Book review, movie criticism

Thursday, December 14, 2017

Feng Xiaogang, I am not madam Bovary (我不是潘金莲 2016)

 Feng Xiaogang, I am not madam Bovary (我不是潘金2016)


  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Το μυθιστόρημα πάνω στο οποίο βασίζεται η κωμωδία του Φενγκ Σιαογκάνγκ έχει τίτλο «Δεν σκότωσα τον σύζυγό μου». Είναι του Λιου Τζενγιούν, ο οποίος συνυπογράφει το σενάριο μαζί με τον σκηνοθέτη.
  Θα ξεκινήσω με ένα σχόλιο που βαρέθηκα να κάνω στις αναρτήσεις για τη «Lady Macbeth» και τη «Sibirska ledi Magbet».
  Η Λαίδη Μάκβεθ είναι μια σατανική γυναίκα στο έργο του Σαίξπηρ. Τι σχέση μπορεί να έχει με την κακόμοιρη την Κατερίνα Ιβάνοβνα, τουλάχιστον όπως την παρουσιάζει στο μυθιστόρημά του ο Νικολάι Λέσκοφ και στην όπερά του, εμπνευσμένη από αυτό, ο Ντιμίτρι Σοστάκοβιτς; Αλλά και ο William Oldroyd στη «Λαίδη Μάκβεθ» του; Αυτό που δεν έγραψα είναι μια σκέψη που έκανα, μήπως ο Λέσκοφ χρησιμοποίησε για το μυθιστόρημά του μια πραγματική ιστορία, για μια γυναίκα που σκότωσε με τη βοήθεια του εραστή της τον άντρα της στην επαρχία του Μτσενσκ, και που οι κάτοικοι της περιοχής την χαρακτήρισαν, για το αποτρόπαιο έγκλημά της, λαίδη Μάκβεθ. Όμως η πράξη της δεν έχει καμιά σχέση με την πράξη της σεξπηρικής λαίδης Μάκβεθ, που δεν σκότωσε τον άντρα της αλλά τον παρότρυνε να σκοτώσει το βασιλιά. Αν υπάρχει κάτι κοινό είναι το αποτρόπαιο του εγκλήματος. Στην πραγματικότητα, η Κατερίνα Ιβάνοβνα μοιάζει περισσότερο με την «Τερέζα Ρακέν», την ηρωίδα στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ζολά, που με τον εραστή της σκοτώνει τον άντρα της. Όμως η Τερέζα Ρακέν όχι μόνο δεν είναι τόσο διάσημη όσο η Λαίδη Μάκβεθ, αλλά και γράφτηκε μετά την ιστορία της Κατερίνας Ιβάνοβνα, αν υποθέσουμε ότι είναι αληθινή ιστορία. Γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε σίγουροι, αφού το έργο του Λέσκοφ γράφηκε μόλις δυο χρόνια μετά την «Τερέζα Ρακέν», την οποία ο Λέσκοφ μάλλον θα αγνοούσε.
  Γιατί αυτή η εισαγωγή;
  Αφενός για την αλλαγή του ονόματος Pan Jinlian σε μαντάμ Μποβαρί. Αφετέρου, έχει καμιά σχέση η μαντάμ Μποβαρί με την Pan Jinlian;
  Ακόμη, η Li Xuelian (Λι Σουελιάν), η ηρωίδα της ταινίας, έχει καμιά σχέση με την Pan Jinlian;
  Κατά την περίοδο της δυναστείας Song (1127-1279) υπήρχε μια πανέμορφη γυναίκα, η Pan Jinlian. Η γυναίκα αυτή, σαν την Τερέζα Ρακέν και όχι σαν την μαντάμ Μποβαρί, με τη βοήθεια του εραστή της σκότωσε τον άνδρα της. Όμως το ανακάλυψε ο αδελφός του άνδρα της και τους σκότωσε και τους δυο. Από τότε, κάθε γυναίκα κακής διαγωγής την αποκαλούσαν Pan Jinlian.
  Καμιά σχέση δεν έχει η Λι Σουελιάν με τη Παν Τζινλιάν. Ακόμη, η Παν Τζινλιάν δεν έχει καμιά σχέση με τη μαντάμ Μποβαρί, που ναι μεν κεράτωσε τον άντρα της, όμως δεν τον σκότωσε, απεναντίας αυτοκτόνησε η ίδια, απελπισμένη και προφανώς μετανοιωμένη.
