Book review, movie criticism

Saturday, August 1, 2015

John Steinbeck, Τα σταφύλια της οργής



John Steinbeck, Τα σταφύλια της οργής (μετ. Κοσμάς Πολίτης), Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 2006, σελ. 302 και 288

  «Τα σταφύλια της οργής» ήταν ένα μυθιστόρημα που διάβασα στα γυμνασιακά μου χρόνια και με είχε εντυπωσιάσει. Πάντα ήθελα να το ξαναδιαβάσω, και κάποια στιγμή ήλθε το πλήρωμα του χρόνου.
  Κάθε scriptible βιβλίο «ξαναγράφεται» με κάθε ανάγνωση, και όσο βαθαίνουν οι αναγνωστικές εμπειρίες με τα χρόνια, τόσο και πιο «διαφορετική» είναι η ανάγνωση.
  Όμως δεν είναι μόνο οι αναγνωστικές εμπειρίες, ούτε οι γενικότερες εμπειρίες του αναγνώστη. Το γενικότερο κοινωνικοϊστορικό πλαίσιο παίζει συχνά ένα αποφασιστικό ρόλο. Αλλιώς διάβαζα τον Γκόρκι στα χρόνια της χούντας και αλλιώς μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού.
  Έτσι και με τα «Σταφύλια της οργής»: αλλιώς τα διάβασα στη δεκαετία του εξήντα και αλλιώς σήμερα.
  Ο λόγος;
  Τις καταστάσεις που περιγράφει το Στάινμπεκ (το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε το 1939), το μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα προς την Καλιφόρνια μετά τον ξεριζωμό των αγροτών της Οκλαχόμα από τη γη τους, έχει αρκετές ομοιότητες με το λαθρομεταναστευτικό ρεύμα που κατακλύζει τις τρεις τελευταίες δεκαετίες τη χώρα μας. Επίσης η πείνα, η πείνα που τους μάστιζε, δεν μπορεί να μη φέρει στο νου μας τα ρεπορτάζ για τους ανθρώπους που ψάχνουν τρόφιμα στα σκουπίδια και για παιδάκια που πηγαίνουν νηστικά στο σχολείο μετά το ξέσπασμα της κρίσης.   
  Εντυπωσιακός στην πλοκή του ο Στάινμπεκ, μας παρουσιάζει τις δυσκολίες που αντιμετώπισε μια οικογένεια στον ξεριζωμό της. Με μικρά κεφάλαια-ιντερμέτζα δίνει και το γενικότερο κοινωνικοϊκονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται τα γεγονότα. Βλέπουμε τη σκληρότητα με την οποία τους αντιμετωπίζει η αστυνομία και οι μπράβοι της εξουσίας, αλλά και τη συμπαράσταση που δέχονται συχνά από απλούς ανθρώπους. Και βέβαια τα τεχνάσματα που μετέρχονται οι μεγαλοκτηματίες για να τους πληρώνουν λιγότερο και να τους απομυζούν το ελάχιστο που κερδίζουν από τη δουλειά τους.
  Ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου ξεχωρίζει η φιγούρα του παπά Κέισι, που από αποσχισμένος ιερέας γίνεται ένας παρηγορητής ψυχών για να εξελιχθεί στη συνέχεια σε επαναστάτη-συνδικαλιστή και να δολοφονηθεί.
  Το τέλος είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό: η νεαρή Ρόζα που μόλις γέννησε νεκρό το μωρό της θηλάζει τον πατέρα ενός παιδιού που ήταν έξι μέρες νηστικός, λέγοντάς του ψέματα ότι είχε φάει για να φάει αυτό το λιγοστό φαγητό που τους είχε μείνει.
  Εξαιρετική η μετάφραση του Κοσμά Πολίτη, συνάντησα πολλούς ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που πια δεν τους παραθέτω. Όμως πάντα παραθέτω τουλάχιστον ένα απόσπασμα, σχολιάζοντάς το.
  «Το φορτηγό τράνταζε και βροντολογούσε πάνω στη δημοσιά. Μια γάτα ξεπετάχτηκε από το πλάι του δρόμου και ο Αλ έκανε λοξά για να τη χτυπήσει, μα δεν την πέτυχαν οι ρόδες, κι η γάτα πήδηξε μες στα χορτάρια» (1ος τόμος, σελ. 241).
  Ε, αυτό με ξενέρωσε. Έχω μια εντελώς αγαπησιάρικη σχέση με τις γάτες.
  Είδα και την ταινία, του John Ford. Γυρίστηκε τον επόμενο χρόνο της έκδοσης του βιβλίου, το 1940 και απόσπασε κάμποσα βραβεία. Ευσυνείδητη μεταφορά, σταματάει πριν το εντυπωσιακό τέλος του βιβλίου.
 
Post a Comment