Book review, movie criticism

Wednesday, July 13, 2011

Ρόμπερτ Μούσιλ, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες

Ρόμπερτ Μούσιλ, Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες (μετ. Τούλα Σιέτη), Οδυσσέας 1992, 1ος τόμος σελ. 785, 2ος τόμος σελ. 765

Δεν είναι πολλά χρόνια που αγόρασα το βιβλίο, σε προσφορά. Ήξερα ότι είναι must για κάποιον που ασχολείται με τη λογοτεχνία, αλλά οι 1550 σελίδες του με αποθάρρυναν. Και δεν είχα άδικο, το έπιασα πριν κανένα χρόνο, διάβασα καμιά τριανταριά σελίδες, αλλά άλλες δραστηριότητες δεν με άφησαν να συνεχίσω. Ένας φίλος μου μού είπε χαρακτηριστικά ότι είναι ένα βιβλίο «που δεν διαβάζεται», κάτι που ισχύει λίγο πολύ για όλα τα βιβλία του μοντερνισμού. Αυτό απαιτεί να μη μεσολαβούν μεγάλα χρονικά κενά στην ανάγνωση, πράγμα αναπόφευκτο όταν υπάρχουν επαγγελματικές και άλλες υποχρεώσεις. Έτσι ξανάπιασα το βιβλίο μέσα Ιουνίου, με τη χαρά της προσμονής ότι πρώτη του Ιούλη θα έκανα αίτηση για συνταξιοδότηση. Και πράγματι τότε την έκανα, δεν περίμενα ούτε μια μέρα παραπάνω. Η μόνη παρασπονδία στην ανάγνωση ήταν ότι ενδιάμεσα διάβασα στα γρήγορα τα τελευταία βιβλία του Γιασμίνα Χαντρά και της Μάρως Βαμβουνάκη.
Η πρώτη παράγραφος δημιουργεί την εντύπωση ότι το βιβλίο είναι φλύαρο, όμως μ’ αυτή υπογραμμίζει την ποιητική του ο συγγραφέας. Ο Μούσιλ αφού αναφερθεί διεξοδικότατα σε μετεωρολογικά φαινόμενα, σε θερμοκρασίες και καιρικές συνθήκες, καταλήγει: «Με λίγα λόγια που, αν και λίγο ντεμοντέ, περιγράφουν αρκετά καλά την αντικειμενική κατάσταση: Ήταν μια ωραία αυγουστιάτικη μέρα του έτους 1913». Ντεμοντέ! Το αντίθετο του μοντέρνου. Μ’ αυτό τον χαρακτηρισμό απορρίπτει όχι μόνο ο συγγραφέας αλλά και ο μοντερνισμός γενικότερα την πυκνότητα στην αφήγηση. Η αυτοαναφορικότητα της γλώσσας δεν επιτρέπει ανυπομονησία για την εξέλιξη της πλοκής. Έτσι θα μας παρουσιαστεί και στη συνέχεια του έργου του ο Μούσιλ, διεξοδικότατος τόσο στην αφήγηση και στην περιγραφή, όσο και στα δοκιμιακά μέρη του έργου.
Ο Ρόμπερτ Μούσιλ με το έργο του αυτό θέλησε να δώσει μια εποποιία της σύγχρονης ζωής, μια εποποιία στην οποία θα περιέκλειε ένα ευρύ φάσμα ανθρώπινων τύπων και ένα μεγάλο αριθμό χαρακτηριστικών καταστάσεων που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος, όπου θα συζητούσε και τις ιδέες και τα προβλήματα που τον απασχολούν.
Δίπλα στον Ούλριχ, τον «άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» και περσόνα του συγγραφέα, υπάρχουν διανοούμενοι όπως ο Αρνχάιμ, στρατιωτικοί όπως ο Στούμ, αριστοκράτες όπως ο κόμης Λάινσντορφ, ενώ θα κάνουν την εμφάνισή τους ένας τρελός δολοφόνος και ένας επιδειξίας. Δίπλα στη Διοτίμα που στο σαλόνι της παρελαύνει η παραδοσιακή αριστοκρατία, αλλά και η αριστοκρατία του πνεύματος και του πλούτου, υπάρχει η Αγάθη, η απελπισμένη αδελφή που ετοιμάζει την αυτοκτονία της, η Μποναντέα και η Κλαρίσσα, γυναίκες ερωτευμένες, αλλά και δυο ταπεινοί υπηρέτες που παρουσιάζονται πολύ χιουμοριστικά, ο νεαρός μαύρος Σόλιμαν και η Ραχήλ η καμαριέρα. Στο έργο αυτό βρίσκεται και το πιο εκτενές πορτραίτο που έχω συναντήσει ποτέ στη λογοτεχνία, το πορτραίτο του Λίντνερ του οποίου η σχέση με το γιο του παρουσιάζεται με ένα σπαρταριστό χιούμορ.
