Monday, July 15, 2019

Ba Jin(巴金,Οικογένεια (家)


Ba Jin(巴金,Οικογένεια () (μετ. Αμαλία Τσακνιά), Νεφέλη 1983, σελ. 378.

  Τα αγόρασα πριν χρόνια, τέσσερα κινέζικα readers, ανάμεσα στα οποία ήταν η «Άνοιξη» και το «Φθινόπωρο». Δυστυχώς δεν ήταν μέσα και η «Οικογένεια», το πρώτο μέρος της τριλογίας «Χείμαρροι» του Μπα Τζιν. Ευτυχώς που ανακάλυψε ο φίλος μου ο Χρήστος ότι είχε μεταφραστεί στα ελληνικά, και έτσι μπόρεσα να το διαβάσω.
  Τα readers αυτά τα διάβασα για δεύτερη φορά το 2014, τρία χρόνια μετά που βγήκα στη σύνταξη και άρχισα μια επανάληψη στα κινέζικά μου. Σκοπεύω επί τη ευκαιρία να τα διαβάσω για τρίτη φορά, και να δω και τα υπόλοιπα επεισόδια της τριλογίας, που υπάρχει στο youtube σε 19 επεισόδια, γυρισμένη το 1987, όμως χωρίς υπότιτλους-κινέζικους εννοείται. Υπάρχει και ένα άλλο σήριαλ μόνο για την «Οικογένεια», γυρισμένο το 2007, με κινέζικους υπότιτλους αυτό, που μπορείτε, όσοι κινεζομαθείς, να το δείτε εδώ.
  Μπορείτε να διαβάσετε τη βιογραφία του στη βικιπαίδεια, στον σύνδεσμο που παραθέτω στο όνομά του. Εδώ να πω μόνο ότι μετά τον Νόαμ Τσόμσκι, είναι ο δεύτερος διάσημος αναρχικός που έχω υπόψη μου. Το όνομα του Ba Jin, (που στα κινέζικα είναι  巴金 και στην μεταγραφή στα pinyin Ba Jin, όπου το J ακούγεται και σαν K), δεν είναι παρά η πρώτη συλλαβή του ονόματος του Μπακούνιν και το αρχικό γράμμα και τα τελευταία δύο του Κροπότκιν.
  Η οικογένεια είναι η οικογένεια Gao. Και πρώτα πρώτα ο παππούς:
  «…πώς τα κατάφερε να ξεφύγει από τη φτώχεια. Κατέκτησε αξιώματα αφού σπούδασε με μεγάλες δυσκολίες, κι υπήρξε μανδαρίνος για πολλά χρόνια. Απέκτησε μεγάλη περιουσία, αγόρασε τεράστιες εκτάσεις γης κι ακίνητα, κι έκτισε τούτο το σπίτι» (σελ. 126).
  Σίγουρα όχι με το μισθό του.
  Σ’ αυτό το σπίτι ζει με τις οικογένειες των τριών γιων του και της νύφης του. Η αφήγηση εστιάζει σε τρεις αδελφούς, και κυρίως στον μικρό που αποτελεί και την περσόνα του συγγραφέα (το μυθιστόρημα είναι εν μέρει αυτοβιογραφικό). Πρώτα πέθανε η μητέρα τους, μετά ο πατέρας τους αφού ξαναπαντρεύτηκε, και τώρα ζουν με την μητριά τους. Ο παππούς τους, χήρος, έχει μια παλλακίδα. Υπάρχουν και οι θείες, οι ξαδέλφες, και το υπηρετικό προσωπικό.
  Ο Ba Jin, εικοσιεπτάχρονος νεαρός όταν έγραψε την «Οικογένεια», το 1931, διεκτραγωδεί τη μοίρα των προσώπων αυτών καθώς είναι δέσμια παραδόσεων χιλιετιών. Ο κομφουκιανισμός με τις επιταγές της υπακοής, προλήψεις, έθιμα και παραδόσεις, είναι στο στόχαστρό του.
