Friday, September 6, 2019

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ (Михаил Булгаков), Λευκή Φρουρά (Белая гвардия, μετ. Ανδρέα Φραγκιά)

Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ (Михаил Булгаков), Λευκή Φρουρά (Белая гвардия, μετ. Ανδρέα Φραγκιά), Σμυρνιώτης 1971, σελ. 350

  Κι αυτό το βιβλίο το πήρα στις εκπτώσεις, πριν χρόνια, από 2.000 δραχμές 1.000, όπως γράφει το αυτοκόλλητο που είναι κολλημένο πάνω δεξιά στο εξώφυλλο. Κάτω αριστερά γράφει «Σμυρνιώτης», προφανώς ο εκδότης. Μέσα όμως στη σελίδα 4 διαβάζω «Ιδεώδης βιβλιοθήκη», σειρά Ξένης Λογοτεχνίας, copyright ελληνικής μεταφράσεως ΠΑΠΥΡΟΣ ΠΡΕΣΣ ΕΠΕ 1971, ενώ στη σελίδα πέντε, στη μέση αναγράφεται το όνομα του μεταφραστή και στο κάτω μέρος ΔΙΕΘΝΗΣ ΛΕΣΧΗ ΒΙΒΛΙΟΥ.
  Δεν μπορώ να μην το γράψω, ο κλέψας του κλέψαντος. Το έχω συναντήσει κάμποσες φορές. Τα βιβλία αυτά συνήθως πωλούνται σε καροτσάκια.
  Μετά από αυτή την εισαγωγή να γράψω ότι διάβασα πριν λίγα χρόνια το «Ο Μετρ και η Μαργαρίτα», το κορυφαίο έργο του Μπουλγκάκοφ, και ελπίζω να το ξαναδιαβάσω ώστε να γράψω δυο λόγια και γι’ αυτό.
  Αν ο Μπουλγκάκοφ δεν ήταν ρώσσος θα έλεγα ότι το μυθιστόρημά του αυτό το έγραψε όπως περίπου ο Αισχύλος τους «Πέρσες». Να το γράψουμε όμως από τώρα: ενώ είχε τη συμπάθεια του Στάλιν ο οποίος του συμπαραστάθηκε κάμποσες φορές, θεωρήθηκε αντικαθεστωτικός και στο τέλος τα βιβλία του απαγορεύτηκαν. Όμως επιτράπηκε πάλι η έκδοσή τους τη δεκαετία του ’60,  ενώ το αριστούργημά του, «Ο μετρ και η Μαργαρίτα» εκδόθηκε το 1966, 26 χρόνια μετά το θάνατό του, από τη χήρα του.
  Γεννημένος στο Κίεβο από ρώσους γονείς, ξέρει την πόλη πολύ καλά. Οι μπολσεβίκοι του Πετλιούρα την έχουν περικυκλώσει. Δεν βιάζονται. Ο Μπουλγκάκοφ περιγράφει την αγωνία που ζει η πόλη  από την επικείμενη κατάληψή της. Επίσης περιγράφει τον ηρωισμό κάποιων αξιωματικών της Λευκής Φρουράς που την υπερασπιζόταν και την προδοτική στάση του «αταμάνου», του ανώτατου διοικητή δηλαδή, και των επιτελικών αξιωματικών, που εγκατέλειψαν τη φρουρά στην τύχη της, όπως και οι γερμανοί που υποτίθεται θα την υπερασπίζονταν. Ένας ευσυνείδητος αξιωματικός, αφού είδε τι έκαναν οι ανώτεροί του και συνειδητοποιώντας ότι ήταν μάταιη πια κάθε μορφή αντίστασης, διατάζει τους άνδρες του να βγάλουν τις επωμίδες τους και να κρυφτούν, περνώντας πια ως απλοί πολίτες. Ηρωισμός, αγριότητα, πλιατσικολόγημα από κοινούς ληστές που σκέφτηκαν να εκμεταλλευτούν την αναμπουμπούλα παρουσιαζόμενοι ως άντρες του Πετλιούρα, φόβος, θάνατος, αλλά και ένα ειδύλλιο συνιστούν το μυθιστόρημα, που, πρέπει να το πω, δεν μου άρεσε όσο «Ο μετρ και η Μαργαρίτα». Το βρήκα όμως ιδιαίτερα ενδιαφέρον.
