμού. Όμως τίθεται το πρόβλημα των… ποσοστών; Οι «αριστεροί» γενικά τονίζουν περισσότερο το επίκτητο, το καθοριστικότερο της επίδρασης των περιβαλλοντικών παραγόντων (αρκεί ν’ αλλάξει η κοινωνία για να αλλάξει ο άνθρωπος. Αλλιώς γιατί να αγωνιστείς;)
Οι αριστοκράτες στην αρχαιότητα πίστευαν στο έμφυτο της καλοκαγαθίας. Από τη φύση τους ήταν αυτοί οι εκλεκτοί ενώ οι άλλοι ήταν καταδικασμένοι για πάντα από τη φύση τους να είναι άνθρωποι δεύτερης κατηγορίας. Αυτοί βέβαια, όταν ισχυροποιήθηκαν, τους αντέκρουσαν με τους ιδεολογικούς τους εκπροσώπους, τους σοφιστές, που υποστήριξαν το διδακτό της αρετής. Ενάρετος στο εξής μπορεί να γίνει μόνο αυτός που έχει χρήματα να τους πληρώσει για να του διδάξουν την αρετή. Σήμερα η αριστοκρατική αντίληψη για το έμφυτο ισχύει όχι στο εσωτερικό ενός έθνους (όπου όλοι είναι ίσοι, ακόμα και για τους εθνικοσοσιαλιστές), αλλά σε επίπεδο φυλών. Υπάρχουν οι άριες και οι ταπεινές φυλές, και αλίμονο αν είσαι από τέτοια φυλή, και μάλιστα Εβραίος...
Όποιος λοιπόν μιλάει σήμερα για τη σημασία των περιβαλλοντικών παραγόντων τον αντιμετωπίζουν καχύποπτα, σαν κομμουνιστή, ενώ όποιος μιλάει για τη δύναμη της κληρονομικότητας δεν μπορεί παρά να είναι φασίστας. Ο Eysenck, που υποστηρίζει κι’ αυτός τον έμφυτο χαρακτήρα ορισμένων ψυχικών χαρακτηριστικών, προπηλακίστηκε σαν ρατσιστής (ακόμα και με διαδηλώσεις φοιτητών), παρά τις διώξεις που υπέστη ο ίδιος από τους ναζί, όπως αναφέρει με πικρία σ’ ένα αυτοβιογραφικό κείμενο του.
Οι ηθολόγοι, όταν δεν κατηγορούνται ανοικτά ως ρατσιστές, αντιμετωπίζονται με μεγάλη καχυποψία. Όμως αυτοί που παρουσιάζουν ιδεολογική προκατάληψη είναι οι πολέμιοι τους και όχι οι ίδιοι. Γιατί αυτοί είναι που προκρίνουν ή απορρίπτουν μια θεωρία στη βάση και μόνο των ιδεολογικών της επιπτώσεων, ενώ ο επιστήμονας, όσο κι αν επηρεάζεται από την ιδεολογία του, στις έρευνές του ξεκινά πάντα με την αγαθή πρόθεση να γνωρίσει, κι όχι να τεκμηριώσει τις ιδεολογικές του αντιλήψεις, πράγμα που φαίνεται χαρακτηριστικά από το πόσο απολιτικοί είναι συνήθως οι επιστήμονες, έχοντας προφανώς συνείδηση του σφετερισμού των κατακτήσεών τους από τις διάφορες ιδεολογίες. Ο Umberto Eco, Ιταλός σημειολόγος, επισημαίνει χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου οι επιστημονικές αντιλήψεις ορισμένων διανοητών ήταν εντελώς αντίθετες με τις πολιτικές τους. Ο διαλεκτικός και υλιστής Ηράκλειτος ήταν αριστοκρατικός στις πεποιθήσεις του, ενώ ο Ζήνωνας, που μιλάει για την ανυπαρξία της κίνησης, σκοτώθηκε στον αγώνα κατά του τυράννου της πατρίδας του. Και πιο τρανό παράδειγμα, ο διάσημος γλωσσολόγος Noam Chomsky, που μιλάει για τις έμφυτες γλωσσικές ικανότητες ενός ατόμου, ενώ ο ίδιος είναι ένας από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της Νέας Αριστεράς. Η γνώση πληγώνει πολλές φορές, είναι γεγονός, αλλά όπως συμβαίνει και κατά τη θεραπευτική διαδικασία της ψυχανάλυσης, όσο οδυνηρή κι αν είναι αυτή η γνώση, π.χ. του απωθημένου περιεχομένου του υποσυνειδήτου μας, ο μόνος τρόπος για να προχωρήσουμε είναι να την κατακτήσουμε.
Η αντίληψη της ηθολογίας για τον έμφυτο χαρακτήρα της επιθετικότητας και για την «αξία επιβίωσης» που διαθέτει, αποτελεί επίσης ένα κόκκινο πανί στα μάτια των φιλειρηνιστών. Η ιδέα ότι η επιθετικότητα παίζει ένα θετικό ρόλο στη ζωή, για πολλούς είναι σκανδαλιστική. Όμως δεν προωθείς την ειρήνη κλείνοντας τα μάτια σου μπροστά σ’ ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός.