  Οι κοπέλες είναι τα μεγάλα θύματα. Η πλεξούδα είναι γι’ αυτές ό,τι το τσαντόρ για τις μουσουλμάνες. Η ξαδέλφη (Κιθάρα το όνομά της) εξεγείρεται και την κόβει, πράγμα που δημιουργεί ένα σωρό προβλήματα στη μητέρα της από τα κουτσομπολιά. Οι προοδευτικοί ενθαρρύνουν το κόψιμο της πλεξούδας, σαν μια συμβολική ρήξη με το φεουδαρχικό παρελθόν.
  «Τώρα τυπώνεται το τέταρτο τεύχος. Περιέχει ένα άρθρο που συμβουλεύει τις γυναίκες να κόψουν τα μαλλιά τους, μόνο που το γράφει ένας άντρας. Το θέμα έχει τεθεί απ’ όλες της εφημερίδες της Σαγκάης, και στα μεγάλα κέντρα όπως η Σαγκάη και το Πεκίνο πάρα πολλές γυναίκες το εφαρμόσανε κιόλας. Εδώ σ’ εμάς δεν γίνεται ακόμη κουβέντα» (σελ. 229).
  Επίσης, όπως και οι νέοι, δεν μπορούν να διαλέξουν μόνες τους τον σύντροφό τους, οι γάμοι τους αποφασίζονται από τους γονείς. Έχει κανονιστεί ο γάμος για τον μεσαίο αδελφό, όμως αυτός είναι ερωτευμένος με την Κιθάρα. Ούτε να το ακούσει ο παππούς. Φεύγει από το σπίτι και κρύβεται. Ο παππούς, ετοιμοθάνατος, θα τον συγχωρέσει και θα ακυρώσει το προξενιό. Ο μικρός αδελφός είναι πιο αντάρτης. Χλευάζει τους συντηρητισμούς, αρνείται τον ταοϊστή ιερέα να κάνει εξορκισμό στο δωμάτιό του, και συμμετέχει σε μια παρέα που βγάζουν ένα προοδευτικό περιοδικό, αντιμετωπίζοντας βέβαια προβλήματα με τις αρχές. Στο τέλος θα φύγει για την Σαγκάη.
  Είναι ερωτευμένος με μια υπηρέτρια. Αυτή είναι ακόμη πιο πολύ ερωτευμένη μαζί του. Και εδώ καταγγέλλει ο Μπα Τζιν την άθλια μοίρα των φτωχών. Τα μικρά κορίτσια τα πουλάνε οι φτωχοί γονείς τους, γιατί δεν μπορούν να τα ζήσουν. Σε ένα πλουσιόσπιτο θα έχουν μια καλύτερη μοίρα. Αφού δουλέψουν κάμποσα χρόνια στην υπηρεσία τους τα αφεντικά τις παντρεύουν. Όμως όχι με κάποιον εργατικό νεαρό, αλλά με κάποιον γέρο πλούσιο, σαν παλλακίδες. Τι θα κερδίσουν; Δεν θα πεινάσουν ποτέ. Η ερωτευμένη υπηρέτρια θα προτιμήσει να αυτοκτονήσει.
  Ο μεγάλος αδελφός είναι η αντίθεση των δυο μικρών. Δεν τολμάει να εξεγερθεί, παρόλο που νιώθει κι αυτός αγανακτισμένος από την καταπίεση. Τον πάντρεψαν με το ζόρι με μια άλλη κοπέλα, ενώ αυτός αγαπούσε την ξαδέλφη του τη Δαμασκηνιά. Και αυτή την πάντρεψαν με άλλο. Ναι, δεν θα είχαν αντίρρηση οι γονείς να παντρευτούν, ούτε και ο παππούς, όμως η μητέρα της Δαμασκηνιάς αρνήθηκε αυτό το γάμο γιατί είχε τσακωθεί με τη μητριά του μεγάλου αδελφού. Αργότερα θα χύσει πικρά δάκρυα γι’ αυτό. Θα την παντρέψει με κάποιον, ο οποίος όχι μόνο δεν την θέλει αλλά και είναι άρρωστος με φυματίωση. Θα την κολλήσει. Και λίγο καιρό μετά το θάνατό του, αφού η Δαμασκηνιά έχει υποφέρει τα πάνδεινα στα χέρια της πεθεράς της, θα επιστρέψει στη μητέρα της για να πεθάνει μετά από λίγο.
