Book review, movie criticism

Friday, July 28, 2017

Cecilia Ahern, Υ.Γ. Σ’ αγαπώ

Cecilia Ahern, Υ.Γ. Σ’ αγαπώ (μετ. Μαρία Νταή), Διόπτρα 2016,  σελ. 448


  Έχω πάψει πια να αγοράζω βιβλία, για τρεις λόγους. Ο πρώτος είναι η κρίση. Ο δεύτερος είναι ότι έχω πολλά αδιάβαστα που είχα αγοράσει πριν κρίσης, αλλά και λίγο μετά, μέχρι να προσγειωθώ. Ο τρίτος είναι ότι μου δίνουν τα βιβλία τους διάφοροι φίλοι συγγραφείς. Έτσι δεν επισκέπτομαι πια την Πρωτοπορία και την Πολιτεία, όταν είμαι περαστικός βέβαια, μήπως δω καμιά προσφορά. Αυτό που έκανε ο φίλος μου ο Πολ πριν λίγες μέρες, που πέρασε από την Πολιτεία και αγόρασε, προσφορά, τέσσερα βιβλία με είκοσι ευρώ, εγώ έχω σταματήσει να το κάνω εδώ και χρόνια. Και βέβαια ποτέ δεν κοιτάζω τις βιτρίνες. Όταν όμως βρεθώ μπροστά σε προσφορές πάνω σε πάγκους στα πεζοδρόμια, δεν αντέχω στον πειρασμό να ρίξω μια ματιά, αλλά πιέζω τον εαυτό μου να απομακρυνθώ όσο γίνεται πιο γρήγορα, πριν βρω κάτι ελαφρώς ενδιαφέρον και μπω σε έναν ακόμη πειρασμό, να το αγοράσω.
  Πριν κανένα μήνα περνούσα από το πεζοδρόμιο της Ιπποκράτους, εκεί που ήταν παλιά η Πανεπιστημιακή Λέσχη. Εκεί βρίσκεται ένα περίπτερο, όπου δίπλα του είναι πάγκοι με βιβλία σε προσφορά, ένα με δύο ευρώ. Είχα ξαναπάρει ένα δυο, παλιά. Είπα να ρίξω μια ματιά. Και το μάτι μου έπεσε πάνω σε ένα βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο, 527 σελίδες, μόνο ένα ευρώ. Καταπληκτική προσφορά. Το αγόρασα. Ο τίτλος του ήταν «P.S. я люблю теба».
  Είχα χρόνια να διαβάσω ρώσικο βιβλίο. Δηλαδή όχι ότι έχω διαβάσει στη ζωή μου πολλά, τρία όλα κι όλα: «Τα παιδικά χρόνια» του Γκόρκι, την «Άννα Καρένινα» και τους «Αδελφούς Καραμάζωφ», αυτούς για τρίτη φορά. Από το «Πόλεμος και Ειρήνη» διάβασα καμιά εβδομηνταριά σελίδες και μετά πλάκωσαν άλλα πιο επείγοντα και το άφησα, χωρίς να εγκαταλείψω το όνειρο να το διαβάσω κάποια στιγμή στο πρωτότυπο, μια και το θεωρώ σαν το καλύτερο βιβλίο που διάβασα ποτέ. Ο Άρνολντ Χάουζερ στην «Κοινωνική ιστορία της τέχνης» (γράφηκε τη δεκαετία του 1930) το θεωρούσε ως το καλύτερο μυθιστόρημα που γράφηκε ποτέ.