  Ελάχιστα αποσπάσματα έχω υπογραμμίσει, θα παραθέσω κάποια απ’ αυτά.
  «…η μεγάλη πορσελάνινη σόμπα έστελνε ζεστασιά και ζωντάνια στη μικρή Ελένη, στον μεγαλύτερο, τον Αλέξη, και στον μικρότερο απ’ όλους, τον Νικόλκα» (σελ. 11).
  Αυτά είναι τα κεντρικά πρόσωπα του έργου.
  «Για μένα ήταν οι ντόπιοι μουζίκοι, αυτοί που για τον Ντοστογιέφσκι φέρνουν μέσα τους το θεό. Οι γιοι της πόρνης…» (σελ. 29).
  Σαν να μου φαίνεται ότι δεν είχε σε πολύ μεγάλη εκτίμηση τον Ντοστογιέφσκι ο Μπουλγκάκοφ.
  «Γιούνκερ Παυλόφσκι! Βροντοφώνησε ο Μισλαγιέφσκι ανάμεσα στους αποθηκάριους, όπως ο Ρανταμές στην Αΐντα» (σελ. 116).
  Την έχω δει κάμποσες φορές την Αΐντα, άντε όμως να θυμηθώ πώς βροντοφώνησε ο Ρανταμές, καθώς και σε ποια πράξη.
  Για ποιο λόγο το σχόλιο.
  Δεν έχει σημασία που δεν θυμάμαι, θυμάται ο Μπουλγκάκοφ, και μας κάνει μια νύξη για τη μουσική του καλλιέργεια. Ανάλογες παρομοιώσεις και μεταφορές συναντούμε συχνά στη λογοτεχνία.  
  «Εδώ κι έναν αιώνα, όρθιος στο γιγαντιαίο βάθρο του, ένας Άγιος Βλαντιμίρ, από κατάμαυρο μπρούντζο, κρατάει στο χέρι του ένα σταυρό, εφτά μέτρα ύψος. Και κάθε βράδυ, μόλις οι σκιές του δειλινού τυλίξουν τις χαράδρες, τις πλαγιές και τα πλατώματα, ο σταυρός ανάβει και λάμπει όλη τη νύχτα» (σελ. 132).
  Και ο παπά Παντελής έστησε ένα σταυρό στον προφήτη Ηλεία, στην κορφή του λόφου όπου είναι κτισμένος και που στους πρόποδές του βρίσκεται το χωριό μου, το Κάτω Χωριό,  και ανάβει κάθε νύχτα.
  «-Μη μιλάτε, θα σας χαϊδεύω το κεφάλι, του απάντησε. Σιγά σιγά, ο σκληρός πόνος πέρασε από το κρανίο και τους κροτάφους του στα απαλά χέρια κι ύστερα, μέσα από το σώμα αυτής της γυναίκας, διοχετεύτηκε και χάθηκε στο πάτωμα, που ήταν σκεπασμένο μ’ ένα παχύ σκονισμένο χαλί. Ο τραυματίας, αντί για πόνο, ένοιωθε σ’ όλο το κορμί του μια ζέστη σταθερή και γλυκιά… -Σκύψε λίγο κοντά μου. Η Τζούλια γύρισε προς το μέρος του, με το βλέμμα κάπως δύσπιστο, λίγο τρομαγμένο, βυθισμένο στη σκιά. Τότε ο Αλέξης πέρασε το δεξί χέρι του γύρω από το λαιμό της, την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε στα χείλια» (σελ. 252).
  Τι όμορφο!!!.    
