Book review, movie criticism

Sunday, February 16, 2014

Abdellatif Kechiche, La vie d’ Adèle



Abdellatif Kechiche, La vie d’ Adèle (2013)

  Θα ξεκινήσω με τον χαρακτηρισμό του Στήβεν Σπήλμπεργκ για την ταινία, που τον διάβασα στον δεύτερο σύνδεσμο: Μια ανεπανάληπτη ιστορία αγάπης.
  Λεσβιακής αγάπης. Όμως, για μένα τουλάχιστον, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει το βάθος των αισθημάτων. Και το βάθος της αγάπης, για την ακρίβεια του έρωτα, μόνο μέσα από μια ομοφυλοφιλική ιστορία θα μπορούσε να αναδειχθεί· κι αυτό γιατί την ομοφυλοφιλική σχέση την αντιλαμβανόμαστε κυρίως ως σεξ και όχι ως αίσθημα. Δεν είναι τυχαίο που ο Αλεξανδρινός μιλάει για ηδονή και όχι για έρωτα. Και δεν νομίζω ότι είναι ειδική περίπτωση, αλλά ο κανόνας.
  Η ταινία έχει δυο κύρια χαρακτηριστικά. Το πρώτο είναι ένας θεατρικός νατουραλισμός. Οι περισσότερες σκηνές είναι οιονεί θεατρικές, με ατέλειωτους διαλόγους· αλλά και οι μη θεατρικές σκηνές είναι ατέλειωτες, όπως οι ερωτικές σκηνές που ενόχλησαν. Το δεύτερο κύριο χαρακτηριστικό της ταινίας είναι ότι ο φακός εστιάζει στα εκφραστικότατα πρόσωπα της Αντέλ Εξαρχοπούλου (ας το πούμε στα ελληνικά, έτσι θα ήταν το όνομά της αν ο παππούς της δεν είχε πάει στη Γαλλία. Αλήθεια, έχει καμιά συγγένεια με τη Λίλυ;) και της Léa Seydoux. Δεν είναι τυχαίο που οι δυο αυτές εξαιρετικές ηθοποιοί μοιράστηκαν τον Χρυσό Φοίνικα με τον σκηνοθέτη.
  Αυτά είχα να πω για την ταινία· καθώς και ότι υπάρχουν αρκετά κουτσομπολιά γι’ αυτήν. Διάβασα λίγα, υπάρχουν πάρα πολλά στο διαδίκτυο, για όποιον ενδιαφέρεται.

Κάνω τρεις μέρες μετά, την επικόλληση μιας άλλης κριτικής, σχετικής. 



Xie Yi Hang, Lesbian Edge (2013)
Όλη η ταινία βρίσκεται στο youtube

  Καθώς είμαι ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος όπως με χαρακτήρισε ο καθηγητής  Steven Tötösy de Zepetnek, δεν υπήρχε περίπτωση να μη δω το «Lesbian edge», το οποίο έπεσε στα χέρια μου δυο μέρες αφού είδα τη «Ζωή της Αντέλ». Θα μας απασχολήσει κυρίως το στόρι, οι ομοιότητες αλλά και οι διαφορές του στα δυο έργα, που πιστεύω ότι δείχνουν καθολικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης αλλά και τις διαφορές ανάμεσα στις δυο κουλτούρες. Η σκηνοθετική πραγμάτευση δεν θα μας απασχολήσει, καθώς το έργο του κινέζου Xie (προφέρεται shie) Yi Hang είναι προφανές ότι δεν μπορεί να συναγωνιστεί τον «Χρυσό φοίνικα» του Abdelatiffe Kechiche.
  Η πρώτη διαφορά: Στο έργο του Kechiche είδαμε εκτενείς ερωτικές σκηνές που άνετα θα μπορούσαν να απομονωθούν και ως καθαρό πορνό. Στο έργο του Xie Yi Hang οι ερωτικές σκηνές ούτε καν σαν foreplay δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν. Είναι σκηνές τρυφερότητας, και μάλιστα γίνονται σε φαντασιακό επίπεδο.
  Δεύτερη διαφορά: Στο έργο του Kechiche η σεξουαλική σχέση ολοκληρώνεται, ενώ στο έργο του Xie Yi Hang μένει ανολοκλήρωτη. Η προ-προτελευταία σκηνή είναι εντυπωσιακή. Η μια κοπέλα σταματάει την άλλη που φεύγει με το αυτοκίνητό της. Τη ρωτάει: «Θέλεις να τα φτιάξουμε;». Η άλλη διστάζει, διστάζει αρκετό χρόνο, για να κορυφωθεί το σασπένς. Όμως στο τέλος ανεβάζει το τζάμι και φεύγει. Μου θύμισε το μυθιστόρημα Monte Mario του Carlo Cassola.  
  Και η μεγάλη ομοιότητα: ο έρωτας, o μεγάλος έρωτας, που επιμένει στο χρόνο.
  Και άλλη ομοιότητα, στη σεναριακή πραγμάτευση: το «Ένας χρόνος μετά», που όμως στο έργο του Kechiche νομίζω ότι ήταν τρία. Στο έργο του Xie Yi Hang έχουμε δυο σκηνές. Στην πρώτη η κοπέλα φαντάζεται ότι στη θέση της τωρινής προϊσταμένης της κάθεται η άλλη. Αυτό, για να δειχθεί ότι ο έρωτάς της δεν έχει σβήσει. Στη δεύτερη, προσπερνούν η μια την άλλη κοιτώντας τα κινητά τους. Κάτι υποψιάζεται η «άλλη», γυρνάει το κεφάλι της όμως εκείνη έχει απομακρυνθεί. Δεν μπορεί να είναι σίγουρη.
  Η σεξουαλική απόκλιση και ο έρωτας είναι χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης. Η συντηρητική πραγμάτευση του θέματος από τον κινέζο σκηνοθέτη είναι χαρακτηριστικό της κινέζικης κουλτούρας, κάτι που το έχω επιβεβαιώσει και με άλλες ταινίες. Το ότι και στις δυο ταινίες έχουμε χωρισμό, αυτό γίνεται πιστεύω όχι μόνο για να δοθεί δραματικότητα στο έργο με το unhappy end, αλλά και να ικανοποιηθεί το αίσθημα των straight θεατών που, παρά τη συνειδητή αποδοχή τέτοιου είδους σχέσεων, στο βάθος, υποσυνείδητα, τις αποδοκιμάζουν. Και στις δυο κουλτούρες.
 


Post a Comment