Η ετοιμόρροπη Αυστρουγγαρία, στις παραμονές του Α΄Παγκόσμιου Πόλεμου, είναι αυτή που συγκεντρώνει τα σατιρικά πυρά του Μούσιλ, με την κρατική αναποτελεσματικότητα, τη διαφθορά, τη γραφειοκρατία κ.λπ. Ο συγγραφέας επεκτείνεται βέβαια και σε δευτερεύοντα θέματα. Μιλώντας π.χ. για το θάνατο του πατέρα του Ούλριχ σατιρίζει το πόσο ο θάνατος ενός ανθρώπου αποτελεί ευκαιρία εκμετάλλευσης για κάποιους άλλους∙ όπως το διαγούμισμα του σπιτιού της μαντάμ Ορτάνς στο Ζορμπά μετά το θάνατό της, αλλά στο πιο φινετσάτο.
Η φυλακή του γάμου και η διαφυγή στον εξωσυζυγικό έρωτα προβάλλονται αρκετά στις σελίδες του βιβλίου, ενώ σε πρώτο πλάνο τίθεται η σχεδόν αιμομικτική αγάπη των δυο αδελφών, του Ούρλιχ και της Αγάθης. Τα δυο αγαπημένα αδέλφια, τα «σιαμαία» όπως αποκαλούνται χωρίς να είναι καν δίδυμα, συζητούν διεξοδικά διάφορα θέματα, από την αγάπη μέχρι την ψυχανάλυση.
Ο Μούσιλ μιλάει ακόμη και για το «φιάσκο», την περιστασιακή σεξουαλική ανικανότητα. Το αναφέρουμε γιατί θυμηθήκαμε ότι στο θέμα αυτό ο Σταντάλ αφιερώνει ένα εκτενές κεφάλαιο στο βιβλίο του «Περί έρωτος», που παρουσιάσαμε πριν ένα χρόνο στο blog μας, χρησιμοποιώντας τον ίδιο όρο.
Και εδώ πρέπει να συζητήσω τα προβλήματα που αντιμετώπισα κατά την ανάγνωση. Ο μακροπερίοδος λόγος του Μούσιλ απαιτεί ιδιαίτερη συγκέντρωση, την οποία όμως διευκόλυνε η λαμπρή του πρόζα, με τη διεισδυτική παρατήρηση και τις έξοχες μεταφορές, που αποτελούν κατά τη γνώμη μου τις κύριες αρετές του βιβλίου. Μάλιστα προς το τέλος του δεύτερου τόμου ο Μούσιλ βάζει τους ήρωές του να συζητούν ακριβώς τη μεταφορά, όχι σαν λογοτεχνικό στολίδι αλλά σαν συστατικό στοιχείο θέασης και βίωσης του κόσμου. Το πρόβλημα ήταν κυρίως με τα δοκιμιακά μέρη του έργου, τα οποία είναι άφθονα, καθώς οι ήρωές του δεν κουράζονται να συζητούν διάφορα θέματα. Το εννοιολογικό πλαίσιο του προβληματισμού τους μου ήταν ξένο και αδιάφορο. Λέξεις όπως «πνεύμα», «ψυχή», «ηθική» «βούληση» κ.λπ. βρίσκονταν συχνά στο στόμα τους, πράγμα που με έκανε πολλές φορές να αφαιρούμαι. Πότε πότε βέβαια συναντούσα το διαμάντι μιας ευφάνταστης μεταφοράς («Σαν αρχαίο άγαλμα ντυμένο με ελαφρά παχυσαρκία») ή ένα ευφυολόγημα – υπάρχουν άφθονα ευφυολογήματα, και μιας ποιότητας αντάξιας του Όσκαρ Ουάιλντ («Αυτές οι κυρίες με βραδινό ντύσιμο ή γδύσιμο») - και αυτό αποζημίωνε την ανάγνωση σελίδων τις οποίες εύρισκα κουραστικές και αδιάφορες. Σε άλλα σημεία είχα μια πιο πλήρη γνώση ο ίδιος, όπως π.χ. όταν συζητάνε οι ήρωές του ζητήματα που πραγματεύεται η σημειολογία η οποία αναπτύχθηκε ως επιστημονικός κλάδος μετά την Μούσιλ και η βιολογία. Έτσι το προσληπτικό μου ενδιαφέρον για το έργο υπήρξε ολότελα άνισο. Όσο με συνάρπασαν τα αφηγηματικά και τα περιγραφικά μέρη του έργου, άλλο τόσο με κούρασαν τα δοκιμιακά, με εξαίρεση βέβαια όταν αναφέρονταν σε θέματα τα οποία με ενδιέφεραν άμεσα.
