Friday, October 28, 2016

Piero Messina, L’ attesa



Piero Messina, Lattesa (Η μεγάλη αναμονή 2015)

  Η ταινία παίζεται (27-10-2016) στους κινηματογράφους.
  Πάλι η σύμπτωση: στην ανάρτησή μου για τη «Julieta» του Αλμοδόβαρ σχολιάζω πόσο έξυπνα ο ισπανός σκηνοθέτης έπλεξε τρεις ιστορίες σε μια. Το ίδιο βλέπω κι εδώ στην ταινία του Πιέρο Μεσίνα, «Η μεγάλη αναμονή»: δυο ιστορίες του Λουίτζι Πιραντέλο τις πλέκει σε μία.
  Η Jeanne έχει τσακωθεί με το φίλο της τον Giuseppe. Είναι περίπου χωρισμένοι εδώ και μήνες. Του τα φόρεσε, όπως μαθαίνουμε αργότερα, το καλοκαίρι που πέρασε. Δεν την έχει συγχωρέσει. Είναι βυθισμένος στη μελαγχολία.
  Η Jeanne παίρνει ένα μήνυμά του να τον επισκεφτεί στο σπίτι του, στη Σικελία (Η Jeanne είναι γαλλίδα). Αυτή έρχεται. Την υποδέχεται η μητέρα του. Την αφήνει να ξεκουραστεί και αυτή πηγαίνει να περιποιηθεί κάποιους επισκέπτες. Οι επισκέπτες είναι πολλοί. Υποπτευόμαστε, αλλά η επιβεβαίωση θα έλθει αργότερα. Ο Giuseppe την κάλεσα για να παρευρεθεί στην κηδεία του. Δεν λέγεται σαφώς, αλλά εύκολα το συμπεραίνουμε. Αυτή δεν πρόλαβε.
  Πού είναι ο Giuseppe; Ρωτά επανειλημμένα τη μητέρα του. Αυτή του λέει ότι θα έλθει. Όμως ούτε την επομένη έρχεται, ούτε την μεθεπομένη. Η μητέρα, μπροστά στην άφιξη της μικρής, αρνείται το θάνατο του γιου της. Ο Pietro που έφερε την Jeanne από το αεροδρόμιο την πιέζει να της πει την αλήθεια. Ποιαν αλήθεια; Αυτή που έχουμε υποψιαστεί. Αυτή αρνείται και αυτός παίρνει τα μπαγκάζια του και φεύγει, άγρια μεσάνυχτα. Θα φροντίσει όμως να βάλει στο δωμάτιο της Jeanne το κινητό του Giuseppe. Στον τηλεφωνητή του δεν είναι γραμμένα μόνο τα αλλεπάλληλα μηνύματα που του έστειλε η Jeanne, καλώντας τον να της απαντήσει, είναι και η έκκληση της μητέρας του να της απαντήσει.
  Πώς αυτοκτόνησε; Μήπως έπεσε σε κάποια χαράδρα όπως ο συγχωρεμένος ο φίλος μου ο Μιχάλης; Η οθόνη του κινητού του είναι ραγισμένη σε πολλά σημεία.
  Ακούγοντας το μήνυμα αυτό η Jeanne καταλαβαίνει. Το έργο τελειώνει με τις δυο γυναίκες να σφιχταγκαλιάζονται σε αποχαιρετισμό, βουτηγμένες στα δάκρυα. 
  Εξαιρετικός ο νέος σκηνοθέτης. Με μεγάλα σε διάρκεια πλάνα, εστιάζει συχνά σε gros plan στα εκφραστικότατα πρόσωπα των ηθοποιών του: της Juliette Binoche, που είναι ένας μύθος, και της Lou de Laâge, επίσης εξαιρετικής και, όχι παρεμπιπτόντως, πολύ όμορφης.
  Με βάση αυτά τα gros plan συνειδητοποίησα ακόμα μια φορά τη διαφορά ανάμεσα σε κινηματογραφική εικόνα και μυθιστορηματική περιγραφή. Ένας μυθιστοριογράφος μπορεί να περιγράψει την έκφραση του ήρωά του και τα συναισθήματα υποδηλώνει η έκφραση αυτή. Η περιγραφή μπορεί να αποβλέπει είτε στην ακρίβεια είτε στη λογοτεχνικότητα, χωρίς βέβαια το ένα να αποκλείει το άλλο· στην πραγματικότητα κάθε περιγραφή κλίνει περισσότερο ή λιγότερο είτε προς τη μια μεριά είτε προς την άλλη. Η εικόνα είναι πιο εκφραστική, καθώς φυλογενετικά είμαστε προγραμματισμένοι να αποκωδικοποιούμε τα μη λεκτικά σήματα. Όμως μόνο για τα συναισθήματα ενός προσώπου μπορεί να «μιλήσει», όχι και για τις σκέψεις του, πράγμα που κάνει η λογοτεχνία.
  Εξαιρετική ταινία, τη συνιστώ.