  Πολύ παλιά διάβαζα γερμανικά αισθηματικά μυθιστορήματα, σε εκδόσεις σαν τα δικά μας Βίπερ, της Marie Louise Fischer και ενός Gonzalik, με γλώσσα απλή και απλή σύνταξη, για να εμπεδώσω τα γερμανικά που ήξερα. Σκέφτηκα ότι και αυτό το βιβλίο, εμφανέστατα αισθηματικό μυθιστόρημα όπως φαινόταν από τον τίτλο, δεν θα είχε καμιά δύσκολη γλώσσα. Έτσι το αγόρασα για να φρεσκάρω λίγο τα ρώσικά μου, που σχεδόν το μόνο φρεσκάρισμα που τους κάνω είναι βλέποντας καμιά ρώσικη ταινία.
  Το βιβλίο, διάβασα στο εξώφυλλο, μεταφράστηκε σε 42 γλώσσες και πούλησε πέντε εκατομμύρια αντίτυπα. Από τότε θα πούλησε και άλλα.
  Πρόκειται για το πρώτο μυθιστόρημα της 21χρονης τότε εγγονής ενός πρωθυπουργού της Ιρλανδίας, που εκδόθηκε το 2004.
  Επινοητική η Σεσίλια Άχερν πραγματεύεται ένα θέμα με εντελώς πρωτότυπο τρόπο. Ή μάλλον δυο: τη δύναμη του έρωτα και την αναγκαιότητα να ξεφύγουμε από το πένθος του νεκρού συντρόφου.
  Ο Τζέρυ είχε καρκίνο στον εγκέφαλο. Οι δυο εγχειρήσεις που έκανε δεν θα κατάφερναν να τον σώσουν. Κάποια στιγμή θα πέθαινε. Και, ξέροντας πόσο τον αγαπούσε η Χόλι, σκέφτεται πώς να την κάνει να ξεπεράσει γρήγορα το πένθος της, μια και ο θάνατός του ήταν αναπόφευκτος. Και κάνει το εξής: γράφει δέκα επιστολές τις οποίες η Χόλι θα παραλάμβανε μετά, μαζεμένες σε ένα δέμα, με την υπόδειξη να ανοίγει ένα κάθε πρωτομηνιά. Σε κάθε γράμμα, το οποίο τέλειωνε με το υστερόγραφο «Σ’ αγαπώ», τις έλεγε να κάνει κάποια πράγματα. Το πρώτο ήταν να τραγουδήσει καραοκέ. Ένα άλλο ήταν να πάει διακοπές στην Ισπανία με δυο φίλες της, είχε ήδη κλείσει τα εισιτήρια σε ένα πρακτορείο με την εντολή να της τα παραδώσουν μια ορισμένη ημερομηνία. Το τελευταίο ήταν να συνεχίσει τη ζωή της, να μην διστάσει να ξαναερωτευτεί.
  Αν το συγκρίνει κανείς με το προαποικιακό έθιμο στην Ινδία, όταν πέθαινε ο μαχαραγιάς να καίνε τη γυναίκα του στην πυρά (σιγά που θα άφηνε να την πηδήξει άλλος), καταλαβαίνει κανείς το ψυχικό μεγαλείο του Τζέρι. Και κάπου στην Αφρική υπήρχε ένα ανάλογο έθιμο, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ πού. Να το διάβασα άραγε στον «Ανυποψίαστο ανθρωπολόγο» και να ξέχασα να το περάσω στη βιβλιοκριτική που έγραψα, δεν είμαι σίγουρος.
  Πέρα από αυτή την πρωτότυπη σύλληψη με τις επιστολές τα υπόλοιπα επεισόδια στο βιβλίο είναι λίγο πολύ τυπικά: Οι σχέσεις με τους γονείς, οι σχέσεις με τα αδέλφια, οι σχέσεις με τους φίλους, η δουλειά, κ.ά.
  Όμως να παραθέσω ένα απόσπασμα, σε μετάφραση της μετάφρασης.
  Το 12ο κεφάλαιο ξεκινάει ως εξής:
  «Οκτώ το βράδυ όταν η Χόλι τελικά έφτασε σπίτι της, ήταν ακόμη μέρα. Χαμογέλασε. Όταν όλα γύρω είναι τόσο φωτεινά, λιγοστεύουν οι λόγοι να βυθιστεί στην κατάθλιψη».
