Monday, November 25, 2019

Γκαίτε, Βέρθερος


Γκαίτε, Βέρθερος, (μετ. Γεωργίας Αλεξίου-Πρωταίου) Εκδόσεις Δαρεμά, χχ, σελ. 176

  Τον «Βέρθερο» τον αγόρασα μαθητής αλλά, αν θυμάμαι καλά, τον διάβασα φοιτητής, σε αντίθεση με το «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», που το αγόρασα και το διάβασα μαθητής. Βλέπω ότι έχω πολύ περισσότερες υπογραμμίσεις και ότι έχω τσεκάρει τις σχετικές σελίδες, ώστε να μπορώ εύκολα να ανατρέχω σ’ αυτές όταν θελήσω. Όμως δεν γράφω την ημερομηνία που τον τέλειωσα μαζί με την υπογραφή μου, όπως συνηθίζω εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
  Το βιβλίο, κι ας λέει η βικιπαίδεια, είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό, με εξαίρεση φυσικά την αυτοκτονία του Βέρθερου. Ο Γκαίτε το έγραψε σε ηλικία εικοσιτεσσάρων χρόνων, το εξέδωσε ανώνυμα, και γνώρισε τεράστια απήχηση. Να αναφέρουμε μόνο ότι κάποιοι αυτοκτόνησαν έχοντας τον «Βέρθερο» στο πλάι τους. Πολλοί, το μόνο βιβλίο που έχουν διαβάσει του Γκαίτε είναι ο Βέρθερος. Κι εγώ μόλις πριν τέσσερα χρόνια διάβασα τον «Φάουστ» ενώ πριν επτά χρόνια διάβασα ένα βιογραφικό επεισόδιο από τη ζωή του Γκαίτε δοσμένο με μυθιστορηματικό τρόπο, το «Ένας ερωτευμένος άνδρας». Όμως αξίζει να διαβάσετε περισσότερες λεπτομέρειες στη βικιπαίδεια για τον «Βέρθερο».  
  Το βιβλίο χωρίζεται σε πρώτο και δεύτερο «βιβλίο» και είναι επιστολικό. Όλες οι επιστολές του πρώτου βιβλίου έχουν ως αποδέκτη το φίλο του τον Γουλιέλμο. Οι επιστολές στο δεύτερο βιβλίο έχουν αποδέκτη όχι μόνο το φίλο του αλλά και τη Σαρλότα με την οποία είναι ερωτευμένος. Υπάρχει και αφήγηση του Γουλιέλμου για τις συνθήκες αυτοκτονίας του Βέρθερου, ενώ ταυτόχρονα υπάρχουν ανεπίδοτα σημειώματα με αποδέκτες τόσο την Σαρλότα όσο και τον άνδρα της τον Αλβέρτο.
  Το μοτίβο είναι πολύ γνωστό, μια γυναίκα δύο άντρες. Όμως η γυναίκα είναι αρραβωνιασμένη με τον Αλβέρτο (στο δεύτερο βιβλίο είναι πια παντρεμένη μαζί του), και ο Βέρθερος νοιώθει την απελπισία του χαμένου, που ξέρει ότι η αγαπημένη του, παρόλο που τον αγαπάει όπως θα αναφωνήσει στο τέλος («Όχι, δεν ξεγελιέμαι… εκείνη μ’ αγαπάει!» σελ. 65), όμως αγαπάει και τον άντρα της και είναι αποφασισμένη να του μείνει πιστή.
  Στο πρώτο μέρος κυριαρχούν τα ρομαντικά ξεσπάσματα του Βέρθερου που εκλύονται συχνά από τη θέα της φύσης, ενώ ταυτόχρονα καταθέτει και διάφορες σκέψεις, κυρίως για την αυτοκτονία που προσημαίνουν την αυτοκτονία του.
  Το πρώτο βιβλίο μου φάνηκε κάπως βαρετό, όμως το δεύτερο, ιδιαίτερα προς το τέλος, με συγκλόνισε.
  Υπάρχει μια εισαγωγή γραμμένη από τον Ρομέν Ρολάν. Είναι στη φιλοσοφία των δικών μου αποσπασμάτων: Ο Ρομέν Ρολάν παραθέτει αποσπάσματα, τα οποία όμως σχολιάζει εκτενέστατα. Να ξεκινήσω με κάποια που υπογράμμισα σ’ αυτή την εισαγωγή.
  «Τραβάτε πάντα προς την υπερβολή» (σελ. 12).
  «Παρατέντωσέ με κι ας σπάσω» είναι η τρίτη προσευχή της ψυχής στο «Φτωχούλη του Θεού» του Καζαντζάκη. Όμως οι πρόγονοί μας που τόσο θαυμάζει ο Γκαίτε έλεγαν «Μηδέν άγαν».