  Δεν είναι όλοι οι γάμοι από προξενιό καταδικασμένοι. Η Λι υπεραγαπά τον μεγάλο αδελφό, του χάρισε ένα γιο και είναι πάλι έγκυος. Και αυτός την αγαπά, όμως όταν εμφανίζεται η Δαμασκηνιά ανάβει ο παλιός του έρωτας. Ξέρουν και οι δυο βέβαια ότι πρέπει να τον καταπνίξουν.
  Η Λι, καθώς είναι έγκυος, πρέπει να φύγει από το σπίτι, ο παππούς μόλις έχει πεθάνει και αυτό θα φέρει γρουσουζιά σε όλους. Μάλιστα πρέπει να μείνει έξω από την πόλη, εκτός των τειχών. Θα νοικιάσουν ένα σπίτι, θα την επισκέπτεται ο άντρας της, θα έχει και δυο γυναίκες να την υπηρετούν, όμως στη γέννα θα πεθάνει. -Δυο γυναίκες σκότωσες με την ατολμία σου και την υποχωρητικότητά σου, του τα ψέλνει ο αδελφός του.
  Το δέσιμο τον ποδιών, η αποθάρρυνση των κοριτσιών να σπουδάσουν, η πλεξούδα, η αντίθεση στα μικτά σχολεία, και αρκετά άλλα ακόμη, βρίσκονται ανάμεσα σ’ αυτά που καταγγέλλει ο Μπα Τζιν.
  Η ταινία τελειώνει με τον μικρό αδελφό να παίρνει το ποταμόπλοιο για την Σαγκάη.
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.  
  «Παρ’ όλα όσα της έλεγε η μητέρα της, πως τάχα “ένα γράμμα στη γλώσσα που μιλιέται βγαίνει πολύ μακρύτερο από ένα γράμμα στη γλώσσα που γράφεται, και είναι ανυπόφορα χυδαίο”, εκείνης της άρεσε από καιρό να συντάσσει έτσι την αλληλογραφία της» (σελ. 55).
  Και εκεί πρόβλημα με τη γλώσσα ανάλογο με το δικό μας, με την δημοτική και την καθαρεύουσα. Η γραπτή γλώσσα στην υπηρεσία της συντήρησης, όπως σε εμάς η καθαρεύουσα.
  «Πρωί και βράδυ παρουσιαζότανε στον γέρο αφέντη για την ευχή της γαλήνης, όπως πάντα, κι ήταν αναγκασμένος ν’ αντικρίζει το κιτρινόμαυρο πρόσωπο του παππού του, καθώς και την προκλητικά βαμμένη φάτσα της παλλακίδας Τσεν» (σελ. 103).
  Φεουδαρχικό έθιμο.
  «Όταν διατάξει ο ηγεμόνας το θάνατο του υπηκόου του, το να μην πεθάνει είναι έλλειψη πίστης. Όταν διατάξει ο πατέρας το θάνατο του γιου του, το να μην πεθάνει είναι έλλειψη υιικής στοργής… Η ηδονή είναι το πρώτο αμάρτημα· η ευσέβεια του παιδιού είναι η πρώτη αρετή» (σελ. 108).
  Απόσπασμα από βιβλίο με παλιά ηθικά διδάγματα, που διαβάζει ο μικρός αδελφός. Δεν διευκρινίζεται αν το έγραψε ο Κομφούκιος.
  «Η μητέρα της έτρεφε μεταξοσκώληκες» (σελ. 110).
  Και στο χωριό μας έτρεφαν παλιά, για τα μεταξωτά. Στο δημοτικό είχα δει μεταξοσκώληκες, τους είχαμε για το μάθημα. Τελικά εγκαταλείφθηκε η σηροτροφία, όμως οι μουριές που από τα φύλλα τους τρέφονται οι μεταξοσκώληκες έμειναν. Τα φύλλα τους τώρα πια είναι τροφή για τα πρόβατα και τις κατσίκες. Ελάχιστες όμως έχουν μείνει στο χωριό. Τις δυο που υπήρχαν στο μονοπάτι για το σπίτι μου τις έκοψαν οι ιδιοκτήτες τους. Και εκείνη η μεγάλη, στο διπλανό χωράφι από το σπίτι του ξαδέλφου μου του Γιάννη, την έκοψαν κι αυτή. Με χοντρό κορμό, στο σημείο που άρχιζαν οι κλώνοι είχε μια σχεδόν επίπεδη επιφάνεια αρκετά μεγάλη, ώστε να καθόμαστε και να παίζουμε χαρτιά. Τι ωραία τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό!
