Monday, November 25, 2019

Άντον Τσέχοφ, Η ζωή μου

Άντον Τσέχοφ, Η ζωή μου (μετ. Αντρέας Σαραντόπουλος) Ζαχαρόπουλος 1979, σελ. 368

  Το ήξερα βέβαια ότι ο τίτλος ενός βιβλίου είναι πολύ σημαντικός για την κυκλοφορία του, όμως ο εκδότης μου μού τόνισε ότι είναι ΠΑΡΑ πολύ σημαντικός. Αυτός είναι και ο λόγος που τόσο διαφωνήσαμε για τον τίτλο της συλλογής διηγημάτων μου. Αυτός επέμενε να μπει το «Φραγκιό», εγώ ήθελα «Όνειρο εαρινής νυχτός». Υποχώρησα. Είχε δίκιο, ήταν πολύ πιασάρικος ο τίτλος του, όμως εγώ αντιμετώπισα κάποια προβλήματα με την οικογένεια του Φραγκιού.
  Ο Ζαχαρόπουλος όμως το παράκανε, βάζοντας ένα παραπλανητικό τίτλο για να τραβήξει αγοραστές. Εγώ βέβαια το βιβλίο το δανείστηκα από το φίλο μου το Γιώργη τον Μανιαδάκη.
  Ποια ήταν η παραπλάνηση;
  Νόμισα ότι ήταν η αυτοβιογραφία του Τσέχωφ, και γι’ αυτό το ξεκίνησα αμέσως μόλις τέλειωσα τον «Βέρθερο». Τελικά τίποτα τέτοιο. «Η ζωή μου» ήταν ένα από τα τέσσερα διηγήματα του βιβλίου.
  Διαβάζοντας και τις «Βασικές χρονολογίες της ζωής και της δράσης του Α.Π. Τσέχοφ» όπου αναφέρονται οι συναντήσεις του με τον Τολστόι συνειδητοποίησα ακόμη περισσότερο ότι αυτός και ο Τολστόι ήταν αδελφές ψυχές. Δεν είναι μόνο η κοινωνική τους δράση (ο Τσέχωφ έκτισε ένα σωρό σχολεία), αλλά και κάποιες κοινές θεματικές στα έργα τους.
  Στη «Ζωή μου» ο ήρωας εγκαταλείπει το μικροαστικό του βόλεμα, ή μάλλον το αριστοκρατικό του βόλεμα, και γίνεται απλός εργάτης, προς μεγάλη απογοήτευση του πατέρα του που είναι ευγενής. Όμως και η κοπέλα που θαυμάζει την ασυμβίβαστη στάση του και τον παντρεύεται, δεν αντέχει και τον παρατάει. Και βέβαια μου θύμισε τον «Πάτερ Σέργιο» του Τολστόι, που κι αυτός παρατάει την αριστοκρατική ζωή του για να γίνει μοναχός.
  Για το επόμενο διήγημα έχω γράψει ήδη, καθώς εμπεριέχεται στη συλλογή «Διηγήματα» των εκδόσεων «Βιβλιοθήκη για όλους». Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα.
  Ο «Θάλαμος 6» είναι ο θάλαμος των τρελών. Ο γιατρός Αντρέι Εφίμιτς τους περιθάλπει. Από αυτούς ξεχωρίζει τον Ιβάν Ντμίτριτς, έναν μορφωμένο νέο που σκληρά κτυπήματα της μοίρας τον οδήγησαν στην ψυχολογική του κατάρρευση. Ο γιατρός που κάνει μια μονήρη ζωή τον επισκέπτεται συχνά, καθώς στην μικρή επαρχιακή πόλη που ζει δεν μπορεί να συναντήσει άλλον εξίσου πνευματώδη συνομιλητή. Μέσα από τις συνομιλίες τους ο Τσέχωφ εκθέτει αντιλήψεις για τα θεμελιώδη μεταφυσικά και υπαρξιακά προβλήματα που απασχολούν κατά καιρούς τους ανθρώπους, τις οποίες δεν θα μπορούσε να εκθέσει, τουλάχιστον τόσο εκτενώς, στα μικρότερα διηγήματά του, που η έκτασή τους σπάνια ξεπερνάει τις πέντε σελίδες. Έτσι διαβάζουμε για την αθανασία αλλά και για την στωική αυτάρκεια, για τα ανθρώπινα πεπρωμένα αλλά και για τη μοναξιά.