  Δεν είναι ο μόνος λόγος που κάνω το σχόλιο. Μπορεί να θέλω να βλογήσω τα γένια μου μια και προέρχομαι από το χώρο της λογοτεχνίας, όμως είναι μια πραγματικότητα, η λογοτεχνία είναι ανώτερη από τον κινηματογράφο. Ας μη συζητήσουμε τώρα τις κινηματογραφικές μεταφορές μυθιστορημάτων, ούτε και το γεγονός ότι δεν συμβαίνει το αντίστροφο, δηλαδή μια ταινία να γίνει εκ των υστέρων μυθιστόρημα [Τελικά συνέβη με κάτι κινέζικες, διάβασα λίγο αργότερα]. Θα πω μόνο ότι οι μυθιστοριογράφοι δεν κοιτάζουν ντε και καλά να βρουν τον πιασάρικο τίτλο, αυτόν που θα εντυπωσιάσει, και μάλιστα ψευδώς, αλλά έναν τίτλο που να μην αφίσταται από την πλοκή του έργου τους. Ο τίτλος του μυθιστορήματος είναι «Δεν σκότωσα τον άντρα μου». Και αυτός τραβηχτικός, αλλά τουλάχιστον αληθινός, αν και στην πλοκή δεν βλέπουμε καθόλου την Λι Σουελιάν να κατηγορείται για τον θάνατο του άντρα της. Ναι, εν μέρει είναι «κινηματογραφικός» ο τίτλος του μυθιστορήματος, αλλά πόρρω απέχει από τους δυο τίτλους της κινηματογραφικής μεταφοράς.
  Πριν μιλήσουμε για την πλοκή της ταινίας να πούμε δυο λόγια για το κοινωνικό φόντο. Στη σοσιαλιστική Κίνα το κράτος απαγορεύει πάνω από ένα σπίτι, τόσο στα ζευγάρια όσο και σ’ αυτούς που ζούνε μόνοι. Ακόμη, υπάρχει η πολιτική του ενός παιδιού. Αντιμετωπίζουν penalty αυτοί που θα τολμήσουν να κάνουν δυο παιδιά.
  Η Λι Σουελιάν χωρίζει στα ψεύτικα με τον άντρα της ώστε σαν διαζευγμένη να μπορεί να αγοράσει δικό της σπίτι, και μετά να ξαναπαντρευτούν. Ο άντρας της όμως, μετά το διαζύγιο, τα έφτιαξε με άλλη γυναίκα. Και η Λι Σουελιάν αρχίζει αγωγές, υποστηρίζοντας ότι το διαζύγιο ήταν ψεύτικο. Στο δικαστήριο δεν εμφανίζεται ο ίδιος αλλά ο δικηγόρος του. Τις κατηγορίες του ότι πήγαινε με άλλους άνδρες, που θα δικαιολογούσαν και τον τίτλο της ταινίας, ούτε καν κάνει τον κόπο να τις αντικρούσει, τόσο ασύστατες τις θεωρεί. Προσπαθεί να δικαιωθεί δικαστικά με το να αναγνωριστεί ότι το διαζύγιο ήταν ψεύτικο, και πάνω σ’ αυτό επιμένει σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας.
  Δέκα χρόνια παλεύει από το ένα δικαστήριο μετά το άλλο, μέχρι και στο Πεκίνο φτάνει. Εκεί οι αξιωματούχοι διαπιστώνουν τις κακοδικίες στα τοπικά δικαστήρια και απολύουν τους υπεύθυνους, χωρίς όμως να προχωρήσουν στη δικαίωσή της. Όλη αυτή η ιστορία είναι εντελώς σουρεάλ, αλλά υπηρετεί το στόχο του σκηνοθέτη, που είναι η σάτιρα, κυρίως της δικαιοσύνης. Ακούμε την παρακάτω «αυτοκριτική» ατάκα ενός δικαστικού, απευθυνόμενη σε ένα συνάδελφό του. «Θέλαμε όντως να βοηθήσουμε την Li Xuelian ή απλά να προστατεύσουμε τις θέσεις μας; Κατά τη γνώμη μου μάλλον το δεύτερο».
