Book review, movie criticism

Tuesday, August 11, 2015

Italo Calvino, Οι δύσκολοι έρωτες



Italo Calvino, Οι δύσκολοι έρωτες (μετ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Αστάρτη 1985, σελ. 295

  Μετά το μυθιστόρημα «Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές του Καλβίνο σειρά έχει η συλλογή διηγημάτων του «Οι δύσκολοι έρωτες».
  Για την ακρίβεια πρόκειται για 13 διηγήματα και δυο νουβέλες.
  Αν ένα μυθιστόρημα είναι σαν ένα συμφωνικό έργο, το διήγημα είναι σαν μουσική δωματίου. Τα διηγήματα του Καλβίνο είναι ένα duo, ένα duo για βιολί και βιόλα. Η βιόλα είναι η γυναίκα, το βιολί ο άντρας. Το βιολί έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο ενώ η βιόλα είναι ο απαραίτητος συνοδός, με μόνο δυο εξαιρέσεις.
  Στα περισσότερα από τα διηγήματα δεν υπάρχει διάλογος, υπάρχει μόνο η αφήγηση είτε του πρωτοπρόσωπου αφηγητή είτε του τριτοπρόσωπου που εστιάζει στον ήρωα.
  Όλα τους είναι διηγήματα ατμοσφαιρικά, με συχνό το εφέ της υπερβολής. Καθώς οι σχέσεις με το άλλο φύλο κυριαρχούν στις περισσότερες αφηγήσεις, ο τίτλος «Οι δύσκολοι έρωτες» είναι ο μόνος που θα μπορούσε να ενοποιήσει τα διηγήματα αυτά, τα οποία γράφηκαν σε διάφορες εποχές. Το «δύσκολοι» είναι βέβαια πλεονασμός, αλλά και μόνο «έρωτες» θα ήταν πολύ ξηρός σαν τίτλος.
  Θα γράψω δυο λόγια για το καθένα, για να μου ανακαλέσουν συνειρμικά την πλοκή αν χρειαστεί να επανέλθω.
  Στην «Περιπέτεια ενός στρατιώτη» ο στρατιώτης θα κολλήσει διακριτικά στη γυναίκα που κάθεται δίπλα του στο κουπέ του τραίνου. Του φαίνεται απίστευτο ότι τελικά θα την καταφέρει.
  Στην «Περιπέτεια ενός κακοποιού» ο κακοποιός, ξεφεύγοντας από την καταδίωξη της αστυνομίας,  καταφεύγει σε μια πόρνη. Σ’ αυτήν πηγαίνει και ένας αστυνομικός. Δεν θα τον πάρει χαμπάρι, αλλά αυτός βαριεστημένος θα παραδοθεί. Είναι συνηθισμένος στα τραβολογήματα με την αστυνομία.
  Στη «Περιπέτεια μιας κολυμβήτριας» το κεντρικό πρόσωπο είναι γυναίκα. Καθώς κολυμπάει της φεύγει το κάτω μέρος από το μαγιό της. Ο Καλβίνο περιγράφει την αγωνία της μήπως τη δουν, αλλά και το άγχος της πώς να βγει στην παραλία. Ευτυχώς ένας πιτσιρικάς αντιλαμβάνεται τη θέση της και με τον πατέρα του σπεύδουν με τη βάρκα τους να τη σώσουν από τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται.
  Στην «Περιπέτεια ενός υπαλλήλου» ο υπάλληλος νοιώθει ενθουσιασμένος που κατάφερε να περάσει τη βραδιά του με μια ωραία γυναίκα. Θέλει να κοκορευτεί σε διάφορους, αλλά όλο κάτι συμβαίνει και δεν τα καταφέρνει.
  Το πάθος του φωτογράφου στο «Η περιπέτεια ενός φωτογράφου» για τη φωτογραφία (το ΞΥΛΙΝΟ ΑΛΟΓΑΚΙ του, θυμήθηκα τον Τρίστραμ Σάντι) ήταν η αιτία που τον εγκατέλειψε η φιλενάδα του. Όμως το πάθος πάθος, βουλιάζει όλο και περισσότερο σ’ αυτό.
