Book review, movie criticism

Friday, July 15, 2011

Γιώργος Βοϊκλής (επιμ.), Σάμος 1940-1945

Γιώργος Βοϊκλής (επιμ.), Σάμος 1940-1945, συλλογική αφήγηση, εκδόσεις Υπερόριος 2011, σελ. 550

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Συναρπαστικές αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν από κοντά τα γεγονότα της κατοχής

Η αντίσταση και ο εμφύλιος, η ματωμένη δεκαετία του ‘40, στοιχειώνουν τη μνήμη μας, πότε σαν εφιάλτης και πότε σαν όνειρο που ξεχειλίζει από την ευφορία ενός πρωτόφαντου ηρωισμού. Κάθε γωνιά της Ελλάδας έχει να επιδείξει τους ήρωες και τους μάρτυρές της, κάθε γωνιά της Ελλάδας έχει να επιδείξει τα άτομα εκείνα που αγωνίζονται να σώσουν το όνειρο πριν σβήσει, αλλά και τον εφιάλτη σαν κάτι που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να ξανασυμβεί. Από τους κοντινούς μου ανθρώπους θα αναφέρω την Αλίντα Δημητρίου, τη γυναίκα του Σωτήρη, του Σωτήρη μας στην ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας, με τα καταπληκτικά ντοκιμαντέρ που έχει φτιάξει για τις γυναίκες στην αντίσταση και στον εμφύλιο. Από τους κοντινούς μου ανθρώπους είναι επίσης ο Γιώργος Βοϊκλής, παλιός σύντροφος σε αγώνες που δεν ευοδώθηκαν και παντοτινός φίλος. Σαμιώτης την καταγωγή, με επιμονή και υπομονή μάζεψε μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν την κατοχή, οι περισσότεροι σαν απλοί άνθρωποι, κάποιοι σε θέσεις ευθύνης στα διαδραματισθέντα. Ορισμένες από αυτές δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Η μεθόριος του Αιγαίου», ενώ κάποιες άλλες φυλάχτηκαν για την κατάλληλη ώρα. Και έφτασε αυτό που λέμε πλήρωμα του χρόνου, και ο Γιώργος έσκυψε πάνω από αυτές τις μαρτυρίες, τις ταξινόμησε και τις εξέδωσε σε ένα καλαίσθητο τόμο. Πιο πριν ο τόμος, σε «χειρόγραφα» ως είθισται να λέγεται, στην πραγματικότητα σε τυπωμένες Α4 σελίδες, βραβεύτηκε σε διαγωνισμό έργων που αναφέρονται στην Εθνική Αντίσταση.
Των αφηγήσεων προηγούνται ένας πρόλογος, γραμμένος από την διδάκτορα της ιστορίας Τασούλα Βερβενιώτη, και ένα εισαγωγικό σημείωμα από τον Γιώργο Βοϊκλή. Η Τασούλα Βερβενιώτη, ως ειδικός, πραγματεύεται τη θέση των μαρτυριών ως ιστορικών ντοκουμέντων, και τοποθετεί τις συγκεκριμένες μαρτυρίες μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της ιστορίας του νησιού την περίοδο εκείνη. Υπερασπίζεται τις μαρτυρίες ως ιστορικό ντοκουμέντο από την μομφή ότι είναι προϊόντα αδύναμης ή επιλεκτικής μνήμης, αναφέροντας ότι και τα αρχεία είναι συνήθως προϊόντα επιλογής. Όταν οι μαρτυρίες με τα αρχεία συγκλίνουν, τότε ο ιστορικός μπορεί να βαδίζει με μεγαλύτερη σιγουριά στο έργο του. Η Βερβενιώτη γράφει επιλογικά: «Στη ‘μεγάλη’ Ιστορία δύσκολα βρίσκεις την καθημερινότητα, τις ανθρώπινες ανάγκες και συνήθειες, όπως το φαΐ, γεγονός που κάνει τους ιστορικούς να ξεχνάνε όχι χωρίς αυτό δεν μπορεί να ζήσει, άρα και να δράσει, ένας άνθρωπος» (σελ. 23).