Στη Βικιπαίδεια διάβασα ότι ο Τόμας Μαν είχε σε μεγάλη εκτίμηση το έργο του Μούσιλ, χωρίς να συμβαίνει και το αντίστροφο. Διαβάζοντας τον Μούσιλ βλέπω ότι αποτελεί την ακραία συνέπεια της πρόζας του Μαν, την πεμπτουσία της, το σημείο που ο ίδιος ο Μαν θα ήθελε να φτάσει χωρίς να το κατορθώσει. Αλλά κάθε τι έχει το τίμημά του. Ο Μαν κέρδισε το Νόμπελ ενώ ο Μούσιλ απλά προτάθηκε γι’ αυτό. Ο Μαν διαβάστηκε αρκετά και έγραψε περισσότερα έργα, σε αντίθεση με το Μούσιλ που το έργο ζωής του, ο πρώτος τόμος του οποίου εκδόθηκε το 1930 και ο δεύτερος το 1932, έμεινε ημιτελές. Ίσως το πρώτο καρδιακό επεισόδιο που τον βρήκε το 1936 ανέστειλε το ρυθμό γραψίματός του, ενώ το δεύτερο, το 1942, τον έστειλε στο θάνατο. Έμειναν βέβαια διορθωμένα τυπογραφικά δοκίμια και σχέδια, που προστέθηκαν στις μεταθανάτιες εκδόσεις του «Ανθρώπου χωρίς ιδιότητες».
Ένα ημιτελές έργο δημιουργεί πάντοτε μια απογοήτευση, και όχι μόνο σε αναγνώστες που ενδιαφέρονται περισσότερο για την πλοκή παρά για την ίδια την αφήγηση, ιδιαίτερα όταν τα σασπένς μένουν άλυτα. Αναρωτιόμουνα τι μοίρα επεφύλασσε ο Μούσιλ στην Αγάθη, που την παρουσιάζει κάποια στιγμή έτοιμη να αυτοκτονήσει. Κουβαλάει πάνω της, κρυμμένο σε ένα μενταγιόν, ένα μπουκαλάκι με ισχυρό δηλητήριο. Από τις σημειώσεις που έμειναν μαθαίνουμε, σε δυο σημεία, ότι σχεδίαζε να την αυτοκτονήσει. Η αφηγηματική αναμονή έτσι κι αλλιώς θέτει την πιθανότητα της αυτοκτονίας της ως την πιο ισχυρή εκδοχή.
Και τώρα θα αποτολμήσουμε μια σύγκριση με ένα άλλο έργο. Οι ομοιότητες βέβαια δεν είναι βαθιές, αλλά δεν είναι και αμελητέες. Θα συγκρίνουμε τον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» με τις «Νεκρές ψυχές» του Γκόγκολ. Και τα δυο έργα ήταν τα έργα ζωής των συγγραφέων τους. Και τα δυο έμειναν ημιτελή. Και τα δύο έργα τα διακρίνει ένα απολαυστικότατο χιούμορ.
Όμως, εκτός από αυτά, υπάρχει και κάτι άλλο.
Ο Γκόγκολ, ενώ έγραφε τον δεύτερο τόμο των «Νεκρών ψυχών», βρέθηκε κάτω από την επιρροή ενός ιερωμένου και έγινε θρησκόληπτος, με αποτέλεσμα να καταστρέψει τα πολύτιμα χειρόγραφά του. Ο Μούσιλ δεν έφτασε σε μια τέτοια ακρότητα. Δεν ξέρω αν έπεσε και αυτός στην επιρροή κανενός παπά, πάντως στο τέλος του δεύτερου τόμου αφθονούν αποσπάσματα από την αγία γραφή, που στον υπόλοιπο έργο απουσιάζουν τελείως, και υπάρχουν κάποιες αναφορές στους «μυστικούς».
Διαβάζουμε:
«Ένας συνθέτης δεν μπορεί να είναι ούτε μηχανορράφος ούτε πολιτικός» (σελ. 204, 1ος τόμος).
Διαφωνούμε σε δυο σημεία. Το πρώτο σημείο: η φράση «ούτε μηχανορράφος ούτε πολιτικός» υποδηλώνει ότι οι δυο αυτές έννοιες είναι ανεξάρτητες. Στην πραγματικότητα τους μηχανορράφους κυρίως στις τάξεις των πολιτικών τους συναντούμε.