  Συνήθιζα το καλοκαίρι να κλείνω τα παντζούρια για να μη ζεσταίνεται το σπίτι με την αντηλιά. Δεν ήθελα να χρησιμοποιώ τον κλιματισμό, ξέρω ότι είναι αρκετά ανθυγιεινός, και χρησιμοποιούσα μόνο τους ανεμιστήρες. Και κάθε λίγο βέβαια πήγαινα και έκανα ντουζ να δροσιστώ. Συνειδητοποίησα όμως ότι αυτή η σκοτεινιά μου δημιουργούσε κατάθλιψη. Έτσι στον τωρινό καύσωνα (γράφω τη σημείωση αυτή την πρώτη του Ιούλη, όταν έξω η θερμοκρασία το μεσημέρι, κατά το meteo.gr φτάνει στους 44 βαθμούς) είπα ότι δεν γίνεται, θα χρησιμοποιήσω και το κλιματιστικό. Με ανοιχτά τα παντζούρια νοιώθω πολύ πιο άνετα. Τελικά δεν γίνεται να έχεις και την πίττα σωστή και τον σκύλο χορτάτο.     
  Ήταν ευχάριστη έκπληξη να συναντήσω τη λέξη панихида (κάπου στο τέλος του 12ου κεφαλαίου). Έψαξα από περιέργεια τη μετάφραση στο translate.google και βρήκα ότι αγγλικά σημαίνει requiem και ελληνικά μνημόσυνο. Παννυχίδα, η ολονύχτια αγρύπνια, εδώ δίπλα στον νεκρό Τζέρυ.
  Και μια ακόμη ελληνική λέξη, λίγο μετά τη μέση του 13ου κεφαλαίου: пироманы, πυρομανείς.
  Στο google είδα ότι οι κριτικοί δεν εκφράστηκαν και πολύ κολακευτικά γι’ αυτό το μυθιστόρημα, όμως το αναγνωστικό κοινό, όπως φαίνεται, τους έγραψε στα παλιά του τα παπούτσια. Δεν πα να λένε οι κριτικοί, εμένα μου άρεσε. Σκέφτηκα μάλιστα να το προτείνω στον εκδότη μου τον Αλέξανδρο, αλλά συγκρατήθηκα. Μια φορά που του πρότεινα κάποιο άλλο βιβλίο έβαλε τα γέλια. Είχε ήδη μεταφραστεί στα ελληνικά. Άσε να το ψάξω λοιπόν, σκέφτηκα, και είδα ότι πράγματι είχε μεταφραστεί.
  Είδαμε και την ομότιτλη ταινία (2007) του Richard LaGravenese
  Το λήμμα της βικιπαίδειας γράφει κάποιες διαφορές από το μυθιστόρημα. Να προσθέσω κι εγώ ότι η σκηνή που κόντεψαν να παρασυρθούν από τη θάλασσα οι τρεις φίλες μεταφέρεται εδώ σε μια λίμνη, με τη βάρκα τους ακυβέρνητη. Στην ταινία φιλιούνται με το φλερτ της και διαπιστώνουν ότι δεν ταιριάζουν. Κουφό. Στο μυθιστόρημα, ενώ είναι έτοιμη να του δώσει θετική απάντηση, τον βλέπει με την πρώην του. Όμως εμφανίζεται ένας άλλος υποψήφιος στο τέλος, όχι ο ίδιος με εκείνον που εμφανίζεται στην ταινία, αφήνοντας τη βεβαιότητα ενός happy end. Τέλος η μεγάλη διαφορά είναι ότι η παρουσία του Τζέρυ είναι πολύ πιο έντονη στην ταινία από ό,τι στο μυθιστόρημα, και το επεισόδιο με την πρώτη τους συνάντηση είναι πραγματικά κορυφαίο. 
Post a Comment