Book review, movie criticism

Friday, July 14, 2017

Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, Ωρόρα χχ σελ. 440

Μακρυγιάννης, Απομνημονεύματα, Ωρόρα χχ σελ. 440


  Είναι βιβλίο must και βρισκόταν επί δεκαετίες στο ράφι των τύψεων, μέχρι που χάθηκε και το ανακάλυψα πρόσφατα. Ένα βιβλίο που όσο το διάβαζα τόσο και μεγάλωναν οι τύψεις μου που δεν το είχα διαβάσει πιο πρώτα, παρόλο που είχα διαβάσει το σχετικό κείμενο του Σεφέρη στις Δοκιμές, στο οποίο εκφράζει το θαυμασμό του για τον Μακρυγιάννη (ελπίζω να το βρω να το ξαναδιαβάσω, είναι κάτω στην Κρήτη).
  Είχα διαβάσει ότι ο Μακρυγιάννης – το γράφει και ο ίδιος άλλωστε – έμαθε μεγάλος σε ηλικία να γράφει, ακριβώς για να γράψει τα απομνημονεύματά του. Δεν τον απάτησε όμως ποτέ η μνήμη του; Όπως και να έχει, αυτά που γράφει είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικά.
  Το ότι η επανάσταση τρώει τα παιδιά της είναι γνωστό, και εδώ επιβεβαιώνεται για άλλη μια φορά. Αυτό όμως που είναι καινούριο, είναι πως οι μορφωμένοι πολιτικοί τράβηξαν το χαλί κάτω από τα πόδια των αγράμματων επαναστατών και τους πήραν την εξουσία. Και οι επαναστάτες, όχι όλοι βέβαια, πέθαναν στην ψάθα. Πολλοί φυλακίσθηκαν όταν εξεγέρθηκαν αφού είδαν ότι παραμερίστηκαν εντελώς από τους πολιτικούς, χωρίς να πάρουν έστω μια μικρή σύνταξη να ζήσουν. Για τις χήρες και τα ορφανά ούτε συζήτηση. Ναι, κάθε κανόνας θα έχει ασφαλώς και τις εξαιρέσεις του, όμως αυτό διάβασα στα απομνημονεύματα. Δεν θυμάμαι πού διάβασα ένα σχετικό κείμενο, όπου κάποιος είδε τον Νικηταρά να ζητιανεύει στα σκαλιά μιας εκκλησίας και τον αναγνώρισε (τελικά βρήκα στο διαδίκτυο σχετική ανάρτηση).
  Διαβάζω:
  «…Ότι όλοι οι πολιτικοί πλερώνονται χοντρούς μιστούς και των στρατιωτικών δίνουν από μια ομολογίαν είκοσι πέντε γρόσια τον μήνα» (σελ. 229).
  Και θυμήθηκα.
  Ο πατέρας μου ήλθε μια μέρα διαολεμένος στο σπίτι. Γιατί; Διότι οι βουλευτές ψήφισαν αύξηση του μισθού τους, και ανάμεσά τους και οι βουλευτές της ΕΔΑ. Αυτό ειδικά ήταν που τον διαόλισε.
  Διαβάζω ακόμη:
  «Των αγωνιστών οι άνθρωποι διακονεύουν και γυρεύουν να πάνε πίσω εις τους Τούρκους. Τους είχανε αυτοίνοι σκλάβους, τους ντύνανε, τους συγυρίζανε και τρώγαν. Εις την πατρίδα τους ξυπόλυτοι και γυμνοί διακονεύουν» (σελ. 60).
  Το παρακάτω απόσπασμα είναι το πιο χαρακτηριστικό.
  «Εκείνοι οπού αγωνίστηκαν, από μέσα κι απ’ όξω, λίγοι ήταν και χάθηκαν οι περισσότεροι· κι όσοι μείναν, πολλοί απ’ αυτούς γκεζερούν ξυπόλυτοι και γυμνοί μέσα στα σοκάκια αυτεινής της πατρίδας τους· και οι χήρες κι αρφανά των αγωνιστών διακονεύουν· και οι νειες τούς πατούνε οι διαφταρμένοι την τιμή τους στανικώς να φάνε κομμάτι ψωμί. Λίγοι αγωνιστήκαμεν-εις τον καρπόν πολλοί πλάκωσαν·  και παίρνουν το ξύλο και βαρούνε τους αγωνιστάς» (σελ. 357).