  Στην «Περιπέτεια ενός ταξιδιώτη» παρακολουθούμε το νυχτερινό του ταξίδι με το τραίνο για να συναντήσει την αγαπημένη του. Κουραστικό, όμως «Στον κεντρικό σταθμό της Ρώμης, ο πρώτος που πήδηξε έξω από το βαγόνι, φρέσκος σαν λουλούδι, ήταν αυτός» (σελ. 98).
  Το «Η περιπέτεια ενός αναγνώστη» είχε πολύ πλάκα. Μανιώδης αναγνώστης όπως κι εγώ, η γυναίκα που περίπου του κολλάει στην παραλία αποτελεί μια όχληση. Τελικά θα τον καταφέρει. «-Έλα κι εσύ, ας κάνουμε ένα τελευταίο μπάνιο… Ο Αμεντέο, δαγκώνοντας τα χείλια του, λογάριαζε πόσες σελίδες του έλειπαν ακόμα από το τέλος» (σελ. 119).
  Έτσι τελειώνει το διήγημα.
 Χιουμοριστικότατο με το εφέ υπερβολής (δεν νομίζω να υπάρχει στον κόσμο τέτοιος αναγνώστης, όσο φανατικός και να είναι, που να προτιμάει τα πουρνάρια από το γάμο), ήταν πραγματικά απολαυστικότατο.
  Στο «Η περιπέτεια ενός μύωπα» αναφέρεται στην επιστροφή του ήρωα στην γενέθλια πόλη, μήπως συναντήσει μια παλιά του αγάπη. Ελάχιστοι τον αναγνωρίζουν. Αλλά και ο ίδιος αναγνωρίζει ελάχιστους. Μήπως φταίνε τα καινούρια του γυαλιά; Λες να την προσπέρασε χωρίς να την αναγνωρίσει; «Ο Αμιλκάρε Καρούγκα καταλάβαινε ότι ο ενθουσιασμός που είχε νιώσει με τα καινούρια του γυαλιά ήταν ο τελευταίος της ζωής του, και πως τώρα πια όλα είχαν τελειώσει» (σελ. 131). Μ’ αυτή του τη διαπίστωση τελειώνει και το διήγημα.
  Στην «Περιπέτεια μιας παντρεμένης» το κύριο πρόσωπο είναι πάλι γυναίκα. Ξεπορτίζει, αλλά δεν θα τολμήσει να πέσει στην αγκαλιά του νεαρού που τη φλερτάρει. «Είχε μείνει παρέα με εκείνο το αγόρι, περιμένοντας να περάσει η ώρα ν’ ανοίξουν την εξώπορτα. Αυτό ήταν όλο» (σελ. 133).
  Όταν όμως κατά τις έξι επέστρεψε στην πολυκατοικία της είδε ότι ακόμη δεν είχε ανοίξει η εξώπορτα. Πηγαίνει σε ένα κοντινό μπαρ όπου συναντάει διάφορους.   
  «Η Στεφανία κατάλαβε πως είχε συμβεί κάτι, από το οποίο δε θα μπορούσε ποτέ να κάνει πίσω. Αυτός ο νέος τρόπος να βρίσκεται ανάμεσα στους άντρες –τον ξενύχτη, τον κυνηγό, τον εργάτη – την έκανε διαφορετική. Αυτή ήταν η μοιχεία που είχε κάνει, το γεγονός ότι είχε μείνει ανάμεσά τους έτσι, ίση απέναντι σε ίσους» (σελ. 141).
  Οι δυο παντρεμένοι στο «Η περιπέτεια δυο παντρεμένων» αγαπιούνται, όμως η νυχτερινή βάρδια του άντρα στη δουλειά του τους κάνει να βλέπονται ελάχιστα. Στο διήγημα κυριαρχεί η συμπερίληψη, η αφήγηση δηλαδή καθημερινών, επαναλαμβανόμενων σκηνών, με το ρήμα στον παρατατικό. Και τελειώνει:
  «Η Έλιντε πήγαινε στο κρεβάτι, έσβηνε το φως. Ξαπλωμένη, άπλωνε το πόδι της προς την πλευρά του άντρα της, να βρει τη ζέστα του κορμιού του, αλλά κάθε φορά καταλάβαινε πως η δική της η μεριά ήταν πιο ζεστή, σημάδι ότι και ο Αρτούρο είχε κοιμηθεί εκεί, κι ένιωθε να την κατακλύζει η τρυφερότητα» (σελ. 147).