  Η μοναξιά δεν είναι μια αναπόδραστη υπαρξιακή συνθήκη όπως θέλουν οι υπαρξιστές φιλόσοφοι αλλά μια κατάσταση μακαριότητας. Δεν ξέρω κατά πόσο ο Τσέχωφ συνηγορούσε με τον ήρωά του, πάντως γράφει τις παρακάτω ιερόσυλες γραμμές:
  «Ο γιατρός σκέφτηκε πως ο Εωσφόρος είχε προδώσει το Θεό από τη λαχτάρα του για τη μοναξιά. Οι άγγελοι πετούσαν όλοι τσούρμο και δεν μπορούσαν να χαρούν αυτή την ψυχική μακαριότητα» (σελ. 67).
   Όμως αυτή η μοναξιά έχει πλήξει την ψυχική ισορροπία του γιατρού. Οι άλλοι αρχίζουν να βλέπουν με καχυποψία αυτά τα πολύωρα ξεμοναχιάσματα με τον τρελό. Το αποτέλεσμα είναι να καταλήξει και ο ίδιος τρόφιμος στον θάλαμο 6.
  Δεν αποκλείεται να επηρεάστηκε, συνειδητά ή ασυνείδητα, από αυτό το διήγημα ο Ken Kesey, που πάνω στο μυθιστόρημά του και τη θεατρική του διασκευή στηρίχτηκαν οι σεναριογράφοι για να γράψουν το σενάριο της «Φωλιάς του κούκου» που γύρισε ο Μίλος Φόρμαν».
  Το τρίτο διήγημα έχει τον τίτλο «Φώτα». Δημοσιευμένο το 1888, υποπτεύομαι ότι αποτέλεσε, αν όχι την πηγή έμπνευσης, σίγουρα μια από τις πηγές έμπνευσης της «Ανάστασης» του Τολστόι, που δημοσιεύτηκε έντεκα χρόνια αργότερα. Και εδώ ο ήρωας αποπλανεί την κοπέλα. Αυτή είναι φουλ ερωτευμένη μαζί του. Την εγκαταλείπει. Η κοπέλα βέβαια δεν γίνεται πόρνη, όπως η ηρωίδα του Τολστόι, ούτε έχει καμιά καταδίκη. Όμως ο ήρωας νιώθει αργότερα φοβερές τύψεις.
  «…δηλαδή τότε που οι τύψεις με ξανάφεραν στο Ν. όπου ειλικρινά μεταβλήθηκα μπροστά στην Κίσοτσκα, της ζήτησα σαν πιτσιρίκος συγνώμη κι έκλαψα μαζί της… [οι τελίτσες του Τσέχωφ]
  Ο Ανάνιεφ έκανε μια σύντομη περιγραφή της στερνής του συνάντησης με την Κίσοτσκα και σώπασε» (σελ. 239).  
  Κρίμα που ο Τσέχωφ ξεπέταξε κυριολεκτικά αυτό το επεισόδιο, το οποίο στον Τολστόι θα ήταν κορυφαίο και θα του είχε δώσει πολύ μεγάλη έκταση. 
  Και για το τελευταίο διήγημα έχω ήδη γράψει, καθώς εμπεριέχεται στη συλλογή «Διηγήματα», έκδοση του Βήματος. Παραθέτω επίσης το σχετικό απόσπασμα.
