Book review, movie criticism

Friday, July 22, 2011

Βιργινία Βέργη – Νέρη, Φόδελε, Τοπία, θρύλοι και αληθινές ιστορίες

Βιργινία Βέργη – Νέρη, Φόδελε, Τοπία, θρύλοι και αληθινές ιστορίες, Δωρικός 2010, σελ. 255

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα βιβλίο για το χωριό που γεννήθηκε ο Ελ Γκρέκο, γεμάτο συναρπαστικές ιστορίες

Έχω παρουσιάσει πολλά βιβλία που αναφέρονται στο χωριό των συγγραφέων τους -έχω γράψει κι εγώ ένα για το χωριό μου-αλλά πρώτη φορά βρέθηκα μπροστά σε ένα βιβλίο που μιλάει για ένα τόσο διάσημο χωριό, τον γενέθλιο τόπο του Ελ Γκρέκο, το Φόδελε. Συγγραφέας του η Βιργινία Βέργη-Νέρη, εκπαιδευτικός.
Τα κείμενα τα οποία, όπως μας πληροφορεί η συγγραφέας, γράφηκαν σε διάστημα μιας τριακονταετίας και δημοσιεύτηκαν στον τοπικό τύπο, ταξινομήθηκαν σε τέσσερις κατηγορίες: Τοπία και θρύλοι, ιστορίες της γιαγιάς, αληθινές ιστορίες, και παράρτημα. Το τελευταίο απαρτίζεται από σύντομα κείμενα, ντοκουμέντα τα περισσότερα, που αναφέρονται κυρίως στην επανάσταση του 1866.
Όλα τα κείμενα είναι ενδιαφέροντα από μόνα τους, αλλά το γλαφυρό ύφος της Βιργινίας Βέργη-Νέρη τα κάνει ακόμη πιο ενδιαφέροντα. Το πρώτο μέρος έχει τη διαύγεια ενός τουριστικού οδηγού και τη μαγεία του παραμυθιού. Οι ιστορίες της γιαγιάς καθηλώνουν τον αναγνώστη, ενώ νοιώθει έκπληκτος με το πόσες αληθινές ιστορίες από τα ένδοξα χρόνια των κρητικών επαναστάσεων έφτασαν μέσα από την προφορική παράδοση στη σημερινή εποχή. Εύγε στη Βιργινία που τις διέσωσε, γιατί και η Κρήτη περνάει γρήγορα από την προφορικότητα στον τύπο και στην εικόνα. Πόσοι άραγε απομένουν ακόμη από εκείνους που ήξεραν τον Ερωτόκριτο απ’ έξω; Το παράρτημα, που με το σεμνό του τίτλο συχνά παραλείπεται από τους αναγνώστες, περιέχει επίσης συναρπαστικά κείμενα μεγάλου ενδιαφέροντος.
Οι ιστορίες είναι συναρπαστικές, τόσο οι πραγματικές όσο και οι μύθοι. Εκεί παρελαύνουν άνομοι έρωτες, τα σύνορα της αγάπης (έρωτες τούρκων με χριστιανοπούλες), και οι ταλαιπωρίες των φοδελιανών κατά τις επαναστάσεις.
Πέρα από την απόλαυση του κειμένου αποκόμισα και γνώσεις. 15 χιλιόμετρα μακριά από το χωριό μου βρίσκεται το Καβούσι. Αγνοούσα την ετυμολογική του προέλευση. Στο βιβλίο της Βιργινίας διαβάζουμε:
«Όλα τα καβούσια βρίσκονταν στην ακροποταμιά και τροφοδοτούνταν από λεπτές φλέβες νερού, που ανάβλυζαν διακριτικά από τη γη. Όταν τις ανακάλυπταν οι χωρικοί έκαναν ένα λάκκο, έχτιζαν γύρω γύρω ένα κομψό ημικυκλικό πέτρινο τοιχάκι, άφηναν κι ένα αυλάκι για να τρέχει το περισσευούμενο νερό στο ποτάμι και το καβούσι ήταν έτοιμο» (σελ. 50).
