Saturday, September 7, 2019

Τέοντορ Φοντάνε, Έφη Μπριστ


Τέοντορ Φοντάνε, Έφη Μπριστ (μετ. Άγγελος Παρθένης), Εστία 1989, σελ. 387

  Όταν έγραφα την εισήγησή μου για μια ημερίδα της Ομάδας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας με τίτλο «Η τιμωρία της μοιχαλίδας στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα» δεν είχα υπόψη μου την «Έφη Μπριστ» του Φοντάνε· ή, για την ακρίβεια, την είχα υπόψη μου, την είχα αγοράσει μάλιστα και στα γερμανικά ευελπιστώντας να τη διαβάσω κάποια στιγμή από το πρωτότυπο, δεν ήξερα όμως ότι σαν θέμα είχε τη μοιχεία, διαφορετικά θα την είχα διαβάσει τότε για να την συμπεριλάβω στην εισήγησή μου. Ευδόκησα να τη διαβάσω μετά από 21 ολόκληρα χρόνια, αφού την έβαλα σε προτεραιότητα όταν είδα ότι την έκαναν δώρο σε μια φίλη μου.
   Ως αρχικό τίτλο της εισήγησής μου, στην οποία πραγματευόμουν τα μυθιστορήματα «Τερέζα Ρακέν» του Ζολά, «Μαντάμ Μποβαρύ» του Φλωμπέρ και «Άννα Καρένινα» του Τολστόι, είχα σκεφθεί «Οι ευρωπαίοι συγγραφείς δολοφονούν τη μοιχαλίδα». Διαβάζοντας τώρα την «Έφη Μπριστ» σκέφτομαι ότι καταλληλότερος θα ήταν ο τίτλος «Οι ευρωπαίοι συγγραφείς αυτοκτονούν τη μοιχαλίδα», κι αυτό γιατί και ο Φοντάνε «δολοφονεί» τη μοιχαλίδα του, δεν την βάζει όμως να αυτοκτονήσει όπως οι άλλοι τρεις τις δικές τους μοιχαλίδες. Η Έφη Μπριστ πεθαίνει μετά από τρία χρόνια, μαραζωμένη από τη θλίψη, αφού ο άνδρας της, χωρίζοντάς την, δεν της επέτρεπε να δει την κόρη τους. Μόνο με την παρέμβαση μιας φίλης κατάφερε να τη δει μετά από τρία χρόνια. Όμως η συνάντηση αυτή με τη «δασκαλεμένη» κόρη της τόσο την είχε απογοητεύσει ώστε δεν είχε διάθεση να την ξαναδεί.
  Από τότε βέβαια η νομοθεσία έχει προοδεύσει, ο έτερος των γονέων έχει οπωσδήποτε το δικαίωμα να βλέπει το παιδί του (ή τα παιδιά του) σε τακτά χρονικά διαστήματα.
  Ακόμη και οι γονείς της την εγκατέλειψαν. Την στήριζαν βέβαια οικονομικά, όμως είχαν αρνηθεί να τη δεχθούν στο σπίτι, όχι μόνο γιατί αυτό θα επηρέαζε τις κοινωνικές τους σχέσεις αλλά και για να την τιμωρήσουν για την πράξη της. Αργότερα βέβαια τη δέχθηκαν, μετανοιωμένοι, όμως τότε ήταν πολύ αργά.
  Υπάρχει και μια άλλη διαφορά.
  Στους υπόλοιπους συγγραφείς υπάρχει μια μομφή κατά της μοιχαλίδας, απερίφραστη στην περίπτωση του Ζολά, ελαφρύτερη στον Φλωμπέρ, ο οποίος δήλωσε κάποια στιγμή ότι «Η μαντάμ Μποβαρί είμαι εγώ». Αντίθετα ο Φοντάνε αντιμετωπίζει με μεγάλη συμπάθεια και κατανόηση την ηρωίδα του.
  Ακόμη, δεν βλέπουμε το πώς η Έφη Μπριστ έπεσε στην αγκαλιά του Κράμπας, ούτε καν μαθαίνουμε για τη σχέση τους σαν εραστές. Βλέπουμε βέβαια το φλερτ που της κάνει. Κάποιες νύξεις μου έγιναν αντιληπτές αφού είδα την ταινία του Φασμπίντερ, ξέροντας ήδη ολόκληρο το στόρι. Κατάλαβα για τη σχέση τους από το παρακάτω απόσπασμα, στο οποίο φαίνεται ότι η Έφη έχει μετανιώσει γι’ αυτή και θέλει να τη διακόψει, πράγμα που θα το δούμε και σε επόμενες σελίδες.