Οι αντιλήψεις της ηθολογίας για την επιθετικότητα είναι περίπου οι εξής: Μέσω της επιθετικότητας (που χαρακτηρίζεται πιο πετυχημένα σαν ενδοειδική επιθετικότητα, σαν επιθετικότητα δηλαδή που κατευθύνεται σε άτομο του ίδιου είδους), ένα ζώο διεκδικεί πιο αποτελεσματικά ένα ζωτικό χώρο για την επιβίωση του. Αυτό είναι τόσο φανερό, όσο φανερό είναι και το ότι αν η επιθετικότητα αυτή έφτανε στα άκρα, το είδος θα οδηγείτο στην αλληλοεξόντωση. Τι γίνεται λοιπόν; Το ζώο θέλει απλώς να διώξει τον αντίπαλο από την περιοχή που διεκδικεί. Αυτό του (σελ. 72) φτάνει. Έτσι, σε φυσική κατάσταση παρατηρούμε ότι η επιθετικότητα εξαντλείται κυρίως σε μια επίδειξη δύναμης. Όταν ο συσχετισμός είναι προφανής (πράγμα που γίνεται αντιληπτό μέσω ορισμένων τυπικών επιθετικότητας που εκτελούν οι δύο αντίπαλοι - το πιο απλό είναι το γαύγισμα των σκυλιών) ο πιο αδύναμος φεύγει. Όμως, ακόμα και αν εμπλακούν σε αληθινή σύγκρουση, δεν φτάνουν ποτέ σε αλληλοεξόντωση. Κι αυτό γιατί, μόλις αντιληφθεί τον κίνδυνο ένας από τους δύο αντιπάλους, εκτελεί ορισμένα τυπικά κατευνασμού, που αναστέλλουν την επιθετικότητα του αντιπάλου του.
Τα τυπικά αυτά συνίστανται σε σχήματα συμπεριφοράς, που προέρχονται κυρίως από το ρεπερτόριο των σχημάτων συμπεριφοράς που αναπτύσσει ένα μικρό ζώο απέναντι στη μητέρα του. Το σκυλί για παράδειγμα, θα πέσει με τη ράχη στο χώμα, θα σηκώσει τα πόδια ψηλά, και ίσως ουρήσει, σαν κουταβάκι. Η επιθετικότητα του αντιπάλου του αναστέλλεται, και μάλιστα μερικές φορές σε τέτοιο βαθμό, ώστε πριν υποχωρήσει ο αντίπαλος και απομακρυνθεί, γλύφει το άλλο σκυλί όπως κάνει μια μητέρα στο κουταβάκι της.
Για να ανασταλεί η επιθετικότητα πρέπει οι δυο αντίπαλοι να βρίσκονται κοντά ο ένας με τον άλλο, ώστε να είναι ορατά τα τυπικά κατευνασμού. Σήμερα όμως, με την ανάπτυξη των πυροβόλων όπλων, ο άνθρωπος γίνεται απλώς στόχος, και δεν προλαβαίνει ν’ αναπτύξει τέτοια τυπικά, που εξάλλου δεν θα ήταν ορατά. Αν ο πιλότος που έριξε τη βόμβα στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι έβλεπε τα θύματα του να τον εκλιπαρούν, είναι αμφίβολο αν θα την έριχνε.
Αυτή η φυλογενετική προσαρμογή των τυπικών κατευνασμού, σαν αντίβαρο της επιθετικότητας, αναπτύχθηκε σε διάστημα χιλιάδων χρόνων, στη χρονική κλίμακα δηλαδή στην οποία συντελούνται οι βιολογικές προσαρμογές. Όμως με την ανάπτυξη του πολιτισμού βρισκόμαστε μπροστά σε καταστάσεις όπως η προηγούμενη, που δεν προλαβαίνουμε ν’ αναπροσαρμοστούμε βιολογικά. Ο Konrad Lorenz έχει τονίσει αυτόν τον κίνδυνο.
Πιστεύω πως τονίσαμε, έστω και μακρηγορώντας, τι είναι η ηθολογία και τι την ξεχωρίζει από την ψυχολογία καθώς και το κύριο χαρακτηριστικό της, που αποτελεί και το πιο αμφιλεγόμενο σημείο της, την έμφαση που δίνει στους έμφυτους χαρακτήρες και μάλιστα στην επιθετικότητα.
Κλείνοντας το σύντομο αυτό σημείωμα, που περισσότερο είχε σαν στόχο να διαλύσει μια προκατάληψη παρά να κάνει μια πλήρη παρουσίαση, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω στην ελληνική βιβλιογραφία. Πρώτα απ’ όλα στο εισαγωγικό άρθρο του Niko Tinbergen που κλείνει τη συλλογή του R. Harre «Επιστημονική σκέψη 1900-1960» σε έκδοση του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τράπεζας. Επίσης στην «Επιθετικότητα» του Κ. Lorenz από τις εκδόσεις Χατζηνικολή, και στο «Αγάπη και Μίσος» του Ειρηναίου Άιμπλ-Άιμπεσφελντ από τις εκδόσεις θυμάρι, που πραγματεύονται το ίδιο θέμα, σε μετάφραση δική μας. Ακόμα στα «Οκτώ θανάσιμα αμαρτήματα του πολιτισμού» του Κ. Lorenz (εκδόσεις θυμάρι) όπου «φωτίζει» ο συγγραφέας προβλήματα της εποχής μας με τις κατακτήσεις της ηθολογίας. Παραπέμπω τέλος τον αναγνώστη και στα δύο θαυμάσια βιβλία του Desmond Morris, «Ο Γυμνός Πίθηκος» (Κέδρος) και «Ο Ανθρώπινος Ζωολογικός Κήπος» (Μπουκουμάνης). (σελ. 73)
Post a Comment