  «Το ίδιο παγιδευμένος είναι και ο Λάπτεβ στο τελευταίο διήγημα «Τρία χρόνια», όταν αναγκάζεται να αναλάβει την εμπορική επιχείρηση του πατέρα του, ο οποίος έχει γεράσει και έχει σχεδόν τυφλωθεί, ενώ ο αδελφός του, καταρρέοντας ψυχολογικά, έχει πεθάνει στο άσυλο από ανίατη ασθένεια. Άλλα η ψυχή του λαχταρούσε, όπως θα έλεγε και ο Καβάφης. Όμως μέσα στη μεγαλοαστική ρουτίνα της ζωής του θα καταφέρει τελικά να κερδίσει μια κάποια αγάπη από τη γυναίκα του, η οποία τον παντρεύτηκε χωρίς να τον αγαπά.
  Φέτα ζωής είναι αυτό το εκτενές διήγημα καθώς, χωρίς σασπένς, μας παρουσιάζει τις ζωές τόσο των αφεντικών όσο και των υπαλλήλων τους. Μαθαίνοντας κάτω από τι εξαθλιωμένες συνθήκες ζούσαν δεν απορούμε για την επιτυχία της οκτωβριανής επανάστασης.
  Διαβάζουμε:
  «…ένας Θεός ξέρει γιατί πάντα μετανιώνουμε για κάτι, πάντα λαχταράμε κάτι…» (σελ. 310).
  Οι περισσότεροι ήρωες του Τσέχωφ σχεδόν πάντα αμφιταλαντεύονται στις αποφάσεις τους, σχεδόν πάντα μετανιώνουν (τόσο ο Λάπτεβ όσο και η γυναίκα του έχουν μετανιώσει που παντρεύτηκαν, όπως και ο Αγκνιόφ στη «Βέροτσκα», που δεν ανταποκρίθηκε αμέσως στην αγάπη της παρά όταν ήταν πια αργά). Η απογοήτευση και η έλλειψη κάθε ελπίδας τους χαρακτηρίζει επίσης. «Όπως και να ’χει το πράγμα θα αναγκαστούμε να αποχαιρετίσουμε κάθε σκέψη για ευτυχία… Δεν υπάρχει. Δεν την ένιωσα ποτέ, και υποθέτω ότι δεν υπάρχει καν. Κι όμως, μια φορά στη ζωή μου ένιωσα ευτυχισμένος, όταν καθόμουν τη νύχτα κρατώντας το παρασόλι σου» (σελ. 320), λέει ο Λάπτεβ στη γυναίκα του.
  Και θυμήθηκα μια μαντινιάδα που αρέσει πολύ στον Μανόλη τον Πρατικάκη, και μας την είπε σε μια μάζωξη στο σπίτι του:
  Η ευτυχία είντα θαρρείς πως είναι κατά βάθος;
  Λίγες στιγμές απ’ τη ζωή που κάνει ο πόνος λάθος».
  Αυτό το διήγημα είναι τυπικά τσεχωφικό. Υπάρχει η αφηγηματική αναμονή ότι η γυναίκα του, μια και δεν τον αγαπά, θα τον κερατώσει. Όμως δεν συμβαίνει τίποτα τέτοιο. Η γυναίκα αποδέχεται αυτή τη ζωή, συμβιβάζεται, φοβάται ότι δεν θα βρει τίποτα καλύτερο (ίσως να διάβασε και την «Άννα Καρένινα»), φτάνει μάλιστα στο σημείο να αγαπήσει λίγο τον άντρα της, με την αγάπη των παντρεμένων έπειτα από χρόνια, μετά τον πρώτο τους έρωτα.
  Η σάτιρα είναι κυρίαρχη στα διηγήματα αυτά, και το ελαφρό χιούμορ ένα χαρακτηριστικό υφολογικό τους στοιχείο, ιδιαίτερα στο πρώτο διήγημα, πράγμα που μου άρεσε ιδιαίτερα. Ακόμη βλέπω έναν Τσέχωφ ιδιαίτερα αριστοτέχνη στις προσωπογραφίες των ηρώων του, ενώ ένα μεγάλο μέρος το αφιερώνει σε πλατωνικές συζητήσεις πάνω σε διάφορα θέματα.
