Thursday, August 9, 2012

Του τάφου, 19η ιστορία, Το άσπρο σώβρακο



Του τάφου, 19η ιστορία, Το άσπρο σώβρακο
Στην Ελένη Στασινού

    Όπως έγραψα στο τέλος της χθεσινής, 18ης ιστορίας, «Από αύριο, μετά από αυτό το διάλλειμα με τις Ιστορίες του τάφου, θα συνεχίσουμε με βιβλιοκριτικές».
  Στρώθηκα λοιπόν σήμερα, όχι πολύ πρωί, μετά από ένα ευχάριστο όνειρο, να γράψω βιβλιοκριτική,  έπειτα από αρκετές μέρες. Την τελειώνω με την πρόθεση, αφού της ρίξω μια τελευταία ματιά, να την αναρτήσω το απόγευμα. Μια και τέλειωσα είπα να ρίξω μια ματιά και στο facebook. Εκεί βλέπω ένα σχόλιο της φίλης μου της Ελένης της Στασινού, κάτω από την τελευταία αυτή ιστορία την οποία είχα αναρτήσει στον τοίχο της. Στο σχόλιο αυτό εξέφραζε την απογοήτευσή της που τέλειωσαν οι ιστορίες μου. Παρόλο που της δήλωσα σε απάντηση του σχολίου της ότι μου είναι δύσκολο να επινοήσω καινούρια ιστορία (η μοναδική επινοημένη από μένα είναι η 17η, «Η φάρσα»), έκανα μια φιλότιμη προσπάθεια. Βέβαια πάνω στο πεντάλεπτο κατάλαβα ότι μου ήταν αδύνατο. Τι να κάνω, τι να κάνω, είχε θολώσει και το μυαλό μου γράφοντας τη βιβλιοκριτική, είπα, δεν παμ πλατεία, να πιούμε και καμιά ρακή να ξεζαλιστούμε;
  Και πήγα πράγματι πλατεία, κουβαλώντας μαζί μου και το βιβλίο που είχα ξεκινήσει να διαβάζω από προχθές, αποφασισμένος να το τελειώσω εκεί, και για το οποίο θα κάνω τη μεθεπόμενη ανάρτησή μου. Είναι το «Ε, πρόεδρε» το Μίμη Ανδρουλάκη.
  Όμως δεν παράγγειλα ρακή, είπα για αλλαγή να πιω μπύρα. «Τι μπύρα θέλεις», με ρώτησε η Νάντια, η Σύρια σερβιτόρα. Η Νάντια από το Χαμιντιέ, την κρητική πόλη. «Τι μπύρες έχετε;» «amstel, heineke…». Τα ονόματά τους δεν μου έμοιαζαν για ελληνικά. «Ελληνικές μπύρες δεν έχετε;» «Βέβαια, έχουμε fix…» «Φέρε μια fix» της λέω. Βέβαια ούτε το fix είναι ελληνικό όνομα, αγγλικό είναι, αλλά η μπύρα ξέρω σίγουρα ότι είναι ελληνική. Ψάχνοντας τώρα στο διαδίκτυο βρήκα ένα site με τις ελληνικές μπύρες. Δεν έκανα εξακρίβωση για την αξιοπιστία του αλλά το παραθέτω
  Έρχεται λοιπόν η μπύρα. Τρώγω γρήγορα τους κρεατικούς μεζέδες γιατί άρχισαν να τους φλερτάρουν άγρια κάτι σφήγκες, και στρώνομαι στο διάβασμα. Πότε πότε κατεβάζω καμιά γουλιά μπύρα και τρώγω καμιά μπουκιά από τους υπόλοιπους μεζέδες: χόντρος με χοχλιούς, μαυρομάτικα φασόλια και παξιμαδάκια.
  Σε λίγο έρχεται ο παιδικός μου φίλος ο Αντώνης.
  Βρε λες; σκέφτομαι. Και δεν τον ρωτάω.
  Του λέω πως περνάω τα πρωινά μου, γράφοντας τις ιστορίες του τάφου. Πάω να του διηγηθώ την ιστορία με τη «Νεκροκεφαλή». Δεν την τέλειωσα. «Που ήταν μέσα ο ποντικός;» μου λέει. Ήταν κι αυτός εκεί. Έτσι του είπα την ιστορία του «Καλημέρα». «Μήπως ξέρεις και συ καμιά να μου την πεις να την γράψω»;
  Και ήξερε.
  Είναι η παρακάτω.
  Πρωταγωνιστές της ήταν δυο φίλοι γκαρδιακοί. Πεθαμένοι και οι δυο από χρόνια. Και το επεισόδιο που θα διηγηθούμε έγινε πριν ακόμη πιο πολλά χρόνια, όταν ήσαν νέοι.
  Φαίνεται ότι από τότε οι καφετζήδες της Επισκοπής είχαν φήμη. Καλή ρακή, καλό μεζέ, καλές τιμές. Πήγαν λοιπόν στην Επισκοπή να πιουν.
  Και ήπιαν.
  Και μέθυσαν.
  Όμως ήσαν και οι δυο κατωχωρίτες, και έπρεπε να διανύσουν ολομέθυστοι την απόσταση του ενός χιλιομέτρου που χωρίζει τα δυο χωριά, καθόλου εύκολη υπόθεση.
  Κατάφεραν κι έφτασαν μέχρι το σταυροδρόμι, στο έμπα του χωριού, όπου όπως έγραψα και στην ιστορία με την νεκροκεφαλή υπάρχει μια εκκλησία, ο άγιος Ιωάννης, που στην αυλή του ήταν το νεκροταφείο της κοινότητας πριν μεταφερθεί στον Μυζηθρά.