  «Δεν κάπνισα ποτέ, δεν έπαιξα ποτέ σκάκι, με μια λέξη δεν έκανα ποτέ τίποτα που να κλέβει καιρό» (σελ. 15).
  Τα τσιγάρα που κάπνισα στη ζωή μου είναι λιγότερα από ένα πακέτο, και αρνήθηκα πεισματικά να μάθω σκάκι, ακριβώς για τον ίδιο λόγο, για να μη μου κλέβει χρόνο.
  «Δεν ταξιδεύουμε για να φτάσουμε. Ταξιδεύουμε για να ταξιδεύουμε» (σελ. 20).
  Σε καμιά περίπτωση, πάντα ταξιδεύουμε για πάμε σε μιαν Ιθάκη. Κι ούτε ευχόμαστε να είναι μακρύς ο δρόμος, θέλουμε να φτάσουμε όσο γίνεται πιο σύντομα, γι’ αυτό παίρνουμε πάντα τα εξπρές μεταφορικά μέσα, αν μας το επιτρέπουν τα οικονομικά μας. Εγώ είμαι στη φιλοσοφία «απλοϊκός ρεαλιστής», και αυτά τα ευφυολογήματα δεν με συγκινούν. Στο μόνο που θα συμφωνήσω είναι ότι, κι αν δεν φτάσουμε στην Ιθάκη, παρά την απογοήτευση υπάρχει το κέρδος του ταξιδιού. Ένα παράδειγμα:  Παρόλη την απογοήτευση που δεν κατάφερες να πάρεις το διδακτορικό σου, είχες κέρδος, έμαθες τόσα πράγματα διαβάζοντας και ερευνώντας (Όχι, δεν είναι η περίπτωσή μου, εγώ το πήρα).
  «Έμαθα έτσι ότι ένας συγγραφέας με τη δεύτερη αλλαγμένη έκδοση του βιβλίου του, κι αν ακόμη την έχει μεταπλάσει πιο ποιητική, ζημιώνει το βιβλίο του» (σελ. 84).
  Όχι μόνο άλλαξε το βιβλίο του μετά από δεκατρία χρόνια (η πρώτη έκδοση ήταν το 1774), αλλά και ξέχασε να αφαιρέσει αυτή την παράγραφο που τον διαψεύδει. 
  «Γλίστρησα σιγά σιγά από την αριστοκρατική παρέα [«σιχαίνομαι μ’ όλη μου την καρδιά αυτή τη φάρα», θα γράψει μια σελίδα πιο πριν]. Κατέβηκα, μπήκα σε μια άμαξα και πήγα προς το Μ. για να δω εκεί από τη ραχούλα το λιοβασίλεμα και να διαβάσω στον Όμηρό μου το εξαίρετο άσμα, πώς ο Οδυσσέας φιλοξενείται από τον περίφημο γουρουνοβοσκό» (σελ. 111).
  Και σε άλλα τέσσερα σημεία ο Γκαίτε μιλάει για τον Όμηρό του, που ήταν ο αγαπημένος του μέχρι που ανακάλυψε τον Οσιάν, όπως θα διαβάσουμε παρακάτω.
  «Κι ακόμα, εκτιμάει πιο πολύ το μυαλό και το ταλέντο μου παρά την καρδιά που μ’ όλο τούτο είναι το καύχημά μου, μόνο αυτή είναι το ανάβρυσμα κάθε δύναμης, κάθε ευτυχίας και κάθε κακομοιριάς. Ω! αυτά που ξέρω μπορεί ο καθένας να τα ξέρει, την καρδιά μου την έχω μόνος εγώ» (σελ. 119).
  Απίστευτο!!! Μέτρησα 119 φορές τη λέξη «καρδιά». Φουλ ρομαντισμός, Sturm und Drang.
  «Όταν κατέβαζαν την κάσσα και τα σκοινιά από κάτω τρίξαν πένθιμα, όπως τα λάσκαραν και τα μαζεύαν πάλι. Μετά ρίχτηκε η πρώτη φλυαρία και το νεκροσέντουκο άφησε ένα πνιχτό ήχο» (σελ. 166).
  Φλυαρία; Βάλτε αντί για λ τ και τον τόνο στο α, και έχετε φτυαριά. Οι μεταφράσεις εκείνης της εποχής ολοφάνερα πάσχουν από επιμέλεια, αλλά εγώ προτίμησα να διαβάσω την ίδια έκδοση που διάβασα νέος, για τις αναμνήσεις και τους συνειρμούς.