Ο Βοϊκλής στο εισαγωγικό σημείωμά του αναφέρεται στο ιστορικό των μαρτυριών και στο ιστορικό της συλλογής και της ταξινόμησής τους. Όπως αναφέρει «Το πλούσιο… υλικό που είχα στη διάθεσή μου, με ενθάρρυνε να προχωρήσω, καθώς οι μαρτυρίες κάλυπταν σχεδόν στο σύνολό τους τα ιστορικά γεγονότα» (σελ. 25), τα οποία ιστορικά γεγονότα απαριθμεί στη συνέχεια. Έπειτα αναφέρει την κατηγοριοποίηση των μαρτυριών με βάση τούς «μάρτυρες». 17 μαρτυρίες πρωταγωνιστών στα γεγονότα, 46 μαρτυρίες απλών ανθρώπων, στρατιωτών, ανταρτών και αντιστασιακών, και 12 μαρτυρίες μαθητών που αντανακλούν από τη δική τους οπτική γωνία τα γεγονότα. Παρά την κατηγοριοποίηση όμως αυτή οι μαρτυρίες εκτίθενται με την χρονολογική σειρά των γεγονότων στα οποία αναφέρονται. Η αρχή γίνεται με ένα γράμμα του Κώστα Βουγιούκα, μαθητή τότε, που γράφει σε ένα γράμμα στους γονείς του πώς δέχτηκε την είδηση του πολέμου. Το έσωσε ο Κώστας Καλαντζής, εξαιρετικός λογοτέχνης του οποίου έχω παρουσιάσει τρία βιβλία, και το οποίο σχολιάζει στη συνέχεια συμπληρώνοντάς το με τη δική του μαρτυρία για τις πολεμικές προετοιμασίες του νησιού. Εικονοκλαστικός και απολαυστικά σατιρικός, σημειώνει τις ανεπάρκειες αλλά υπογραμμίζει και τον γενικό ενθουσιασμό.
Θα παραθέσω ως δείγμα ένα απόσπασμα από μια άλλη μαρτυρία, που διαλύει τον μανιχαϊσμό του εμείς είμαστε πάντα οι καλοί ενώ οι εχθροί είναι οπωσδήποτε κακοί.
«Οι γυναίκες με χτυποκάρδι παρακολουθούσαν από μακριά την εξέλιξη της δίκης. Μόλις κάποιος καταδικάζονταν και κλείνονταν στο δωμάτιο-φυλακή, κραυγές οδύνης και απελπισίας ακούονταν στις πίσω σειρές των συγγενών. Και παρατηρήθηκε τότε το πραγματικά συγκινητικό φαινόμενο, Ιταλοί γιατροί της Μεραρχίας-όχι του φασιστικού τάγματος- γνωστοί στο χωριό σαν άνθρωποι με ευγένεια και ανθρωπιά, να δίνουν τις πρώτες βοήθειες και παρήγορα λόγια σε λιγοθυμισμένες γυναίκες που τα παιδιά τους, οι άντρες τους ή τ’ αδέλφια τους καταδικάζονταν σε θάνατο» (σελ. 239-240)
Ο Μπουρντιέ έχει πει ότι η ιστορία πρέπει να είναι μια συναρπαστική αφήγηση (ας το έχουν υπόψη τους αυτό κυρίως αυτοί που γράφουν σχολικά εγχειρίδια). Μπορώ όμως να πω με πεποίθηση ότι οι ιστορίες των απλών ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα είναι ακόμη πιο συναρπαστικές. Τουλάχιστον αυτή είναι η εντύπωση που απεκόμισα διαβάζοντας και άλλες ανάλογες μαρτυρίες, κρητικών κυρίως, μια από τις οποίες ήταν και η μαρτυρία του πατέρα Ξεξάκη, επεξεργασμένη όμως, αν και όχι πολύ, από τον υιό λογοτέχνη Μανώλη Ξεξάκη.
Συναρπαστικές αφηγήσεις λοιπόν αυτές οι μαρτυρίες, και είμαι σίγουρος ότι θα συναρπάσουν κάθε αναγνώστη.
Post a Comment