  Ο Μανώλης ο Τ… ξαφνικά νοιώθει κόψιμο στην κοιλιά. Ίσως κανένας μισοχαλασμένος μεζές. «Περίμενε με εδώ», λέει στον Νίκο τον Π… «να πάω να χέσω».
  Περισσότερο βέβαια η μπύρα, αλλά και η ρακή, φέρνει συχνουρία, ιδιαίτερα αν πιεις πολλές. Και ένας μεθυσμένος έχει σίγουρα πιει πολλές. Ο Νίκος ο Π… νοιώθει ότι θέλει να κατουρήσει. Πού να πάει όμως να μην τον δει κανείς; Να το νεκροταφείο δίπλα. Υπάρχει περίπτωση να είναι κανείς εκεί νυχτιάτικα; Ποιος θα τολμούσε να μπει μέσα τέτοια ώρα, πίσσα σκοτάδι, και να πέσει πάνω στο φάντασμα κανενός νεκρού;
  Ούτε κι αυτός θα πήγαινε αλλά οι φυσικές ανάγκες είναι ανελαστικές, δεν γινόταν αλλιώς.
  Μπαίνει λοιπόν μέσα στο νεκροταφείο, με αρκετό φόβο όπως θα αποδειχθεί στη συνέχεια. Πηγαίνει σε ένα τοίχο του νεκροταφείου, όμως δεν στάθηκε φάτσα μπροστά του ώστε αν τον έβλεπε κανείς να κατουράει να μη δει το πουλί του όπως κάνουμε όλοι σε ανάλογες περιστάσεις, όχι. Στάθηκε με την πλάτη στον τοίχο, ώστε να έχει πλήρη εποπτεία όλων των τάφων. Δεν τον ένοιαζε μήπως δει το πουλί του κανένα φάντασμα, σημασία είχε να πρωτοδεί αυτός το φάντασμα, ώστε να προλάβει να το βάλει στα πόδια.
  Τη βγάζει λοιπόν, κατουράει, είναι έτοιμος να την τινάξει, και… τι είναι αυτό το άσπρο που σηκώνεται πίσω από εκείνο τον τάφο; «Παναγία μου, φάντασμα».
  Και το βάζει στα πόδια.
  Μεθυσμένος καθώς ήταν δεν σκέφτηκε ότι και ο φίλος του πού αλλού θα πήγαινε για χέσιμο παρά μόνο στο νεκροταφείο; Ο φίλος του πράγματι πήγε πίσω από ένα τάφο, κατέβασε το παντελόνι του, κάθισε ανακούρκουδα, έχεσε, σκουπίστηκε με κάτι χόρτα που μάζεψε από γύρω, σηκώθηκε, σήκωσε το σώβρακό του…
  Εδώ πρέπει να κάνουμε μια παρένθεση.
  Τα σώβρακα που φορούσαν οι παλιοί δεν ήσαν ούτε σλιπάκια ούτε μποξεράκια, ήσαν μακριά, σαν τις σκελέες που είχαμε στο στρατό, δεν ξέρω να τις έχουν ακόμη. Ήταν ένας τρόπος να καταπολεμήσουν το κρύο του χειμώνα, τότε που δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα και οι άνθρωποι ζεσταινόντουσαν με κάρβουνα στο μαγκάλι. Ο πατέρας μου τέτοια σώβρακα φορούσε, και όταν τον έφερα ογδονταπεντάρη στην Αθήνα, όπου έζησε στο σπίτι μας άλλα εννιά χρόνια, είδα και έπαθα να του βρω τέτοια σώβρακα. Τόσο η μητέρα μου όσο κι αυτός είχαν πάθει πλευρίτιδα στα νιάτα τους.
  Συνεχίζουμε.
…δεν πρόλαβε όμως να ζώσει το σώβρακό του και να σηκώσει το παντελόνι του, και το παίρνει χαμπάρι ο Νίκος να γυαλίζει κάτασπρο μέσα στο σκοτάδι.
  «Παναγία μου, φάντασμα».
  «Βρε Νίκο, σταμάτα, εγώ είμαι», του φωνάζει ο Μανώλης.
  Και ποιος είσαι εσύ, σκέφτεται ο Νίκος που μέσα στην τρομάρα του δεν γνώρισε τη φωνή, ο συγχωρεμένος ο παππούς μου ή ο συγχωρεμένος ο θείος μου; Δρόμο…
  Τον πρόφτασε στην πλατεία. Τον είδε να τρέμει από το φόβο του. –Βρε Νίκο, εγώ ήμουνα, αφού σου είπα ότι θα πήγαινα για χέσιμο, πού αλλού θα πήγαινα παρά στο νεκροταφείο;
  Ο Νίκος ντράπηκε που πιάστηκε τόσο φοβητσιάρης. Και φυσικά για να διασώσει την αυτοεικόνα του έπρεπε να ρίξει το φταίξιμο στον Μανώλη.
  Έκανε καιρό να του μιλήσει. Είχε θυμώσει άγρια μαζί του. Όμως κάποτε του πέρασε, ξανάγιναν φίλοι. Στο χωριό μου αυτοί που δεν φιλιώνουνε ποτέ, μέχρι τέλους της ζωής τους, είναι αυτοί που τσακώνονται για περιουσιακά ή για σύνορα χωραφιών. Μεγάλε Μαρξ, πότε θα καταργηθεί επί τέλους η ατομική ιδιοκτησία;   

No comments:

Post a Comment