  «…όμως καμιά αιωνιότητα δεν είναι ικανή να σβήσει την πύρινη ζωή που γεύτηκα στα χείλια σου και τηνε ζω βαθιά μου (ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος). Μ’ αγαπάει, αυτά τα χέρια την αγκάλιασαν. Αυτά τα χείλη τρεμουλιάζουν στα χείλια της απάνω. Το στόμα τούτο πώς παραληρούσε πλάι στο δικό της. Είναι δικιά μου, είσαι δικιά μου! Ναι, Σαρλότα, για παντοτινά» (σελ. 167).
  Είναι πεπεισμένος ότι τον αγαπάει, γι’ αυτό και είναι κατενθουσιασμένος. Όμως ταυτόχρονα ξέρει ότι ανήκει στον Άλμπερτ, και γι’ αυτό αποφασίζει να αυτοκτονήσει.
  «Πάω πρώτος στον πατέρα, στον πατέρα μου, στον πατέρα σου. Σ’ αυτόν θα παραπονεθώ κι αυτός θα με παρηγορήσει ώσπου να ’ρθεις. Και θα φτερουγίσω να σε υποδεχτώ. Και θα σ’ αρπάξω και θα μένω μαζί σου, κατάφατσα με το άπειρο, σ’ ένα αγκάλιασμα αιώνιο» (σελ. 168).
  Ερώτημα πρώτον: ο Αλβέρτος δηλαδή θα πάει στην κόλαση; Ακόμη κι αν πεθάνει αυτή πρώτη, όταν θα πεθάνει κι αυτός δεν θα τη διεκδικήσει;
  Ερώτημα δεύτερον: Έχουν φτερά οι ψυχές; Ήξερα ότι φτερά έχουν μόνο οι άγγελοι.
  Πεζά ερωτήματα, το έργο είναι ένα ποίημα, που όσοι δεν το έχετε διαβάσει πρέπει να το διαβάσετε. Με προσοχή όμως οι ερωτευμένοι νέοι, που η αγαπημένη τους τα έχει με άλλον. Εσείς οι μεγάλοι δεν κινδυνεύετε.
  Είδα και το «Μυθιστόρημα του Βέρθερου» του Max Ophüls. Ακολουθεί το μυθιστόρημα κάνοντάς το πιο ρομαντικό. Το τέλος όμως έρχεται αρκετά απότομα, σε αντίθεση με το μυθιστόρημα. Και το πιο σημαντικό, δεν υπάρχει η σκηνή που ο Βέρθερος φιλάει την Σαρλότα.
  Είδαμε και την ταινία «Ο νεαρός Γκαίτε ερωτευμένος» (2010) του Philipp Stölz. Πιστεύοντας και αυτός ότι ο «Βέρθερος» είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικός, φτιάχνει μια ταινία «βιογραφική», με αρκετά επινοημένα στοιχεία βέβαια. Διατηρεί τα πραγματικά ονόματα: Goethe, με oe και όχι με ö, Charlotte και Kestner, ο αντίζηλός του. Μάλιστα μονομαχεί μαζί του (τι μανία που σου την είχαν με τη μονομαχία εκείνες τις εποχές!). Παράνομη η μονομαχία, ο Γκαίτε καταλήγει στη φυλακή, όπου γράφει τον «Βέρθερο» και τον στέλνει στην Σαρλότε. Αυτή τον δίνει σε κάποιον εκδότη. Γίνεται ανάρπαστος, και ο Γκαίτε πολιορκείται από θαυμαστές. Ξέρουμε βέβαια ότι δεν συνέβη τίποτα τέτοιο, ο «Βέρθερος» τυπώθηκε ανώνυμα, η ταυτότητα του Γκαίτε αποκαλύφθηκε αργότερα.
  Έχει κάμποσο χιούμορ η ταινία, ιδιαίτερα με τους φίλους του, και μας άρεσε η έξυπνη παράφραση των μεθυσμένων φίλων: Sturm und Drink. Αργότερα ο Γκαίτε χαρακτήρισε το κίνημα Sturm und Drang (Θύελλα και ορμή) ως νοσηρό. Τελικά όλος ο ρομαντισμός είναι λίγο πολύ νοσηρός, και προπαντός ο Μεσιάν που τόσο θαύμαζε στα νιάτα του.
  Είδαμε επίσης την τηλεταινία «Βέρθερος» (2008) του Uwe Janson. Ο Janson τοποθετεί την πλοκή στη σύγχρονη εποχή, και κάνει βέβαια αρκετές αλλαγές. Η πιο σημαντική, ο Βέρθερος αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια της Σαρλότε, πάνω σε ένα χιονισμένο βουνό. Ακούμε και αρκετά αποσπάσματα από το βιβλίο. Ένα από αυτά είναι και το απόσπασμα που παράθεσα της σελίδας 167.