  Στην «Περιπέτεια ενός ποιητή» ο πεζογράφος Καλβίνο σατιρίζει τους ποιητές, οι οποίοι δεν μπορούν να απολαύσουν την ομορφιά αν δεν την μεταφράσουν σε λέξεις. Τον Ουσνέλι τον παρέσυρε στο όμορφο νησάκι η φίλη του.
  «Η Ντέλια ήταν μια παθιασμένη, σχεδόν φανατική, θαυμάστρια του Νότου, και μιλούσε ξαπλωμένη στη βάρκα με πάθος για όλα όσα έβλεπε, ίσως μάλιστα και με μια διάθεση κριτικής προς τον Ουσνέλι που, νιόφερτος σε τούτα τα μέρη, της φαινόταν ότι δε συμμεριζόταν όσο έπρεπε το δικό της ενθουσιασμό» (σελ. 149).
  Και το διήγημα τελειώνει:
  «Στο μυαλό του Ουσνέλι συνέχισαν να έρχονται λέξεις, πυκνές, ατέλειωτες, διασταυρωμένες η μία με την άλλη, χωρίς ανάπαυλα, χωρίς σειρά, ώσπου σιγά σιγά δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει, ένας χείμαρρος λέξεων που εξαφάνιζε το άσπρο της σελίδας και άφηνε μόνο το μαύρο, ένα μαύρο απόλυτο, αδιαπέραστο, απελπισμένο σαν κραυγή» (σελ. 155).
  Στην «Περιπέτεια ενός χιονοδρόμου» βλέπουμε το αγόρι να θαυμάζει την επιδεξιότητα της κοπέλας. Και το διήγημα τελειώνει: «…και του φαινόταν ότι εκεί, σ’ εκείνο το μπερδεμένο κουβάρι της ζωής, υπήρχε κάπου κρυμμένη η μυστική γραμμή, η αρμονία, που μονάχα η γαλάζια κοπέλα μπορούσε να ενσαρκώσει, κι αυτό ήταν το δικό της θαύμα, να ξέρει να διαλέγει κάθε στιγμή, μέσα από το χάος των χιλιάδων πιθανών κινήσεων, μονάχα εκείνη που ήταν σωστή, ανάλαφρη και αναγκαία, εκείνη μονάχα την κίνηση που ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες χαμένες κινήσεις έχει σημασία» (σελ. 165).
  Ναι, οι έρωτες είναι δύσκολοι. Στο τελευταίο διήγημα «Η περιπέτεια ενός αυτοκινητιστή» ο άντρας τρέχει συμφιλιωθεί με την κοπέλα του με την οποία είχε τσακωθεί τηλεφωνικά. Μήπως όμως και αυτή τρέχει να τον βρει, πηγαίνοντας προς την πόλη του, με στόχο επίσης να συμφιλιωθεί μαζί του; Αλλά αν προλάβει ο αντίζηλος; Βρίσκεται κανείς τους σε κάποιο από τα αυτοκίνητα που συναντά στο δρόμο του; Όλο το διήγημα είναι η συνεχής ανακύκλωση στο μυαλό του αυτών των εκδοχών, με διάφορες παραλλαγές.
  Το «Αργεντινό μυρμήγκι», μια εκτενής νουβέλα, μου θύμισε τα «Πουλιά» του Χίτσκοκ. Μια πλημμύρα από μυρμήγκια κάνουν τη ζωή δύσκολη όχι μόνο στο ζευγάρι αλλά και στους γείτονές τους. Μεγάλο λάθος να νοικιάσουν εκείνο το σπίτι. Όλες οι προσπάθειες να τα εξοντώσουν αποβαίνουν μάταιες. Μακριά από το σπίτι, στο λιμάνι, θα βρουν επί τέλους κάποιες στιγμές ηρεμίας.
  Η δεύτερη νουβέλα έχει τίτλο «Το νέφος».
  Το νέφος είναι το «smog», smoke and fog, προϊόν της ρύπανσης του περιβάλλοντος. Σ’ αυτήν ο Καλβίνο σατιρίζει την αδιαφορία του κοινού απέναντι στο πρόβλημα, αλλά και εκείνους που δήθεν το πολεμάνε για να ρίξουν στάχτη στα μάτια του κόσμου ενώ είναι οι ίδιοι που το δημιουργούν.
  Και τελειώσαμε με τον Καλβίνο. Αν ανακαλύψω και κάποιο άλλο βιβλίο του στο ράφι των τύψεων θα επανέλθω.
 
Post a Comment