Και το δεύτερο σημείο: Υπάρχει ένας συνθέτης που είναι και πολιτικός. Όντας σε προχωρημένη ηλικία που η σπίθα της έμπνευσης τον έχει εγκαταλείψει, φτιάχνει τη δική του σπίθα.
Διαβάζουμε επίσης:
«οι δημόσιοι υπάλληλοι αρχίζουν να γράφουν μόνο αφού συνταξιοδοτηθούν» (σελ. 491, 1ος τόμος).
Εγώ είμαι δημόσιος υπάλληλος αλλά έγραφα και πριν. Τώρα που συνταξιοδοτούμαι ελπίζω ότι θα γράφω περισσότερο.
Και ένα απόσπασμα από την προσωπογραφία του Αρνχάιμ: «Ανέκαθεν φοβόταν ότι τα συναισθήματα που γεννούσε στις γυναίκες μπορεί να μην απευθύνονταν στο ίδιο αλλά στα λεφτά του, γι’ αυτό ζούσε μόνο με γυναίκες στις οποίες δεν έδινε συναισθήματα αλλά λεφτά» (σελ. 217, 1ος τόμος). Και αυτό θυμίζει Όσκαρ Ουάιλντ.
Και πάλι για τον Αρνχάιμ: «Για τους διπλωμάτες, οι οποίοι τον ξένο από τη φύση τους αλλά σημαντικό τομέα της οικονομίας τον αντιμετώπιζαν με την προσοχή ανθρώπων υποχρεωμένων να φροντίζουν έναν ελέφαντα που δεν του έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη, ενώ εκείνος τον χειριζόταν με την ξεγνοιασιά ιθαγενούς φύλακα» (σελ. 227, τόμος 1ος). Μια ακόμη ευφάνταστη μεταφορά.
Και ένα απολαυστικό, αν και σήμερα ρετρό: «Από πού κι ως πού πρέπει να γράψω βιβλίο; είπε ο Ούλριχ. Με γέννησε μάνα, όχι μελανοδοχείο!» (σελ. 577, 1ος τόμος). Στην Κρήτη το μελανοδοχείο το λέγαμε κουκουμά. Γράψαμε με πένα νομίζω μόνο σε δυο τάξεις στο δημοτικό. Μετά ήλθαν οι στυλοί. Λέγαμε και κάτι για τον κουκουμά και την πένα, αλλά δεν μπορώ να το γράψω εδώ.
Θα κλείσω επαναλαμβάνοντας ότι το έργο είναι must, κλασικό, όλοι όσοι ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία θα πρέπει να το διαβάσουν.

Υστερόγραφο
Και πάλι οι «Ρίζες της σύμπτωσης».
Έχω τελειώσει την παραπάνω βιβλιοπαρουσίαση και βλέπω την ταινία «Πόλα Χ» (1999) του Leos Carax, ο οποίος έγραψε και το σενάριο. Βρήκα αμέσως μια σημαντική ομοιότητα με τον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες». Αυτή βρίσκεται στις σχέσεις των δύο αδελφών. Στον Μούσιλ είναι υπαινικτικά αιμομικτική, σαν ατμόσφαιρα, στον Carax είναι ξεκάθαρα αιμομικτική, με σκηνές σεξ. Λίγο αργότερα ακούω και μια ατάκα από τον Μούσιλ: «Δεν μπορεί κανείς να μεμψιμοιρεί για την εποχή του χωρίς να τιμωρηθεί γρήγορα γι’ αυτό». Μπορεί να είναι από τον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» κι εγώ δεν το θυμάμαι, μπορεί όμως να είναι και από άλλο έργο του Μούσιλ. Μετά από αυτό ήμουν σίγουρος ότι τη σχέση των δυο αδελφών ο Corax την εμπνεύστηκε από τον Μούσιλ.
Το έργο αυτό το χαρακτηρίζουν δυνατά ερωτικά αισθήματα. Υπάρχει ένα αντεστραμμένο ιψενικό τρίγωνο. Δυο γυναίκες μ’ έναν άντρα, κομπολόι με μια χάντρα.
Ανακαλύπτω στη συνέχεια στη Βικιπαίδεια ότι το έργο βασίζεται σε ένα μυθιστόρημα του Χέρμαν Μέλβιλ, το Pierre ou les Ambiguïtés. Διαβάζω την περίληψη του έργου, και όντως ο Carax ακολουθεί πολύ το έργο του Μέλβιλ στο σενάριό του. Αυτό δεν ακυρώνει όμως την πεποίθησή μου πως πίσω από την αιμομικτική σχέση των δυο αδελφών δεν κρύβονται μόνο οι ήρωες του Μέλβιλ, αλλά και οι δυο κεντρικοί ήρωες του Μούσιλ, ο Ούρλιχ και η Αγάθη.
Post a Comment