  Την ταινία την είδα στο youtube. Τα γερμανικά μου είναι στο επίπεδο του Mittelstufe, όμως το πρόβλημα δεν ήταν τόσο τα μέτρια γερμανικά μου όσο οι αυτοματοποιημένοι υπότιτλοι. Όσοι έχετε δει ταινία στο youtube με αυτοματοποιημένους υπότιτλους καταλαβαίνετε τι εννοώ. Πολύ συχνά είναι δύσκολο να καταλάβεις ποιος μιλάει, καθώς οι λέξεις πηγαίνουν στη σειρά. Ακόμη, καθώς είναι αυτοματοποιημένοι, δεν μεταφράζονται όλες οι λέξεις, ή μεταφράζονται λάθος. Για παράδειγμα, η Lotte έγινε δυο φορές Leute, άνθρωποι.
  Είπα ότι έχω και τις υφολογικές μου προτιμήσεις. Μια ταινία στην οποία η κάμερα κινείται ακατάπαυστα, σαν μεθυσμένη, με κουράζει. Όμως μου άρεσαν τα σούπερ gros plan, με την οθόνη να δείχνει από το πρόσωπο μόνο τα εκφραστικά του μέρη, από τα μάτια μέχρι τα χείλη.
  Παρακάτω παραθέτω τον σύνδεσμο, αλλά αν δεν ξέρετε καλά γερμανικά θα σας συμβούλευα να μην το προσπαθήσετε. Εγώ αμφιταλαντεύθηκα πριν αποφασίσω να τη δω. 
  Τις παραπάνω τρεις ταινίες μπορείτε να τις δείτε στο youtube: «Ο νεαρός Γκαίτε ερωτευμένος» (2010) «Το μυθιστόρημα του Βέρθερου» (1938) και «Βέρθερος» (2008). Όμως υπάρχουν και άλλες, που δεν μπορέσαμε να τις βρούμε.   
  Τον «Βέρθερο» (1986) του Pilar Mirό δεν τον βρήκαμε, ούτε και την τηλεταινία «Βέρθερος» (2010) του Benoît Jacquot. Ούτε και τον «Βέρθερο» (1990) του Håkan Alexandersson, ούτε και την τηλεταινία «Βέρθερος» (1993) του Pierre Cavassilas. Ούτε και τον «Βέρθερο» (1927) του Milos Hajský, ούτε και τον «Βέρθερο» των Libor Dvorsky και Petr Weigl, τηλεταινία πάνω στην όπερα του Μασνέ. Ούτε και την μικρού μήκους «Βέρθερος» (1922) της Germaine Dulac, ούτε την τηλεταινία «Βέρθερος» (1978) του Dirk Sanders. Ούτε και τον μικρού μήκους «Βέρθερο» του Henri Pouctal, ούτε και τον «Βέρθερο» του Jacques Doillon. Ούτε και τον «Βέρθερο» (1976) του Egon Günther, ούτε και τον «Φτωχό Βέρθερο» (2007) του Nathan Luppino. Ούτε και την μικρού μήκους «The Werther effect» (2015), του Ludvig Juvodden. Ούτε την τηλεταινία «Βέρθερος» (1968) του Jean-Pierre Lajournade, ούτε και την τηλεταινία «Βέρθερος» (1980) του Jean Manceau.
  Αχ, βρε Βέρθερε, ενέπνευσες όχι μόνο τόσους αυτόχειρες, αλλά και τόσους σκηνοθέτες. 
  Είδα και την ομώνυμη όπερα του Μασνέ, για πρώτη φορά.
  Τελικά η όπερα δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να μείνει ολότελα πιστή στο μυθιστόρημα, γιατί έχει τις δικές της συμβάσεις. Διατηρεί όμως πάντα το βασικό αφηγηματικό σκελετό. Εξάλλου η όπερα είναι θέατρο, διάλογος, που στο μυθιστόρημα του Γκαίτε είναι ολότελα φτωχός. Είναι χαρακτηριστική η αρχή της όπερας, όπου βλέπουμε το τσούρμο με τα αδελφάκια της Σαρλότε να τραγουδάνε ένα χριστουγεννιάτικο ύμνο. Ακόμη: η Σοφία, η αμέσως μικρότερη αδελφή, ένα εύθυμο κορίτσι, φαίνεται τσιμπημένη με τον Βέρθερο, και κάνει ό,τι μπορεί να τον παρηγορήσει. Τις επιστολές προς την Σαρλότε τις διαβάζει η ίδια η Σαρλότε, και βέβαια στο τέλος ο Βέρθερος ξεψυχά στην αγκαλιά της.  
  Μπορείτε να τη δείτε με γαλλικούς υπότιτλους στο youtube. Υπάρχει και με ισπανικούς υπότιτλους.
  Δέστε και αυτό το δεκάλεπτο φιλμάκι στο youtube, αξίζει τον κόπο.

No comments:

Post a Comment