  Αυτό μετά, γιατί πιο πρώτα ήταν οι εμφύλιοι. Ο Μακρυγιάννης λέει ότι πολλές φορές οι στρατιωτικοί υποκινήθηκαν από τους πολιτικούς, τόσο για τους εμφύλιους όσο και για τις εξεγέρσεις αργότερα, για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς.
  Οι επαναστάτες –προφανώς όχι όλοι- πλιατσικολογούσαν τους κατοίκους. Ο Μακρυγιάννης δεν ήταν απ’ αυτούς. Γράφει:
  «Και εγυμνώσαμεν όλους τους καϊμένους και τους αφήσαμεν δυστυχείς. Μα την πατρίδα, δεν πήρα εγώ απ’ αυτά ούτε μια τρίχα. Οι σύντροφοί μου άνοιξαν μίαν κρυψώνα και μόδωσαν εις στο μερίδιό μου, ως κεφαλή, δυο μερδικά. Τα ξετιμήσαμεν τα δυο μερδικά πεντακόσια γρόσια, κι αυτά όποτε αρρώσταινα τ’ άφηνα εις την διαθήκη μου να τα δώσουνε σ’ εκκλησιές» (σελ. 46).
  Και παρακάτω:
  «Αφού οι Αρτηνοί με βιάζαν να τους συνάξω να πάμεν έξω σ’ το ορδί, ντουφέκια κι άλλα αναγκαία δεν είχαν, τους γύμνωσαν πρώτα οι Τούρκοι, οπού τους σύναξαν τ’ άρματά τους, και ύστερα κ’ εμείς οι λευτερωταί όλο τους το βιον» (σελ. 52). 
  Ο Μακρυγιάννης, βλέποντας όλα αυτά, σχολιάζει: «…Ότι την επανάστασίν μας θα την καταντήσουμε ληστεία· και η πατρίς κατάντησε η παλιοψάθα των ατίμων» (σελ. 130).
  Οι Βαυαροί μάσησαν αρκετά πριν διωχθούν, μετά το σύνταγμα.
  Ο Μακρυγιάννης σούρνει ουκ ολίγα σε πολιτικούς, ιδιαίτερα στον Μαυροκορδάτο και στον Κωλέτη.
  Διαβάζουμε:
  «Ο Εκλαμπρότατος Μαυροκορδάτος ήταν σύμφωνος κι’ αυτός, ο Φαναριώτης, εις το σχέδιον να ξεκάμουν τους στρατιωτικούς» (σελ. 62). Στο μάτι είχε τον Καραϊσκάκη που τον καταδίκασαν σε θάνατο, αλλά οι σύντροφοί του τον γλίτωσαν μας λέει παρακάτω ο Μακρυγιάννης.
  Διαβάζουμε:
  «Πήγανε αναντίον του δυστυχή Δυσσέα. Ακούγοντας ότι έρχεται εναντίον του ο δικός του, ο Γκούρας, το παιδί του, που αυτός τον δόξασε, μπιστεύτηκε και βήκε και παραδόθη εις το παδί του. Τον πήγε εις την Αθήνα και τον σκότωσε. Τελείωσε πλέον ο κύριος Κωλέτης κι από τον τρίτον αντίζηλόν του. Δυσσέα Αντρίτζο, Αλέξη Ντούζο, Χρήστο Παλάσκα, και τους τρεις τους σκότωσε» (σελ.135). Σε μια υποσημείωση πιο κάτω διαβάζουμε:   
  «…δεν ήταν η καλοσύνη του Κωλέτη να στέλνει τον αγαθόν και γενναίον Παλάσκα να σκοτωθεί και να του παίρνει τη γυναίκα του μορόζα (σελ. 147). Νομίζω ο Δαυίδ είχα κάνει κάτι ανάλογο.
  Πιο κάτω μιλάει για το πλιάτσικο και τις απάτες του Γκούρα (σελ. 170), μεγάλο το απόσπασμα, να μην το παραθέσω.
  Πιο κάτω πάλι απευθύνεται στον Γκούρα:
  «Τι τα θες τα πλούτη, οπού τάκαμες και γιόμωσες τόσους τενεκέδες και τους έχωσες; Δεν πλέρωνες ανθρώπους νάχεις δια το κεφάλι σου, κι εσύ να δοξαστείς και την πατρίδα να την ωφελήσεις; Όχι σ’ ένα μήνα να σε βιάζουν να φύγουν. Σου βάλαν υποψίες οι απατεώνες ότι θα σε σκοτώσω μ’ απιστιά εξ αιτίας του Δυσσέα, οπού τον σκότωσες. Αδελφέ, δεν έπρεπε να γίνει αυτό εις τον ευεργέτη σου και ναρθεί από σένα. Τώρα έγινε. Θυμήσου πόσα σου είπα εις την Αγόργιανη· ότι θα μας βάλουν να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλον. Τότε μ’ άκουσες, δεν τόκαμες· ύστερα έγινε. Τώρα όμως να γνωρίσεις τους φίλους σου και τους απατεώνες. Δεν πλουταίνει ο άνθρωπος με χρήματα μοναχά, πλουταίνει κι από τα καλά του έργα» (σελ. 183).