Ο Μανώλης ο Βορδονάρης έχει ένα περβόλι δίπλα στο δικό μου. Παλιά υπήρχε κι ένα μικρό πηγάδι που είναι ξεραμένο εδώ και χρόνια. Τώρα το περβόλι το έχει φυτέψει με κλήματα. Στο βιβλίο της Βιργινίας μαθαίνω τι σημαίνει «Βορδονάρης». «Αυτοί που μετέφεραν τα πορτοκάλια δια ξηράς λεγόταν βορδονάρηδες και ήταν χριστιανοί» (σελ. 63). Πιο πριν διαβάζουμε ότι αυτοί που τα μετέφεραν δια θαλάσσης ήταν μουσουλμάνοι και λεγόταν χεξήδες.
Για το καδελέτο είχα ακουστά, έβαζαν μέσα τους πεθαμένους, νόμιζα ότι έτσι έλεγαν την κάσα, όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Διαβάζουμε: «Το καδελέτο ήταν ένα μεγάλο ευρύχωρο φέρετρο πολλαπλής χρήσεως. Το φέρετρο των φτωχών… Μόλις τέλειωνε η νεκρώσιμη ακολουθία και έφταναν στο νεκροταφείο, τότε τύλιγαν το νεκρό σ’ένα άσπρο καθαρό σεντόνι και τον έβαζαν κατάχαμα στον τάφο» (σελ. 118). Σήμερα και ο πιο φτωχός ταξιδεύει για την τελευταία του κατοικία με ΙΧ κάσα.
Διαβάζουμε: «Το μανάρι του, τσεκούρι το λεν οι άλλοι Έλληνες» (σελ. 62). Λένε και το μανάρι, αλλά αυτό σημαίνει μικρό ριφάκι ή αρνάκι, ενώ πιο συχνά χρησιμοποιείται ως χαϊδευτικό. Θα μπορούσε με βάση τη διαφορά σημασίας να σκαρφιστεί ο Βυζάντιος άλλο ένα σπαρταριστό επεισόδιο για τη «Βαβυλωνία» του, και όχι μόνο αυτό με το κουράδι.
Και στην ίδια σελίδα, λίγο πιο κάτω: «Όλες οι νουθεσίες της σεμνής Παρθενόπης πήγαιναν στ’ αμόντε». Όχι στα monte, τα βουνά, αλλά στ’ αμόντε. Έτσι σχηματίστηκε και το Αόρι, αλλιώς Θριπτή στα μέρη μας, στην πάλαι ποτέ κοινότητα Κάτω Χωρίου Ιεράπετρας. Οι αρχαίοι έλεγαν «στα όρη». Όταν τα όρη γίνανε βουνά, οι χωριανοί μου άκουγαν «στα όρη» και καταλάβαιναν «στ’ αόρι. Έτσι τα όρη από πληθυντικός του όρος έγιναν το ουδέτερο το αόρι, με γενική τ’ αοριού.
Θα τελειώσω με ένα αφήγημα που φέρει τίτλο «Ο πανέξυπνος παπάς». Σ’ αυτό βλέπουμε ένα παραμελημένο από τη μητέρα του κοριτσάκι. Είχε πέντε κορίτσια, και ήταν έγκυος αυτό το έκτο όταν πέθανε ο άντρας της. Ο παπάς, για να την κάνει να ενδιαφερθεί γι’ αυτό το στερνοβύζι, της είπε κάτι που συνέβη στη βάφτισή του. Ο σταυρός που χάραξε στο λαδωμένο νερό της κολυμπήθρας διαλυόταν και ξανασχηματιζόταν κάθε φορά που έβαζε μέσα και έβγαζε τη μικρή. «Και όταν τέλειωσε η βάφτιση, ο σταυρός έμεινε εκεί, στη μέση της κολυμπήθρας… Έχω ακουστά πως γίνεται μια φορά στα χίλια χρόνια κι είναι σημάδι μεγάλης τύχης για το νεοφώτιστο» (σελ. 59-60). Και το αφήγημα τελειώνει ως εξής, στην ίδια σελίδα: «-Τι λες κι εσύ, κυρ Επαμεινώντα, για όλ’ αυτά; Ρώτησαν ένα βράδυ στο καφενείο το δάσκαλο. –Λέω πως έχετε ένα πανέξυπνο παπά», υπονοώντας ότι σκαρφίστηκε την ιστορία. Φαντάζομαι ότι την ίδια γνώμη έχει και η συγγραφέας για να τιτλοφορήσει έτσι το αφήγημα. Εγώ όμως δεν είμαι σίγουρος. Και θα σας διηγηθώ μια παρόμοια ιστορία που με αφορά.