  Μπορεί η κριτική του Feng Xiaogang να αφορά, με βάση την πλοκή, κυρίως τη δικαιοσύνη και όλους όσους εμπλέκονται σ’ αυτήν, αλλά πηγαίνει και παραπέρα. Ακούσαμε ότι ένα μεγάλο πρόβλημα στην Κίνα είναι η διαφθορά και η ανηθικότητα. Και στην Κίνα και παντού, θα έλεγα εγώ.
  Γιατί αυτή η επιμονή, γιατί αυτές οι παρατραβηγμένες ενέργειες; Ο θεατής δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί. Στο τέλος όμως θα υπάρξει μια αποκάλυψη που θα την δικαιολογήσει.
  Και μια σύμπτωση: κάτι ανάλογο συνέβη και σε μια φίλη μου, που μου το εξομολογήθηκε λίγο μετά που έγραψα αυτές τις γραμμές.
  Για τον Feng Xiaogang διαβάζω: «Zhang Yimou, Chen Kaige, and Feng Xiaogang – the “big three” of contemporary Chinese film directors» (A companion to Chinese cinema, Wiley-Blackwell, 2012,σελ. 479).
  Σωστή η σειρά. Κι εγώ πρώτα γνώρισα τον Τζανγκ Γιμόου, μετά τον Τσεν Κάιγκε και τρίτο τον Φενγκ Σιαογκάνγκ.
  Είχα δει παλιά τρεις ταινίες του Feng Xiaogang, και με την ευκαιρία της προβολής στις ελληνικές αίθουσες της ταινίας «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» είπα να δω και τις υπόλοιπες. Σε κάθε νέα ανάρτηση παρέθετα και τον σύνδεσμο με την ανάρτηση της προηγούμενης. Η τελευταία ήταν «My personal tailor». Αν κάποιος θέλει να διαβάσει τι έχω γράψει και για άλλες ταινίες του Feng Xiaogang μπορεί να τις βρει σε μια ιστοσελίδα μου ευρετήριο.
   Σε αρκετές ταινίες του ο Feng Xiaogang (συν)υπογράφει το σενάριο. (Συν)υπογράφει επίσης και το σενάριο δυο άλλων ταινιών που γυρίστηκαν πριν από τις δικές του. Αυτές είναι: Xia Gang, After separation (大撒 1992) και Yan Xiaozhui (彦小追), A born coward (天生胆 1994). Ίσως τις δω κάποια στιγμή.  
  Και ένα απόσπασμα για τον Feng Xiaogang:
An important component of the official mainstream was the emergence
of commercial films for and about the urban masses in a market economy.
Perhaps the most successful director of this kind of film was Feng
Xiaogang, who made a series of urban mass comedies and melodramas. In
his films, ordinary characters with extraordinary desires create a world of
fantasies and dreams that extend beyond national boundaries. Be There or
Be Square (Bujian busan, 1998), for instance, engages the audience in a
transnational fantasy. The story of two Beijingers in Los Angeles and their
pursuit of the American dream subverts the representational convention
that sees the Orient as a projection of the Western gaze. China/Chinese
becomes the desiring subject, America/American the object to be desired
and consumed. Such a turnabout poses its own problems, however, as
America is stereotyped and fragmented to satisfy the Chinese imagination.

Shuqin Cui, Women through the lens, University of University of Hawai‘i Press, 2003, σελ. 246

Post a Comment