Book review, movie criticism

Thursday, July 6, 2017

Woody Allen, Hanna and her sisters (H Χάννα και οι αδελφές της, 1986)

Woody Allen, Hanna and her sisters (H Χάννα και οι αδελφές της, 1986)


  Από σήμερα στο Ζέφυρο, σε επανέκδοση.
  Το έχω ξαναγράψει: ο Γούντι Άλεν είναι από τους πιο αγαπημένους μου. Δυο συγγραφείς ξαναδιάβασα, τον Νίτσε και τον Καζαντζάκη (καρπός της δεύτερης ανάγνωσης υπήρξε το βιβλίο μου «Ο δικός μου Νίκος Καζαντζάκης») και δυο σκηνοθέτες ξαναείδα, ξεκινώντας από την πρώτη ταινία τους, τον Ακίρα Κουροσάβα και του Γούντι Άλεν. Κυρίως μου αρέσει το σοφιστικέ χιούμορ του, σατιρικό αρκετές φορές, αλλά και η σκηνοθετική του επινοητικότητα με πρωτότυπα, σουρεαλιστικά επεισόδια που μπάζει σε πολλές ταινίες του.
  «Η Χάννα και οι αδελφές της» στην πραγματικότητα είναι «Οι τρεις αδελφές», μια και ο χρόνος που εμφανίζονται στην οθόνη είναι χοντρικά ίσος. Άντε όμως να δημιουργήσεις τέτοιο διακείμενο και να σε συγκρίνουν με τον Τσέχωφ.
  Η μια αδελφή λέγεται Χόλλυ. Είναι η δεύτερη φορά που συναντάω το όνομα αυτό, και μάλιστα τόσο σύντομα. Η πρώτη είναι στο μυθιστόρημα της Cecilia Ahern, «Υ.Γ. Σ’ αγαπώ». Δεν το έχω τελειώσει ακόμη, μόλις το τελειώσω θα κάνω ανάρτηση.
  Η επανέκδοση της ταινίας νομίζω ότι είναι μια πολύ επιτυχημένη επιλογή, γιατί αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια επιτομή των θεματικών του Γούντι Άλεν. Συζυγικές σχέσεις, εξωσυζυγικές σχέσεις, ψυχολογικά προβλήματα, υπαρξιακά προβλήματα, μεταφυσικά προβλήματα. Θα γίνει αναφορά στον Σωκράτη, στον Νίτσε και στον Φρόιντ. Το πρόβλημα της ύπαρξης του θεού, της μετά θάνατο ζωής και το στενά συνυφασμένο μ’ αυτά νόημα της ζωής απασχολεί τον Γούντι Άλεν και σαν πρόσωπο μέσα στο έργο. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας θα αποφανθεί ότι η ζωή μας αυτή είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχουμε και ότι είναι κρίμα να τη χάσουμε. Αν συνεχίσουμε να υπάρχουμε και μετά θάνατο, ακόμη καλύτερα. Είναι και το άγχος του θανάτου όταν αντιμετωπίζεις ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Ο Γούντι Άλεν χοροπηδούσε στο δρόμο μετά την καθησυχαστική διάγνωση.
  Το έζησα πριν 17 χρόνια. Ήμουν πεπεισμένος ότι είχα καρκίνο στο συκώτι. Ο γιατρός που μου έκανε τον υπέρηχο άνω και κάτω κοιλίας δεν ήξερε, απλά μου είπε να το ψάξω. Το έψαξα, δεν ήταν καρκίνος. Τι ήταν; Ούτε και αυτοί ήξεραν. Πρόπερσι μόλις ένας άλλος γιατρός, σε άλλο διαγνωστικό κέντρο που μου έκανε τον ίδιο υπέρηχο μου είπε τη διάγνωση: αιμαγγείωμα, κάτι σχετικά ανώδυνο.
  Μέχρι να βγουν τότε τα αποτελέσματα πέρασε ένας μήνας. Θυμάμαι που, ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, σκεφτόμουνα ολόχαρος ότι θα ζήσω. Είπα ότι δεν θα ξαναστενοχωρηθώ ποτέ πια στη ζωή μου αφού το πιο ακριβό δώρο, τη ζωή, δεν επρόκειτο να το στερηθώ.