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
  «Μέσα σ’ όλη την πόλη δεν ήξερα ούτ’ ένα τίμιο άνθρωπο. Ο πατέρας μου δεχόταν «λαδώματα» και φανταζόταν πως αυτό γίνεται από σεβασμό στη σοφία του· οι μαθητές, για να περνάνε τις τάξεις, έπεφταν στα πόδια των δασκάλων τους-κι αυτοί τους έπαιρναν γενναία ποσά· η σύζυγος του στρατιωτικού διοικητή δεχόταν χρήματα από κληρωτούς, ακόμη και τραπεζώματα… τις μέρες της στρατολογίας λαδωνόντουσαν και οι γιατροί, ενώ ο αστίατρος και ο κτηνίατρος έκαναν το ίδιο με τους χασάπηδες και τους ταβερνιάρηδες…» (σελ. 21).
  Το εφέ αυτό της απαρίθμησης κρατάει μισή σελίδα, ενώ η άλλη μισή συνεχίζεται με σχόλια πάνω στο λάδωμα.
  «Κάποια γυναίκα έσκουζε και, σαν για ειρωνεία, ούρλιαξε στην καπνοδόχο ο αέρας στον ίδιο τόνο» (σελ. 96).
  Ένα δείγμα του λεπτού χιούμορ του Τσέχωφ.
  «…τιμωρήθηκε με μαστίγωμα…» (σελ. 122).
  Τελικά λάθος συμπέρασμα έβγαλα από την υποσημείωση στις «Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων», ότι δηλαδή όταν έγραφε το βιβλίο ο Ντοστογιέφσκι το μαστίγωμα είχε καταργηθεί.
  «Κι αν θεωρήσουμε πως ο σκοπός της ιατρικής είναι ν’ ανακουφίσει τον πόνο με τα φάρμακα, τότε γεννιέται αθέλητα το ερώτημα: γιατί να τον ανακουφίσουμε; Πρώτο, λένε ότι ο πόνος οδηγεί τον άνθρωπο στην τελειότητα, και δεύτερο, αν ο άνθρωπος μάθει πραγματικά ν’ ανακουφίζει τον πόνο του με χάπια και σταγόνες, τότε θα πετάξει τελείως τη θρησκεία και τη φιλοσοφία όπου ως τώρα έβρισκε όχι μόνο προστασία από τη δυστυχία, μα ακόμη και ευτυχία. Ο Πούσκιν, πριν να ξεψυχήσει, πονούσε φοβερά, ο φουκαράς ο Χάινε έμεινε κατάκοιτος κάμποσα χρόνια παράλυτος» (σελ. 141).  
  Δεν τον αντέχω τον πόνο. Τώρα που είχα πρόβλημα με τη μέση μου πήρα ένα σωρό παυσίπονα και αντιφλεγμονώδη, ακόμη και το voltaren που αντενδείκνυται λόγω του αντιπηκτικού που παίρνω. Και επειδή, όσον αφορά την άλλη ζωή, πού ξέρεις, μπορεί και να υπάρχει, κάνω καλές πράξεις για να πάω στον Παράδεισο. Δεν θα άντεχα με τίποτα τα πυρωμένα τσιγκέλια και τις φωτιές της κόλασης.
  «Η ανταλλαγή της ύλης! Μα τι δειλία να παρηγοριέται κανείς με αυτό το υποκατάστατο της αθανασίας!... Μόνο ένας δειλός που ο φόβος του θανάτου είναι σ’ αυτόν πιο μεγάλος από την αξιοπρέπεια μπορεί να παρηγοριέται με την ιδέα πως το σώμα του θα ξαναζήσει με τον καιρό σ’ ένα χορτάρι, σε μια πέτρα…» (σελ. 148).
  Μεγάλο το θέμα της αθανασίας, ο Μίλαν Κούντερα έγραψε ολόκληρο βιβλίο μ’ αυτό τον τίτλο.