Thursday, October 27, 2016

Zhang Yimou, Coming home

Zhang Yimou, Coming home ( 2014)

  Με τον Τζανγκ Γιμόου πρωτογνώρισα τον κινέζικο κινηματογράφο, και ενθουσιάστηκα. Δεν έγραψα για πολλά έργα του γιατί τότε δεν είχα blog, όμως έχω σαν στόχο κάποια στιγμή να δω όλα του τα έργα για τα οποία δεν έγραψα. Έχω γράψει για το «Κόκκινο σόργο», «Riding alone for thousands of miles» και «The curse of the golden flower»
  Και ο συνειρμός: «The road home», μια άλλη εξαιρετική ταινία του Γιμόου.
  Και άλλος συνειρμός: «Να ζεις», μια ταινία της οποίας το φόντο είναι το ίδιο με το «Γυρνώντας σπίτι», η πολιτιστική επανάσταση και οι συνέπειές της.
  Θα έπρεπε να το γράψω στο τέλος, αλλά θα το γράψω τώρα. Υπάρχει το ιδεολόγημα για τη χρυσή νεολαία, το μέλλον της κοινωνίας, πάντα προοδευτική, κ.λπ. κ.λπ. Η νεολαία είναι ικανή για το καλύτερο, αλλά και για το χειρότερο. Στον ναζισμό τα παιδιά διδάσκονταν να καρφώνουν τους γονείς τους, νομίζω κάτι έχει γράψει ο Μπρεχτ γι’ αυτό που όμως δεν το θυμάμαι. Στην κομμουνιστική Κίνα του Μάο οι ερυθροφρουροί διδάσκονταν επίσης να καρφώνουν τους γονείς τους.
  Για όσους δεν ξέρουν, ο Μάο εξαπέλυσε την νεολαία να καταδιώξει τους αντεπαναστάτες και τα αστικά στοιχεία που υπονόμευαν την επανάσταση. Οι νέοι άλλο που δεν ήθελαν, παράτησαν τα μαθήματά τους για να κυνηγήσουν τους αντεπαναστάτες. Ο πατέρας της δασκάλας μου της Helen (θυμάμαι μόνο το δυτικό της όνομα) ήταν ερυθροφρουρός. Μας είπε ότι σήμερα τη γενιά αυτή που πήρε μέρος στην πολιτιστική επανάσταση, η οποία κράτησε δέκα χρόνια (1966-1976) την ονομάζουν «η χαμένη γενιά» γιατί έμεινε αμόρφωτη.
  Ο καθηγητής Lu Yanshi στάλθηκε σε στρατόπεδο εργασίας για αναμόρφωση. Για λόγους που δεν μας εξηγούνται στο έργο το σκάει μετά από δέκα χρόνια για να επιστρέψει σπίτι του. Η κόρη του είναι τώρα δεκατριών χρονών. Δασκαλεμένη στο σχολείο, αλλά και για να πάρει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο μπαλέτο «Το κόκκινο γυναικείο απόσπασμα», καρφώνει τη συνάντηση του πατέρα της με τη μητέρα της στο σταθμό.
  Η πολιτιστική επανάσταση τελειώνει. Ο Lu Yanshi δεν ήταν το μεγαλύτερο θύμα. Ο γιος του κατοπινού προέδρου Deng Xiaoping έμεινε παραπληγικός από τα κτυπήματα των ερυθροφρουρών επειδή αρνιόταν να αποκηρύξει τον πατέρα του, που ήταν τότε υπό εκκαθάριση.
  Με τη λήξη της πολιτιστικής επανάστασης επιστρέφουν οι εκτοπισμένοι από τα στρατόπεδα εργασίας και «αποκαθίστανται». Επιστρέφει και ο Lu Yanshi. Θα τον υποδεχθεί η κόρη του, μετανιωμένη. Η γυναίκα του, διαταραγμένη ψυχολογικά, δεν θα τον αναγνωρίσει. Θα τον όμως αναγνωρίσει τελικά;
  Επειδή η ταινία παίζεται τώρα στους κινηματογράφους (γράφω στις 28-10-2016) δεν θα το αποκαλύψω. Βέβαια όσοι τρώγεστε να το μάθετε, μπορείτε να ανοίξετε τον σύνδεσμο που έχω της βικιπαίδειας.
  Κόντευα να το ξεχάσω, στο ρόλο της γυναίκας είναι η Gong Li, η παλιά μούσα του Τζανγκ Γιμόου. Ξανάσμιξαν επαγγελματικά. Αν ξανάσμιξαν και στη ζωή δεν ξέρω.