Είχαμε κάποτε καλεσμένους στο σπίτι μας το ζεύγος Χαραλαμπάκη. Ο Χριστόφορος είναι καθηγητής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο Χρίστος με εκτιμά πολύ, και κάποια στιγμή που εγώ δεν ήμουν μπροστά μίλησε επαινετικά για μένα στον πατέρα μου. Ο πατέρας μου τότε του είπε μια ιστορία. Λίγα χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα μου (πέθανε το 1997), σε μια μάζωξη στο σπίτι του Θόδωρου Γραμματά, καθηγητή θεατρολογίας που επόπτευσε το διδακτορικό μου, ο Χρίστος επανέλαβε αυτή την ιστορία. Εγώ έμεινα έκπληκτος, την άκουγα για πρώτη φορά. Το ίδιο και ο Χρίστος, που νόμιζε ότι την ήξερα. Ο πατέρας μου δεν μου την αφηγήθηκε ποτέ. Και να η ιστορία: Όταν τέλειωσε η βάφτισή μου και είχαν όλοι απομακρυνθεί από την κολυμπήθρα, ο παπάς κάποια στιγμή πλησίασε τον πατέρα μου και τον τράβηξε από το χέρι: -έλα να δεις, του λέει. Τον πηγαίνει στην κολυμπήθρα και βλέπει ότι ο σταυρός δεν είχε διαλυθεί. Αυτό ο παπάς το θεώρησε καλοσημαδιά και το είπε στον πατέρα μου.
Λίγα χρόνια μετά, όταν ήμουν σχολικός σύμβουλος, μας κάλεσαν σε μια επίδειξη εκπαιδευτικού λογισμικού. Ανάμεσα στα άλλα ήταν και ένα DVD με βιογραφίες συγγραφέων. Δειγματικά μας παρουσίασαν τη βιογραφία του Παπαδιαμάντη. Φαντάζεστε την έκπληξή μου όταν είδα ότι και στη βάφτιση του Παπαδιαμάντη είχε συμβεί το ίδιο πράγμα. (Για να πω την αλήθεια, η έκπληξη δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Ο Παπαδιαμάντης είναι ο άγιος των γραμμάτων μας, ένας βαθειά θρησκευόμενος άνθρωπος, ενώ εγώ… Αλλά άδηλαι αι βουλαί του Υψίστου). Το σημείο αυτό είδα ότι αφαιρέθηκε στην τελική εκδοχή του DVD.
Τελικά ο παπάς μπορεί να έλεγε την αλήθεια. Τώρα να κάνω την ανευλαβή υπόθεση ότι το λάδι που έριξαν στην κολυμπήθρα ήταν κατακάθι και δεν διαλυόταν εύκολα; Έχω γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Η αναγκαιότητα του μύθου» (γράφηκε το 1981 και εκδόθηκε το 1987). Η βασική θέση του βιβλίου, που αποτελείται από μια σειρά δοκίμια, είναι ότι χρειαζόμαστε «μύθους» στη ζωή μας για να αντέξουμε την αγωνία της ύπαρξης. Το «αναγκαιότητα» τίθεται ειρωνικά. Αυτό το βιβλίο πολλές φορές με έχει χλευάσει, καθώς έχω νοιώσει την ανάγκη να παρασυρθώ από κάποιους μύθους. Τι ωραίος μύθος και ο παραπάνω για να τον πιστέψω αλήθεια!!!
Όμως η συζήτηση ήταν για το Φόδελε. Και θα ήθελα πριν κλείσω την παρουσίαση αυτή να αναφέρω άλλη μια φορά πόσο με μάγεψε αυτό το βιβλίο. Και φυσικά σας το συστήνω ανενδοίαστα.
Post a Comment