  «Και το γεγονός ότι εγώ είμαι ένας γιατρός και σεις ένας τρελός δεν είναι ζήτημα ούτε ηθικής, ούτε λογικής, αλλ’ απλώς και μόνο τύχης» (σελ. 154).
  Μπορεί να είναι και ζήτημα επιλογής. Κάποιοι επέλεξαν, αντί να βρίσκονται μπροστά από το γραφείο του ψυχίατρου, να είναι πίσω, καθισμένοι στην πολυθρόνα.
  «Να πάτε να κηρύξετε τη φιλοσοφία αυτή στην Ελλάδα όπου είναι ζεστά και μοσκοβολάει πορτοκάλι» (σελ. 160).
  Κάποιες από τις σελίδες αυτού του βιβλίου τις διάβασα κάτω από την πορτοκαλιά μας, στο σπίτι μου στο χωριό.
  «Η πραγματική ευτυχία είναι αδύνατη χωρίς τη μοναξιά» (σελ. 175).
  Για κάποιους ναι, για κάποιους άλλους όμως είναι σκέτη κόλαση η μοναξιά. Η μάνα μου παραπονιόταν ότι έχει «αμοναξά», καθώς το σπίτι μας είναι παράπαντα, μέσα στα περβόλια. Εγώ βέβαια το απολαμβάνω.
  «Θα σπουδάσει μουσική και θα μάθει καλούς τρόπους, θα παντρευτεί τον πρώτο τυχόντα έλληνα, θα ζήσει φτωχά κι ανόητα, χωρίς να δει άσπρη μέρα, θα γεννήσει χωρίς να ξέρει και η ίδια γιατί, ένα τσούρμο παιδιά, και θα πεθάνει. Τι ηλίθια ζωή!» (σελ. 211).
  Στις «Βασικές χρονολογίες της ζωής και της δράσης του Α.Π.Τσέχοφ» διαβάζω: «Γράφεται στην προκαταρκτική τάξη του ελληνικού ενοριακού σχολείου». Τους έλληνες τους ήξερε καλά.
  «Και οι λεύτερες κακά χειρόβολα, και οι παντρεμένες κακά δεμάτια» (σελ. 220).
  Σχεδόν πάντα παραθέτω παροιμίες και γνωμικά που συναντώ, ή ανάλογες αποφθεγματικές φράσεις.
  «Η Κίσοτσκα έβαλε πάνω στο τραπέζι ένα μπουκάλι με σαντορινιώτικο κρασί» (σελ. 221). Στη σελίδα 234 σαντορινιώτικο κρασί ήπιε ο αφηγητής. Όμως πρώτη φορά ακούω για σαντορινιώτικο κρασί. Δεν ξέρω εσείς.
  «Ο Αλεξέι έσκυψε και φίλησε το χέρι του πατέρα  του, κι ύστερα τον φίλησε στα χείλια.
  Στη δική μας κουλτούρα το φίλημα στα χείλη είναι μόνο ερωτικό.
  «Συνάντησες πεθαμένο, λένε, καλό σημάδι» (σελ. 322).
  Εμείς λέμε τίποτα;
   «-Όπως και νάρθουν τα πράγματα, θα χρειαστεί να εγκαταλείψουμε τις σκέψεις για ευτυχία, είπε κοιτάζοντας στο δρόμο. Λείπει η ευτυχία. Εγώ δεν την είχα ποτέ και ίσως δεν υπάρχει καθόλου» (σελ. 354).
  Αυτό είναι και το συναισθηματικό στίγμα των τεσσάρων μεγάλων θεατρικών έργων του Τσέχωφ, από τα οποία τον πρωτογνώρισα. Η λέξη-κλειδί γι’ αυτά, έγραψα κάπου, είναι η frustration, η ματαίωση, η εγκατάλειψη κάθε ελπίδας για ευτυχία. Το τέλος του «Θείου Βάνια» είναι χαρακτηριστικό.
  Είπαμε, Τσέχωφ θα διαβάζουμε, ό,τι πέφτει στα χέρια μας. Είναι κορυφαίος.
   
   
 

No comments:

Post a Comment