  «Αν θέλετε να ξέρετε, έχω διαβάσει ακόμα το Πόλεμος και Ειρήνη… Αυτό είναι, στ’ αλήθεια, βιβλίο! Το διάβασα ως το τέλος και με ευχαρίστηση μάλιστα. Ξέρετε γιατί; Γιατί δεν το έχει γράψει ένας οποιοσδήποτε γραφιάς, αλλά ένας αξιωματικός του πυροβολικού… Κρίμα που άφησε το σώμα… Είναι αλήθεια, βέβαια, πως είχε τσιφλίκια. Όταν πλήττεις, μπορείς να το ρίξεις στα μυθιστορήματα… τον χειμώνα δεν έχεις τίποτα να κάνεις. Κι όταν έχεις τσιφλίκια, είναι ακόμα πιο απλό» (σελ. 260).
  Βρε, μήπως αν είχα κι εγώ τσιφλίκια γινόμουνα καλύτερος συγγραφέας; Άραγε αν ήμουν εισοδηματίας θα έγραφα, θα διάβαζα, ή απλώς θα γλεντούσα με τα εισοδήματά μου; Κύριος οίδε. Όμως ο Μπαλζάκ έγραφε ακατάπαυτα γιατί δεν είχε τσιφλίκια και τον κυνηγούσαν οι δανειστές του, έπρεπε να βγάλει λεφτά από τα βιβλία του για να πληρώσει τα χρέη του. Και ο Καζαντζάκης είχε πει στη γυναίκα του ότι αν ήταν πλούσιος δεν θα έγραφε, θα ταξίδευε. Μου φαίνεται ότι εδώ ο Μπουλγκάκοφ βγάζει κάποια ζήλεια. 
  «Νόμιζα ότι ο Φιοντόρ Νικολάγιεβιτς είχε το ρήγα» (σελ. 261). Φιοντόρ Νικολάγιεβιτς, όπως βλέπεις, υπάρχουν κι άλλοι.    
  «Τους μπολσεβίκους ονομάζετε αγγέλους το σκότους; Συμφωνώ μαζί σας» (σελ. 334).
  Μου φαίνεται ότι συμφωνεί και ο Μπουλγκάκοφ.
  «-Είναι νέος, έχει όμως μέσα του περισσότερη αισχρότητα από ένα δαίμονα χιλίων ετών. Παρασύρει τις γυναίκες στην ακολασία, τους νέους στις κακές έξεις… και σημαίνουν, σημαίνουν ήδη οι πολεμικές σάλπιγγες των ορδών του κακού και βλέπεις ν’ ανεβαίνει, πάνω από την κοιλάδα, το πρόσωπο του Σατανά που τους ακολουθεί. – Δηλαδή ο Τρότσκι;
-Ναι, αυτό το όνομα πήρε» (σελ. 334).
  Αυτό διάβασε ο Στάλιν και τον συμπάθησε αμέσως.   
  Είπα, δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, αλλά ίσως διαβάσω και τη «Διαβολιάδα».
  Και βέβαια είδα και το σήριαλ, οκτώ επεισόδια. Είναι δυστυχώς χωρίς υπότιτλους. Για τους ρωσομαθείς μπορείτε να το δείτε στο youtube. Διαπίστωσα για άλλη μια φορά, αυτό που διαπίστωσα στο «1984» και στον «Θαυμαστό καινούριο κόσμο», ότι οι κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές εμπλουτίζουν το σενάριο με συναρπαστικά επεισόδια. Εδώ ο Αλέξης που είναι μοναρχικός επιστρατεύεται σε ένα νοσοκομείο. Σκοτώνει κάποιον ανώτερο αξιωματικό. Το σκάει. Πηγαίνει και βρίσκει αυτή που του έσωσε τη ζωή, αυτό υπάρχει και στο μυθιστόρημα, όμως δεν υπάρχει το ότι κατέφθασε ο άντρας της. Τραβάει πιστόλι να τον σκοτώσει. Το ίδιο όμως και η γυναίκα, απειλώντας τον. Την πείθει να του παραδώσει το πιστόλι. Μετά από μια συζήτηση που δεν την καλοκατάλαβα ο άντρας της φεύγει λέγοντάς του ότι του χαρίζει τη ζωή και τη γυναίκα του.
  Καλά, να του χαρίσει τη γυναίκα του, αλλά και τη ζωή του;


No comments:

Post a Comment