  «Φεύγω αύριο με το πλοίο, κι αυτές εδώ είναι γραμμές αποχωρισμού… Η συμπεριφορά σας μπορεί να συγχωρηθεί, όχι όμως και η δική μου. Το σφάλμα μου είναι πολύ βαρύ, ίσως όμως μπορεί να υπάρχει ακόμη διέξοδος για μένα. Το γεγονός πώς μετατεθήκαμε απ’ εδώ είναι για μένα σαν ένα σημάδι πως μπορεί να με δεχθεί κανείς ακόμη με επιείκεια. Ξεχάστε ό,τι έγινε, ξεχάστε και μένα. Η Έφη σας» (σελ. 247).
  Τίποτε τέτοιο με τη μαντάμ Μποβαρί και την Άννα Καρένινα, που εγκαταλείφθηκαν από τους εραστές τους.
  Τώρα, για ποιο λόγο δεν έσκισε τα σημειώματα που είχε πάρει από αυτόν αλλά τα φύλαξε, δεμένα με μια κόκκινη κορδέλα, πράγμα που είχε σαν αποτέλεσμα να τα ανακαλύψει ο άνδρας της έξι χρόνια αργότερα; Για τον ίδιο λόγο που και η Αντιγόνη, αν και είχε εκτελέσει την πρέπουσα τελετουργία πάνω στο νεκρό σώμα του Πολυνείκη, ξαναγύρισε να το ξαναδεί, με αποτέλεσμα να τη συλλάβουν οι φρουροί: πώς αλλιώς θα προχωρούσε η δράση;
  Ο άντρας της καλεί τον Κράμπας σε μονομαχία (εδώ θυμήθηκα τον Τουργκένιεφ) και τον σκοτώνει.
  Άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Σήμερα αυτό που κάνει κάποιος μοιχός, αν και αυτό συμβαίνει σπάνια, είναι να καθαρίσει αυτόν που τον κεράτωσε, όχι να τον καλέσει σε μονομαχία με το ρίσκο να σκοτωθεί ο ίδιος. Θα του αναγνωρισθούν μεν ελαφρυντικά στη δίκη, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν θα καταδικασθεί μόνο με έξι βδομάδες φυλακή, τιμωρία που επέβαλε ο αυτοκράτορας στον άντρα της.
  Η καημένη η Έφη πλήρωσε για τη μοιχεία της για την οποία είχε ήδη μετανιώσει, έξι χρόνια αφού την είχε διαπράξει, σε αντίθεση με τις μοιχαλίδες στις οποίες αναφερθήκαμε πιο πριν.
  Να πω ότι το μυθιστόρημα με κούρασε μέχρι το απόσπασμα που παρέθεσα παραπάνω. Δεν υπάρχει κανένα σασπένς, απλά παρακολουθούμε τη ζωή του ζευγαριού, τις δεξιώσεις, τις εκδρομές και τις διασκεδάσεις τους μαζί με φίλους, κοντολογίς τη μεγαλοαστική ζωή τους. Μετά βέβαια την αποκάλυψη της μοιχείας, στον αναγνώστη εννοείται, δημιουργείται ένα έντονο σασπένς που κορυφώνεται όταν την ανακαλύπτει και ο σύζυγος.
  Αλήθεια, γιατί παντρεύτηκε έναν άντρα μεγαλύτερό της;
  «Όχι, μαμά, μιλάω πολύ σοβαρά. Ο έρωτας έρχεται πρώτος, αλλά αμέσως ύστερα έρχεται η αίγλη και η τιμή, και κατόπιν η διασκέδαση, μάλιστα, η διασκέδαση, όλο και κάτι καινούριο, όλο και κάτι που να με κάνει να γελάω ή να κλαίω. Εκείνο που δεν μπορώ να υποφέρω είναι η πλήξη» (σελ. 52).
  Αργότερα βέβαια, ετοιμοθάνατη, που θα τον συγχωρέσει που δεν την άφηνε να δει την κόρη τους, θα πει «…είχε πολλά καλά στοιχεία στο χαρακτήρα του και υπήρξε τόσο ευγενής όσο μπορεί να είναι κάποιος που ζει χωρίς αληθινή αγάπη» (σελ. 376). Ναι, κατά βάθος δεν τον είχε αγαπήσει.
  Επίσης:
  «Ο Γκέερτ είναι άντρας, ωραίος άντρας, ένας άντρας με τον οποίο μπορώ να αναδειχθώ και που θα γίνει κάτι στη ζωή» (σελ.55).
  Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία που παντρεύεται τον πλούσιο, για να διαπιστώσει μετά ότι ο έρωτας είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό από ό,τι νόμιζε. Μόνο που, κατόπιν εορτής, αυτό μπορεί να το πληρώσει, καμιά φορά πολύ ακριβά.
  Αλλά και ο άνδρας της δεν παντρεύτηκε μόνο επειδή του άρεσε η όμορφη δεκαεπτάχρονη Έφη.
  «Θα γίνεις τόσο δημοφιλής, ώστε να μου εξασφαλίσεις την πλειοψηφία, όταν θα θελήσω να μπω στο κοινοβούλιο» (σελ. 96).
  Κριτικό ρεαλισμό, έτσι χαρακτήρισαν τον ρεαλισμό του 19ου αιώνα οι μαρξιστές θεωρητικοί της λογοτεχνίας. Υπάρχουν αρκετά παρόμοια αποσπάσματα «κριτικού ρεαλισμού».
  Διαβάζουμε:
  «…αφού είχε απαυδήσει να περιμένει τόσον καιρό, τελικά του απένειμαν το παράσημο του Ερυθρού Αετού, κι αυτός οργισμένος  το πέταξε μακριά φωνάζοντας: -Κάτσε εκεί ώσπου να μαυρίσεις» (σελ. 365).
  Αυτό μου θύμισε μια άλλη περίπτωση.
  Μαρτυρία του Τ. Π. για το πώς αντέδρασε ο Κώστας Βάρναλης όταν του απένειμαν το βραβείο Λένιν: -Τώρα μου το έδωσαν που δεν μου σηκώνεται;
  Είναι γνωστό πόσο ερωτιάρης ήταν ο Βάρναλης.
  «Ναι, μητέρα. Και είναι θλιβερό που είναι έτσι. Μα όταν έγιναν όλα εκείνα τα φοβερά πράγματα, και τελευταία αυτό με την Άννα [την κόρη της], ξέρεις, τότε εγώ, αν μπορώ να μεταχειριστώ αυτή την αστεία έκφραση, αντέστρεψα τους όρους κι άρχισα να καλλιεργώ σοβαρά την ιδέα πως αυτός έφταιγε, επειδή ήταν νηφάλιος και υπολογιστής και τελευταία μάλιστα και απάνθρωπος. Και τότε βγήκαν απ’ το στόμα μου κατάρες» (σελ. 376).
  Από τα πιο ωραία αποσπάσματα είναι οι αναστοχασμοί της Έφης πάνω στην πράξη της και στη σχέση της με το σύζυγό της.
  Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που αξίζει να το διαβάσετε, αν δεν το έχετε ήδη διαβάσει.
  Το είπα ήδη, είδα και την ομώνυμη ταινία του Φασμπίντερ. Ακολουθεί πιστότατα το μυθιστόρημα, όχι μόνο στους διαλόγους αλλά και στον εξωτερικό αφηγητή, τον οποίο ακούμε πάρα πολύ συχνά. Δεν επινοεί τίποτα δικό του. Και βέβαια η Χάνα Σιγκούλα εξαιρετικότατη στο ρόλο της Έφη Μπριστ.
  Ψάχνοντας μήπως τη βρω στο youtube βλέπω ότι υπάρχει μια του 1939, σε σκηνοθεσία Gustaf Gründgens, με τίτλο "Der Schritt vom wege" (Το παραστράτημα), Όμως δεν προλαβαίνω να τη δω, σε λίγο ταξιδεύω για Αθήνα.    

  Τελικά την είδα και αυτή. Εδώ δεν έχουμε εξωτερικό αφηγητή, και η ταινία ξεκινάει από το τέλος, με τους γονείς να συζητούν αναστοχαστικά μπροστά στον τάφο της Έφης, δημιουργώντας έτσι το «Σασπένς του πώς» πέθανε η Έφη, προκαλώντας στον θεατή το αίσθημα του ελέου για την τραγική μοίρα που την περιμένει. Επίσης δεν βλέπουμε τη μονομαχία. Πολύ μου άρεσε και αυτή.
   

No comments:

Post a Comment