  Μπούρδες. Πέρασα πολύ πιο μεγάλες στενοχώριες για λιγότερο σημαντικά προβλήματα. Και συνειδητοποίησα ότι όσο μεγαλώνω τόσο λιγότερες αντοχές έχω στο να αντιμετωπίζω προβλήματα. 
  Το θυμήθηκα ξαναδιαβάζοντας τα παραπάνω. Κατά τον Ίρβιν Γιάλομ τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι έχουν τη βάση τους στις «τέσσερις έσχατες ανησυχίες»: τον έρωτα, τον φόβο του θανάτου, το νόημα της ζωής και τις διαπροσωπικές σχέσεις.
  Βλέποντας την ταινία με έπιασαν και μένα τα υπαρξιακά μου. Βλέπω τον Μάικλ Κέην, σύζυγο της Μίας Φάροου (με την παιδιάστικη, χαδιάρα φωνή της, αρχίζω να καταλαβαίνω γιατί την έλκυαν οι μεγαλύτεροι άνδρες, οι επιτυχημένοι βέβαια), 53 χρονών, ελκυστικότατο, και θυμάμαι τον ογδοντατεσσάρη Μάικλ Κέην που είδα πριν λίγες μέρες στην «Εκδίκηση με στυλ». Καταραμένα τα γεράματα, αλλά μεγαλύτερη κατάρα να πεθαίνεις νέος.
  Στην ταινία βλέπουμε τους ήρωες να σκέφτονται φωναχτά. Δεν ξέρω αν είναι επινόηση του Άλεν ή την πήρε από άλλο σκηνοθέτη. (Τελικά, συμπληρώνω λίγο αργότερα, βρήκα ότι δεν είναι επινόηση δική του. Ο Μ. Μαρτέν στη «Γλώσσα του κινηματογράφου» αναφέρει ότι την ανακάλυψαν ταυτόχρονα το 1930 ο Χίτσκοκ και ο Μουνιουέλ, σελ. 242). Ούτε ξέρω αν είναι επινόηση του Ευγένιου Ο’ Νηλ στο «Παράξενο ιντερλούδιο» (εκδόσεις Μπούρας, χχ), το οποίο μετάφρασα στα νιάτα μου, ή το πήρε και αυτός από άλλο θεατρικό συγγραφέα.
  Ακόμη είδαμε και το μοτίβο ένας άνδρας και μια γυναίκα αρχικά να αντιπαθούνται και μετά να τα φτιάχνουνε. Προσπαθώ να θυμηθώ έστω και μια ταινία που το έχω συναντήσει και μου είναι αδύνατο.
  Ακούσαμε και την ατάκα, που απευθύνεται στον Γούντι Άλεν.
  «Άκου μικρέ, αρχίζεις να τα χάνεις. Χρειάζεσαι διακοπές στις Βερμούδες ή μια βόλτα στα μπουρδέλα».
  Τις δυο επιλογές τις έχεις μόνο αν είσαι πλούσιος. Αν είσαι φτωχός έχεις μόνο τη δεύτερη επιλογή. Για τις γυναίκες η δεύτερη επιλογή αντικαθίσταται με μια βόλτα στα καταστήματα, που το λένε και shopping (psycho)therapy.
  Θυμήθηκα και το ανέκδοτο με τον Άδωνη, όταν ήταν υπουργός υγείας και επισκέφτηκε ένα νοσοκομείο, αλλά λέω καλύτερα να μην το γράψω.
  Στην ταινία ο Woody Allen είναι στείρος. Η Μία Φάροου (πρόκειται για αναδρομή, στο κυρίως πλαίσιο της ιστορίας είναι χωρισμένοι) δεν θέλει να υιοθετήσουν, θέλει να νοιώσει την εμπειρία της μητρότητας. Τελικά αποφασίζουν να προτείνουν στο φίλο τους να της δώσει το σπέρμα του. Φυσικά δεν πρόκειται να κάνει σεξ μαζί της, θα αυνανιστεί.
  Και θυμήθηκα την ταινία του Wang Xiaoshuai (Γουάνγκ Σιάο Σουάι) «In love we trust» (Στον έρωτα εμπιστευόμαστε) όπου εκεί, για παρόμοιο λόγο, έπρεπε η γυναίκα να κάνει σεξ με τον πρώην της.  
  Το να σας πω να δείτε την ταινία μετά από αυτά που έγραψα είναι νομίζω περιττό.

  Να μην το ξεχάσω, έχω γράψει για τις τελευταίες δέκα ταινίες του Woody Allen, όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να τις βρει στο ιστολόγιο-ευρετήριό μου.   
Post a Comment