  Ό,τι έργο παίζεται του Τζανγκ Γιμόου αξίζει να το δείτε, είναι από τους κορυφαίους. 

Wednesday, October 26, 2016

Bruce Beresford, Mr. Church



Bruce Beresford, Mr. Church (2016)

  Πρόκειται για μια συγκινητική ταινία που έχει σαν θέμα της την αγάπη και τη φιλία.
  Η μαμά είναι ανύπαντρη μητέρα, και κάνει τα πάντα για την κόρη της. Όμως παραμονεύει η συμφορά: με ένα καρκίνο στο στήθος, οι γιατροί της δίνουν μόλις έξι μήνες ζωή. Ο φίλος της ο Ρίτσαρντ, τον οποίο εγκατέλειψε όταν ανακάλυψε ότι ήταν παντρεμένος, όταν έμαθε την κατάστασή της είπε ότι θα της καλύψει τα έξοδα για το εξάμηνο που της μένει να ζήσει. Ανάμεσα στα «έξοδα» που της κάλυψε ήταν και ο μάγειρας (Richard Prior). Σίγουρα μετά από λίγο το μαγείρεμα θα της ήταν πρόβλημα.
  Η μικρή δεν τον συμπαθεί. Είναι ένα από τα πιο γνωστά μοτίβα στο σινεμά: να μη συμπαθείς κάποιον και σιγά σιγά να ανακαλύπτεις ότι είναι συμπαθέστατος.
  Δεν θέλει να του κάνουν ανάκριση για την προσωπική του ζωή. Τα βράδια που υποτίθεται ότι πάει σπίτι του, πηγαίνει και παίζει σε ένα μπαρ πιάνο. Τα έξοδα που κάλυψε ο Ρίτσαρντ ήταν μόνο για έξι μήνες. Και η μαμά έζησε άλλα έξι χρόνια, διαψεύδοντας κάθε προσδοκία. Ο μάγειρας, έχοντας ένα πατέρα που τον κακομεταχειριζόταν, θα βρει στο σπίτι αυτό μια οικογένεια. Η ζεστή φιλία ανάμεσα σ’ αυτόν και στην κόρη (Britt Robertson) θα διατηρηθεί, ακόμη και όταν αυτή θα επιστρέψει έγκυος χωρίς σύντροφο από το κολέγιο όπου φοιτά. Θα μεγαλώσει το παιδί σαν ανύπαντρη μητέρα. Ο μάγειρας πάντα δίπλα της. Μόνο ο θάνατός του θα τους χωρίσει.
  Περιμέναμε και την ευόδωση ενός μαθητικού φλερτ, αλλά δεν το είδαμε. Ο σκηνοθέτης ήθελε μάλλον να μη διασκεδάσει την εντύπωση της μητρικής αγάπης και της βαθιάς φιλίας.  
  Πολύ καλή ταινία.

