Charlie Kaufman, How to shoot a ghost (2025)
Ας ξεκινήσουμε με
τον τίτλο: αμετάφραστος, καθώς περιέχει το εφέ της δισημίας: shoot, πυροβολώ, και shoot, κινηματογραφώ.
Μετά τη «Συνεκδοχή»
την οποία είδα πριν 17 χρόνια και για την οποία διάβασα ότι υπάρχει ειδική ιστοσελίδα
που την αναλύει γιατί είναι εντελώς ακαταλαβίστικη, είπα δεν υπάρχει περίπτωση
να ξαναδώ Κάουφμαν. Όμως ο φίλος μου ο Γιάννης διάβασε μια ενθουσιαστική
κριτική για το How to shoot a
ghost και μου ζήτησε να τη δούμε.
Είπα να μην του
χαλάσω το χατίρι.
Δεν με απογοήτευσε
όπως φοβόμουνα, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι μόλις 27 λεπτών. Δεν περίμενα
να δω μια ιστορία, μια «πράξη σπουδαία και τελεία» όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης,
δηλαδή μια συναρπαστική ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, και έτσι δεν
απογοητεύθηκα. Την είδα σαν ένα slide
show, μόνο που εδώ δεν έχουμε εικόνες αλλά reels, πλάνα.
Είδαμε και τον
κινηματογράφο Στούντιο, σε ένα πλάνο.
Και βέβαια υπάρχει ο
υποτυπώδης αφηγηματικός ιστός. Η Ανθή και ο Ρατέμπ, που μόλις έχουν πεθάνει,
περιπλανούνται στους δρόμους της Αθήνας. Σαν φαντάσματα που είναι κανείς δεν
τους παίρνει χαμπάρι, ούτε καν την polaroid που κουβαλάει η Ανθή.
(Η πρώτη φωτογραφική
μηχανή που αγόρασα, όταν γεννήθηκε ο γιος μου, για να τον βγάζουμε φωτογραφίες.
Τις φωτογραφίες που έχω των γονιών μου της έβγαλα με τη φωτογραφική μηχανή της
Ελένης. Τώρα μη με ρωτήσετε ποιας Ελένης, και δεν κρατηθώ και σας απαντήσω
χυδαία. Είμασταν φτωχοί εκείνη την εποχή, και εγώ και οι φίλοι μου, δεν θυμάμαι
κανένα τους να είχε φωτογραφική μηχανή).
Μια αφηγήτρια μας
αφηγείται κάποια πράγματα για τη ζωή τους, τότε που ήσαν ζωντανοί.
Μια ατάκα, από τις
παλαβές του Κάουφμαν: Στην πόλη, το χρώμα της αλήθειας αλλάζει όπως το χρώμα
ενός φαντάσματος στο φως.
Αυτή όμως όχι, είναι
μια ωραία μεταφορά: Οι άνθρωποι δεν είναι τίποτα παρά γραμμές πάνω σε χαρτί,
και μας έχουν γράψει in water.
Ρώτησα το perplexity πώς
θα μου το μετάφραζε, είχα κολλήσει στο in water, δεν με ικανοποίησε η μετάφραση, το νόημα όμως είναι
σαφές. Και τελικά δεν είναι ακριβώς του Κάουφμαν, την εμπνεύστηκε από το
επίγραμμα στον τάφο του John
Keats, στη Ρώμη: Here lies one whose name was writ in water». Εκφράζει
την ευθραυστότητα, την παροδικότητα της ύπαρξης.
Βλέπουμε και
αρχειακό υλικό, όπως γερμανούς στρατιώτες στην Ακρόπολη, με την Ανθή να
σχολιάζει: Τα μάρμαρα φαγώθηκαν από τη μόλυνση γιατί κανείς δεν νοιάζεται.
Και αυτή η ατάκα δεν
είναι καθόλου παλαβή.
Η Ανθή δεν
φωτογραφίζει μόνο ζωντανούς αλλά και άλλα φαντάσματα σαν αυτούς.
Καθώς έχω γράψει ένα
βιβλίο για την παραψυχολογία, το πρώτο μου, ξαφνικά αναρωτήθηκα: Έχει γούστο!!!
Τελικά την ταινία
την απολαμβάνεις σαν ονειρικά πλάνα, με την κάμερα να παίζει συχνά με το φως
δημιουργώντας μια σουρεαλιστική ατμόσφαιρα.
Όχι πάντα.
Βλέπουμε και ένα
μπουζουξή να παίζει το μπουζούκι του.
Δεν θυμάμαι αν ήταν
από τους ζωντανούς ή από τους πεθαμένους.
Το ότι η «πλοκή»
διαδραματίζεται στην Αθήνα κάνει την ταινία πιο ενδιαφέρουσα για μας τους
έλληνες.
Το 6,4 που έχει δεν
με εξέπληξε.

No comments:
Post a Comment