  «Η κοπέλα αναγκάστηκε να παραδεχτεί το λάθος της και της φέραν ένα κύπελλο με ζεστό κρασί» (σελ. 131).
  Δεν είναι μόνο η χλιαρή μπύρα που διαβάζουμε στον Αστερίξ.
  «Οι γυναίκες ξεμύτισαν απ’ το πορτάκι και προχώρησαν προς το Θεό της Ευτυχίας. Πραγματοποιούσαν το όνειρο της ετήσιας εξόδου. Ήταν η μόνη μέρα [Πρωτοχρονιά] που τους επιτρεπόταν να βγουν έξω απ’ το σπίτι» (σελ. 165).
  Φοβερό!!!
  «Απ’ την κοπέλα δεν έβλεπες πια παρά το πρόσωπο με τα μισόκλειστα μάτια και τα ολάνοιχτα χείλια» (σελ. 312).
  Αυτή είναι η Δαμασκηνιά, νεκρή. Φαίνεται ότι στην Κίνα δεν υπάρχει το έθιμο να κλείνουνε τα μάτια στους νεκρούς. Υπάρχουν αρκετά ανθρωπολογικά στοιχεία στο βιβλίο.
  «…ο χαμός της Λι οφειλόταν αλλού: στο σύνολο των θεσμών, των παραδόσεων, των προλήψεων, σ’ εκείνο το τεράστιο βάρος που τον τσάκισε τόσα χρόνια, που του είχε στερήσει τα νιάτα, τη χαρά, το μέλλον, που είχε ξεκάνει και τις δυο γυναίκες που αγάπησε. Να το πέταγε αυτό το φορτίο, να ριχτεί στη μάχη. Όμως δεν είχε το κουράγιο. Αδύναμος, ανίσχυρος, απελπισμένος, έπεσε στα γόνατα εκεί στο κατώφλι, θρηνώντας πιο πολύ γι’ αυτόν τον ίδιο» (σελ. 355-366).
  «Ποτέ δε θα ξαναπαντρευτώ, ποτέ. Γι’ αυτό εμπιστεύτηκα και το Συννεφάκι, το μωρό, στην πεθερά μου» (σελ. 358).
  Yunzi, 运子, Συννεφούλα, το όνομα μιας από τις δασκάλες μου στον Σύνδεσμο Φιλίας Ελλάδας Κίνας, καθηγήτρια γλωσσολογίας στο πανεπιστήμιο της Σαγκάης. Μου δώρισε σε video cd το «Αντίο παλλακίδα μου» και το «Ηλιόλουστο δωμάτιο», όπερες του Πεκίνου.
  Βλέποντας το σήριαλ της τριλογίας συνειδητοποίησα για μια ακόμη φορά την υπεροχή της εικόνας (σήριαλ, φιλμ) στην απεικόνιση του έξω, του χώρου και των γεγονότων, και την υπεροχή του μυθιστορήματος στην απεικόνιση του μέσα, της ψυχοσύνθεσης και των σκέψεων των ηρώων.
  Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτό το σήριαλ και στο μυθιστόρημα. Το σήριαλ εστιάζει στον μεγάλο αδελφό ενώ το μυθιστόρημα στον μικρό. Επίσης το σήριαλ είναι ένα μελόδραμα, επικεντρωνόμενο στους τρεις έρωτες και στους τρεις θανάτους. Χύνονται άφθονα δάκρυα, σε βαθμό που μου θύμισε τις δικές μας ταινίες της δεκαετίες του ’60. Επίσης βέβαια υπάρχουν οι αναπόφευκτες μικροδιαφορές και προσθήκες, όπως το κόλλημα του μικρού γιου του μεγάλου αδελφού στη Δαμασκηνιά και τη ζωή της ως παντρεμένη, πράγματα που που στο μυθιστόρημα δίνονται σε συμπερίληψη. Παρά την ανυπαρξία υποτίτλων το παρακολούθησα μια χαρά με τα λίγα κινέζικα που μπορώ να πιάνω, ξέροντας βέβαια την υπόθεση από το μυθιστόρημα.
