Thursday, July 12, 2018

Vittorio de Sica, Ieri, oggi, domani (Χθες, σήμερα, αύριο 1963)


Vittorio de Sica, Ieri, oggi, domani (Χθες, σήμερα, αύριο 1963)


 Από σήμερα στο Ζέφυρο, σε επανέκδοση.
 Τρεις ιστορίες, μια του χθες, μια του σήμερα και μια του αύριο (που για μας σήμερα είναι χθες) μας δίνει ο ντε Σίκα το 1963, με τους έξοχους Σοφία Λόρεν και Μαρτσέλο Μαστρογιάννη.
  Το έχω ξαναγράψει για την κωμωδία, σημασία δεν έχει τόσο το στόρι όσο τα κωμικά επεισόδια – για μένα τουλάχιστον. Και αυτό το έχω ξαναγράψει, η κωμωδία χρησιμοποιεί συχνά το εφέ της υπερβολής, κάποιες φορές σε ίδιο βαθμό με τα horror, crime και thriller, τόσο στο μικροεπίπεδο ενός πλάνου ή ενός επεισοδίου όσο και στο μακροεπίπεδο ενός μεγάλου μέρους της πλοκής. Καμιά φορά και το φανταστικό, όπως στην ταινία «Κηδεία είναι, θα περάσει» που παίζεται κι αυτή από σήμερα, όπου η φωτογραφία της νεκρής γυναίκας στην τεφροδόχο συνομιλεί με τον άντρα της.
  Η πρώτη ιστορία είναι βασισμένη σε διήγημα του Εντουάρντο ντε Φίλιππο.
  Η Σοφία Λόρεν έχει εισπράξει ένα γερό πρόστιμο για λαθρεμπορία τσιγάρων. Αποφεύγει τη φυλακή με το να γεννοβολάει συνέχεια. Μια έγκυος δεν φυλακίζεται, αλλά και ούτε όταν γεννήσει, πριν το μωρό γίνει έξι μηνών. Έτσι λοιπόν γεννοβολάει συνέχεια, κάνει επτά παιδιά, για να αποφύγει τη φυλακή. Αλλά ο άντρας της έχει πια κουραστεί, δεν τα καταφέρνει να την ξαναφήσει έγκυο, και έτσι πάει μόνη της και παραδίδεται.
  Όμως οι κάτοικοι της γειτονιάς τους κινητοποιούνται. Όλοι όσοι εμπορεύονται ανεβάζουν τις τιμές για να μαζέψουν με τα επιπλέον χρήματα το ποσό που χρειάζεται για να πληρώσει το πρόστιμο, ακόμη και οι πόρνες. Μένει και το ποινικό της υπόθεσης, αλλά μια αίτηση χάριτος στον πρόεδρο της δημοκρατίας ικανοποιείται.
  Αυτό που ξεχειλίζει στην ταινία είναι η ανθρωπιά και η ανθρώπινη αλληλεγγύη. Υπάρχουν επίσης και λαογραφικά στοιχεία της εποχής. Φίλος μου, φοιτητής στην Ιταλία τα χρόνια της χούντας, μου είπε ότι η αστυνομία κάνει στραβά μάτια στο λαθρεμπόριο, γιατί αλλιώς θα εδημιουργείτο μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα, καθώς ένα σωρό οικογένειες θα έμεναν χωρίς πόρους ζωής. Σήμερα δεν ξέρω τι γίνεται. Υποθέτω στα τσιγάρα θα δείχνουν ανοχή, όχι όμως και στα τσιγαριλίκια.
  Μπα, η δεύτερη ιστορία, πολύ μικρή, βασισμένη σε διήγημα του Αλμπέρτο Μοράβια, δεν είναι κωμωδία, είναι σατιρικό δράμα (καμιά σχέση με το συνοδό της τραγωδίας). Η μεγαλοκυρία με τη Ρολς Ρόυς, που νοιώθει ένα κενό μέσα της, κοιτάζει να το καλύψει με τον Μαρτσέλο. Τον παροτρύνει να την οδηγήσει. Διστάζει, αλλά τελικά πιάνει το τιμόνι. Κάποια στιγμή, για να αποφύγει έναν πιτσιρικά που πουλάει λουλούδια στο δρόμο, τη στουκάρει πάνω σε μια μπολντόζα που είναι σταματημένη εκεί δίπλα. Και η συμπεριφορά της Σοφίας απέναντί του αλλάζει κατά 180 μοίρες.  
  Με την τρίτη ιστορία επιστρέφουμε πάλι στην κωμωδία. Η Σοφία είναι high society πόρνη. Δέχεται πολύ λίγους, πλούσιους, και μόνο αν της αρέσουν. Τι να κάνει όμως με τον νεαρό ιεροσπουδαστή από το διπλανό μπαλκόνι που την έχει ερωτευθεί; Η γιαγιά του είναι πυρ και μανία εναντίον της. Πηγαίνει και τη βρίσκει. Και η συμπεριφορά της αλλάζει 180 μοίρες καθώς η Σοφία της μιλάει με καλοσύνη, την παρηγορεί, και της λέει ότι μια και ο εγγονός της δεν την πιστεύει όταν του λέει για τη δουλειά που κάνει θα του το πει η ίδια.
  Ο νεαρός είναι απελπισμένος. Έχει βγάλει το ράσο του, έχει φτιάξει τη βαλίτσα του και ετοιμάζεται να φύγει για τη λεγεώνα των ξένων. Η Σοφία με το Μαρτσέλο, που όλο αυτό το διάστημα δεν έχει καταφέρει να κάνει έρωτα μαζί της, θα πάνε να τον μεταπείσουν. Τα καταφέρνουν. Επιστρέφουν στο διαμέρισμα, και επάνω που είναι έτοιμοι να κάνουν έρωτα η Σοφία θυμάται. Ανάβει τις έξι λαμπάδες που είχε αγοράσει. Και του λέει ότι έχει κάνει τάμα, να βοηθήσει ο θεός να μην ξεστρατίσει ο νεαρός από το δρόμο της ιεροσύνης που διάλεξε και αυτή θα κάνει μια βδομάδα αποχή. Πιο πριν είχε υπολογίσει χοντρικά πόσο θα της στοίχιζε αυτό.
  Πληθωρική η Σοφία, με λαϊκή αριστοκρατικότητα ο Μαρτσέλο, δυο ιερά τέρατα του ιταλικού κινηματογράφου σε μια από τις καλύτερες ταινίες του ντε Σίκα.


No comments:

Post a Comment