Sergei Loznitsa, Το πρόσωπο της ομίχλης (In the fog, 2012)



Sergei Loznitsa, Το πρόσωπο της ομίχλης (В тумане, In the fog, 2012)

  Τρεις σιδηροδρομικοί τεχνικοί, στην κατεχόμενη από τους γερμανούς Λευκορωσία, σχεδιάζουν να μετακινήσουν λίγο τις ράγες ώστε να εκτροχιαστεί το τραίνο που θα περνούσε στη συνέχεια. Ο Σουσένια προσπαθεί να τους αποτρέψει, λέγοντάς τους ότι οι γερμανοί θα προβούν σε σκληρά αντίποινα στο χωριό. Αυτοί δεν πείθονται. Όμως περνάει ένα άλλο τραίνο πριν την ώρα του, γεμάτο πολίτες, ενώ αυτοί βρίσκονται ακόμη στο σταθμό. Όταν εκτροχιάζεται, αυτοί το βάζουν στα πόδια. Ο μόνος που δεν το βάζει στα πόδια είναι ο Σουσένια. Δεν λέγεται σαφώς στο έργο, αλλά οι γερμανοί υποψιάζονται την αθωότητά του. Θα εκτελέσουν τους άλλους τρεις και από αυτόν θα ζητήσουν να υπογράψει ένα χαρτί συνεργασίας και να τους δίνει πληροφορίες. Διαφορετικά, θα τον εκτελέσουν και αυτόν. Εκείνος αρνείται. Τον κτυπάνε. Εξακολουθεί να αρνείται. Ο γερμανός διοικητής του λέγει ότι σχεδιάζει το θάνατό του με άλλο τρόπο. Και τον αφήνουν ελεύθερο.
  Όλοι οι χωριανοί υποψιάζονται ότι πρόδωσε τους συντρόφους του. Ακόμη και η ίδια η γυναίκα του τον υποψιάζεται. Και φυσικά οι παρτιζάνοι. Στέλνουν δυο άτομα να τον εκτελέσουν. Ο ένας, αυτός που θα πρέπει να τον πυροβολήσει, είναι παιδικός του φίλος. Τον παίρνουν μαζί τους για να μην τον σκοτώσουν μπροστά στο μικρό του γιο. Τον πηγαίνουν στο δάσος. Όμως, ενώ ο παιδικός του φίλος ετοιμάζεται να τον πυροβολήσει, καταφτάνουν οι γερμανοί. Ο έτερος παρτιζάνος που υποτίθεται ότι φύλαγε τσίλιες έχει αποκοιμηθεί. Θα τον ξυπνήσουν οι πυροβολισμοί. Ο Σουσένια καταφέρνει και το σκάει, ενώ ο φίλος του τραυματίζεται βαριά. Επιστρέφει. Επιστρέφει και ο έτερος παρτιζάνος. Ο Σουσένια τον κουβαλάει στις πλάτες του για να τον μεταφέρουν στο χωριό. Όμως είναι βαρύς, η απόσταση μεγάλη, πρέπει να βρουν ένα κάρο να τον μεταφέρουν. Ο άλλος παρτιζάνος θα πάει να βρει το κάρο. Πηγαίνει στο χωριό, σε ένα σπίτι. Παίρνει προμήθειες. Στην πραγματικότητα δεν ψάχνει για κάρο, ξέροντας ότι ο τραυματισμένος σύντροφός του δεν θα τα καταφέρει. Επιστρέφοντας πέφτει πάνω σε περίπολο. Τον ρωτάνε σε ποιο σπίτι πήγε στο χωριό. Αρνείται βέβαια αρχικά αλλά τελικά θα τους οδηγήσει εκεί. Οι γερμανοί συναντούν αντίσταση, θα ρίξουν μια χειροβομβίδα και θα ορμήσουν μέσα. Στην αναμπουμπούλα ο παρτιζάνος το σκάει.