  Με τους αργούς, χαλαρούς ρυθμούς τους σε σχέση με τις ταινίες τα σήριαλ δεν κουράζουν καθόλου, και ίσως αυτός είναι ένας βασικός λόγος που τόσοι πολλοί προτιμούν τα σήριαλ. Αυτός είναι και ο λόγος που μπόρεσα να δω και τα εννέα επεισόδια μονοκοπανιάς, χθες το απόγευμα. Το ίδιο σκοπεύω να κάνω και τώρα με το άλλο σήριαλ, 21 επεισόδια, ευτυχώς υποτιτλισμένο. Όταν δεν καταλαβαίνω κάτι σημαντικό παγώνω την εικόνα για να προλάβω να διαβάσω ολόκληρο τον υπότιτλο.
  Είδα και το άλλο σήριαλ, του 2007. Τελικά «ξεχειλίζει» από το μυθιστόρημα, με πολλά πρόσθετα επεισόδια και διαλόγους. Ο πατέρας του μεγάλου αδελφού δεν έχει πεθάνει και προσπαθεί να του συμπαρασταθεί. Ο τσακωμός των δυο γυναικών που στοίχισε τη ζωή της Δαμασκηνιάς και βύθισε στην απόγνωση τον μεγάλο αδελφό δίνεται εδώ σε διάφορα επεισόδια, όχι σε συμπερίληψη όπως στο μυθιστόρημα. Επίσης δεν δείχνεται ο μεγάλος αδελφός τόσο άβουλος όσο τον βλέπουμε στο μυθιστόρημα και στο άλλο σήριαλ, προσπαθεί απεγνωσμένα να αντιδράσει. Ακόμη, ο πατέρας τους δεν έχει πεθάνει, είναι άρρωστος, βήχει, προφανώς έχει φυματίωση, και προσπαθεί όσο μπορεί να του συμπαρασταθεί. Και το πιο σημαντικό, απαγάγουν την Δαμασκηνιά και τον μεγάλο αδελφό, και τους δένουν σε ένα κορμό. Για πρώτη φορά τόσο κοντά μαζί, λένε. Κατά τα άλλα κυριαρχεί και εδώ το ρομάντζο και το δάκρυ, ενώ ο καταγγελτικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος βρίσκεται εντελώς σε δεύτερο πλάνο.
  Με έκπληξη διαβάζω ότι ο Ba Jin έμαθε ρώσικα, αγγλικά, γαλλικά και εσπεράντο. Το περυσινό καλοκαίρι το αφιέρωσα κι εγώ διαβάζοντας μακέντονσκι και εσπεράντο. Πανεύκολη γλώσσα, όμως μια γλώσσα χωρίς λογοτεχνία και που δεν είναι μητρική δεν πιστεύω ότι μπορεί να έχει μέλλον, παρά την αντίθεση πεποίθηση του γιου μου, που οι συζητήσεις που είχα μαζί του μου άναψαν τα αίματα να τη μάθω.
  Διαβάζω επίσης ότι είναι ο πιο δημοφιλής συγγραφέας στην Κίνα. Γιατί δεν πήρε Νόμπελ; Δεν χρειάστηκε να αναρωτηθώ για πολύ· μα αφού ήταν αναρχικός.
  Και κάτι ακόμη: διώχθηκε από τους ερυθροφρουρούς στην περίοδο της πολιτιστικής επανάστασης. Η γυναίκα του πέθανε γιατί της αρνήθηκαν ιατρική περίθαλψη. Ναι, οι νέοι είναι ικανοί για τα καλύτερα, αλλά και για τα χειρότερα.
  Με θλίψη βλέπω ότι στα ελληνικά έχει μεταφραστεί μόνο η «Οικογένεια», ενώ στα αγγλικά υπάρχουν διάφοροι τίτλοι. Ίσως διαβάσω και άλλο έργο του Ba Jin, εκτός από τα δυο readers.  
  Ξέχασα να το γράψω, στα σήριαλ βλέπουμε επαναλήψεις σκηνών που είχαμε ξαναδεί, συνήθως ιδιαίτερα συγκινησιακά φορτισμένων για τους ήρωες, σαν ανάμνησή τους. 

No comments:

Post a Comment