  Το παρακάτω απόσπασμα είναι πολύ χαρακτηριστικό των αισθημάτων του Μακρυγιάννη.
  «Αν μας έλεγε κανένας αυτείνη την λευτεριά οπού θα γευόμαστε, θα περικαλούσαμε τον Θεόν να μας αφήσει εις στους Τούρκους, άλλα τόσα χρόνια, όσο να γνωρίσουν οι άνθρωποι τι θα ειπεί πατρίδα, τι θα ειπεί θρησκεία, τι θα ειπεί φιλοτιμία, αρετή και τιμιότη. Αυτά λείπουν απ’ όλους τους στρατιωτικούς και πολιτικούς. Τις πρόσοδες της πατρίδας τις κλέβομεν, από υποστατικά δεν της αφήσαμεν τίποτας, σε ’πηρεσία να μπούμε, ένα βάνομεν εις το ταμείον, δέκα κλέβομεν…» (σελ. 419).
  Και κάποια άλλα αποσπάσματα:
  «Τους πήραμε τον αγέρα και τους είχαμεν σαν Οβραίους» (σελ. 202).
  Και πιο κάτω:
  «Πήραμεν τους Τούρκους ως Οβραίους» (σελ. 205).
  Ακόμη:
  «…θα τους θεωρούν οι άλλοι ως είλωτες κι Οβραίους» (σελ. 351).
  Σωστά το είπε ο Χίτλερ, τον αντισημιτισμό δεν τον ανακαλύψαμε εμείς.
  Και για τις αγριότητες της εποχής:
  «…Ήρθαν όλοι από το πέρα μέρος, ήρθε κι ο νέος Ναύαρχος κι ο Αρχιστράτηγος, εβήκαν από τα καράβια. Τους πήγαν οι Έλληνες τα κεφάλια να τους δώσουν μπαχτζίσι· δεν θέλησαν να ιδούνε ούτε εκείνους όπου τα βαστούσαν» (σελ. 210).
  Το τελευταίο κεφάλι που κόπηκε πρέπει να ήταν του Άρη Βελουχιώτη.
  Διαβάζουμε:
  «Οι φίλοι του ’στοριογράφου έχουν όνομα, εκείνοι που δεν είναι της φατρίας του δεν έχουν όνομα» (σελ. 304).
  Πόσο αντικειμενική μπορεί να είναι τελικά μια ιστοριογραφία;
  «Τον Μάρτιον μήνα του 1839-Η κυβέρνηση αποφάσισε να γένεται εθνική γιορτή· και την αποφάσισε να γένεται κάθε χρόνο του Βαγγελισμού και να γιορτάζει εκείνη την ημέρα γενικώς το κράτος» (σελ. 307).
  Το μάθαμε κι αυτό.
  «Τι του έκαμεν της Μεγαλειότης του αυτό το έθνος; Τι κακό είδε απ’ αυτό το δυστυχισμένο; ’Σοδήματα μόλις πιάνει δέκα έντεκα ’κατομμύρια, ότι τ’ άλλα τα κλέβουν εκείνοι οπού τους μπιστεύεται και βάνει και το κυβερνούν. Παίρνει η Μεγαλειότης του ένα ’κατομμύριον, κι όλα τ’ άλλα τάχει εις το χέρι του κι όπου θέλει κι όποιον θέλει του δίνει και τον αναστήνει, ή έχει δικαίωμα ή όχι» (σελ. 380-381).
  Και δυο παροιμίες:
  «Η μαγαρισιά το φκυάρι της θέλει» (σελ. 78)
  «Το σκυλί οπού είναι μαθημένο εις το χασαπλειό δεν φυλάγει ποτέ πρόβατα» (σελ. 382).
  Και οι δεκαπεντασύλλαβοι.
Τα τείχη του περιβολιού απόξω να τα πιάσω (σελ. 161)
Να δώσουν την πατρίδα τους σε ξένους αφεντάδες (σελ. 315)
Αφίνετε ελεύτερους εις τα αιστήματά τους (σελ. 401)
  Αν δεν τα έχετε διαβάσει τα «Απομνημονεύματα» σαν συνιστώ να τα διαβάσετε. Θα δείτε τα μελανά σημεία που αποσιωπούν οι επίσημες ιστοριογραφίες, τα περισσότερα τουλάχιστον.


Post a Comment