  Όντως ο άλλος πεθαίνει από τα τραύματά του. Αλλά και ο ίδιος δεν θα γλιτώσει, πέφτοντας πάνω σε μια άλλη περίπολο. Ο Σουσένια τον κουβαλάει και τον τοποθετεί δίπλα στο φίλο του. Αυτός τι θα κάνει;
  Έχει πει τρεις τέσσερις φορές ότι καλύτερα να τον κρέμαγαν οι γερμανοί παρά να υφίσταται την ατίμωση θεωρούμενος ως προδότης. Δεν θα επιστρέψει στο χωριό. Θα αυτοκτονήσει στο πλάι τους.
  Πρόθεση του Λοζνίτσα, φαντάζομαι, είναι να δείξει αφενός το μεγαλείο ενός ανθρώπου που παρά το ότι τον κατηγορούν άδικα εκείνος προσπαθεί να βοηθήσει, αλλά, περισσότερο ίσως, τις μελανές πλευρές που είχε η αντίσταση, όπως και κάθε αντίσταση. Και σ’ αυτούς ανάμεσα βρίσκονται άτομα έτοιμα αν προδώσουν προκειμένου να σώσουν το τομάρι τους.
  Η ταινία ξεκινάει in media res, όταν παίρνουν τον Σουσένια για εκτέλεση. Μετά, σε flash back, βλέπουμε τα γεγονότα στον σιδηροδρομικό σταθμό αλλά και το τι οδήγησε τον παιδικό του φίλο στην αντίσταση. Του κατάσχεσαν το φορτηγό και αυτός το ανατίναξε. Οι γερμανοί προέβησαν σε σκληρά αντίποινα στο χωριό.
  Η ταινία ήταν υποψήφια για Χρυσό Φοίνικα, και τιμήθηκε με το Χρυσό βερίκοκο στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου του Ερεβάν (πρωτεύουσα της Αρμενίας).
  Έχω γράψει παλιά για τον ποιητικό κινηματογράφο. Η εικαστικότητα του πλάνου οικοδομείται κυρίως με τη διάρκεια. Και τα πλάνα του Λοζνίτσα, όπως και του συγχωρεμένου του Αγγελόπουλου, του Nuri Bilge Ceylan, του Σοκούρωφ, για να αναφέρω μόνο εκείνους που έχω πρόχειρους στη μνήμη μου, έχουν μακρά διάρκεια. Το να παρακολουθεί η κάμερα τον ήρωα μέχρι να φτάσει στο σημείο προορισμού επί αρκετή ώρα θα μπορούσε να θεωρηθεί πλατειασμός, όμως έχει να κάνει με την ποιητικότητα της ταινίας. Η γρήγορη εναλλαγή μικρών σε διάρκεια πλάνων είναι το αντίστοιχο εκείνου που ονομάζεται στην πεζογραφία «διεκπεραιωτική γλώσσα». Τα έργα που είναι για τις μάζες μόνο τέτοια πλάνα έχουν.
  Πολύ καλή ταινία.  

  Συμπληρώνω: αποτελεί μεταφορά του ομώνυμου διηγήματος του Vasili Bykov, του οποίου το μυθιστόρημα «Σότνικοφ» μετέφερε στη μεγάλη οθόνη η Λαρίσα Σεπίτκο με τον τίτλο «Η άνοδος», που ήταν και η τελευταία της ταινία, καθώς λίγο μετά σκοτώθηκε σε τροχαίο.