Book review, movie criticism

Monday, February 12, 2018

Larisa Shepitko, The ascent (Το ανέβασμα, Восхождение 1977)


  Και φτάσαμε στην τελευταία ταινία της Λαρίσα Σεπίτκο.
  Δυο ουκρανοί παρτιζάνοι συλλαμβάνονται από τους γερμανούς. Φυσικά θα τους ζητηθεί να προδώσουν. Ποια στάση θα κρατήσουν;
  Ο Σότνικοφ θα πεθάνει σαν ήρωας, στην κρεμάλα, μαζί με έναν άλλον άντρα, μια γυναίκα και ένα κορίτσι. Ο σύντροφός του θα κοιτάξει να σώσει τη ζωή του. Το αντάλλαγμα; Να μαρτυρήσει και να ενταχθεί στο σώμα της αστυνομίας. Δεν είναι τίποτα το σπουδαίο αυτό που θα μαρτυρήσει, όμως η πράξη της προδοσίας τον βαραίνει.
  Στην προηγούμενη ανάρτησή μας για το «Εσύ κι εγώ» γράψαμε:
  «Οι ταινίες της Λαρίσα μου άρεσαν ίσως περισσότερο από τις ταινίες του συζύγου της, του Έλεμ Κλίμοφ. Η ποίηση των εικόνων, οι εκφραστικότατες σιωπές, οι κινήσεις της κάμερας γύρω, προς και από τους ήρωες, η εκφραστικότητα των προσώπων τους, με μάγεψαν».
  Αυτή η παράγραφος ισχύει και για το «Ανέβασμα», με τις εξής διορθώσεις: βγαίνει το ίσως και όλα τα υπόλοιπα στη νιοστή δύναμη.
  Να ξεκαθαρίσουμε την αφαίρεση του «ίσως». 
  Κατ’ αρχάς η σύμπτωση: και η τελευταία ταινία της Σεπίτκο έχει να κάνει με την γερμανική κατοχή στη Λευκορωσία, όπως και η τελευταία ταινία του συζύγου της, του Έλεμ Κλίμοφ, που έχει τον τίτλο «Έλα να δεις». Όμως εκείνη είναι μια συναρπαστική πολεμική ταινία που αναφέρεται στις αγριότητες των ναζί και τελειώνει με την ποιητική δικαιοσύνη, με τους γερμανούς να συλλαμβάνονται από τους παρτιζάνους και να εκτελούνται.
  Τίποτα τέτοιο δεν βλέπουμε στην ταινία της Σεπίτκο. Με φόντο τη γερμανική κατοχή η Σεπίτκο κάνει ένα υπαρξιακό δράμα, ένα δοκίμιο πάνω στην προσμονή του θανάτου, τον πατριωτισμό και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Και δίνει πάλι εξαιρετικές ψυχογραφίες των ηρώων της, με πιο χαρακτηριστική του ουκρανού συνεργάτη των γερμανών και υπεύθυνου της ανάκρισης. Η εκφραστικότητα των προσώπων με τα gros-plan κυριαρχούν. Είναι συγκινητικές οι σκηνές που κοιτάζονται ένας μικρός και ο Σότνικοφ, καθώς βρίσκεται στην κρεμάλα και από στιγμή σε στιγμή θα κλωτσήσουν τον κορμό πάνω στον οποίο στέκει, με εναλλαγή σε γκρο πλαν των προσώπων τους. 
  Η ταινία τιμήθηκε με την Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ Βερολίνου και μάλιστα, τον επόμενο χρόνο, η Λαρίσα κλήθηκε να συμμετάσχει στην κριτική επιτροπή. Όμως, διαβάζω στο ρώσικο λήμμα της βικιπαίδειας, η ταινία ήταν στα όρια της απαγόρευσης, και προβλήθηκε χάρη στη μεσολάβηση του γενικού γραμματέα του ΚΚ Ουκρανίας (η Σεπίτκο είναι ουκρανή). Αναρωτιέμαι και πάλι τι διάβολο ήταν αυτό που ενόχλησε τους λογοκριτές, όπως και στην ταινία της «Η πατρίδα του ηλεκτρισμού».
  Βρήκα το μυθιστόρημα του ουκρανού Βασίλι Μπίκοφ «Σότνικοφ» πάνω στο οποίο στηρίζεται το έργο της Σεπίτκο, στα ρώσικα, σε δική του μετάφραση. Ανυπομονώ να τη διαβάσω, έχοντας την περιέργεια μήπως η Σεπίτκο άλλαξε το τέλος, όπως σε δυο άλλες ταινίες της. Έτσι κι αλλιώς θα αναρτήσω αφού το διαβάσω. Και, διαβάζω επίσης στη βικιπαίδεια, το 2013 περιλήφθηκε στα 100 βιβλία που το Υπουργείο Παιδείας και Επιστημών συνιστά στους μαθητές να διαβάσουν. Διαβάζω επίσης ότι για τα 90 χρόνια από τη γέννηση του Μπίκοφ εκδόθηκε το μυθιστόρημά του πλήρες, χωρίς τις περικοπές της λογοκρισίας και με τον αρχικό του τίτλο «Ликвидация» (Εκκαθάριση).  
  Διάβασα το μυθιστόρημα. Αν αφαιρέσεις τις αναδρομές, είναι μια νουβέλα. Η Σεπίτκο δεν μετέφερε στην ταινία της τις αναδρομές αυτές. Και δεν άλλαξε το τέλος, είναι ακριβώς όπως και στο μυθιστόρημα.
  Τα αποσπάσματα πάνω στο νόημα της ζωής και το φόβο του επερχόμενου θανάτου, όχι μόνο εν αναμονή της εκτέλεσης αλλά και πιο πριν, όταν ο Σότνικοφ βρισκόταν κάτω από τα πυρά των αστυνομικών συνεργατών των γερμανών (θα σκοτώσει έναν απ’ αυτούς), είναι αξεπέραστα. Επίσης δείχνεται πολύ ο ηρωισμός του συντρόφου του, που όμως θα τον εγκαταλείψει εν όψει της αναμενόμενης εκτέλεσης και θα δεχθεί, όχι αμέσως είναι αλήθεια, την πρόταση του ανακριτή να ενταχθεί στη δύναμη της αστυνομίας.
  Και κάτι άσχετο με την ταινία.
  Δεν θα μου περνούσε από το μυαλό αν δεν ήξερα ότι η επικρατέστερη ετυμολόγηση της λέξης «καρυοφύλλι» είναι από την εταιρεία που το παρήγαγε, Carlo & figli. Συνάντησα τη λέξη патрон (προφέρεται πατρόν) και στο μυαλό μου ήλθε το ριζίτικο, «Πότε θα κάνει ξαστεριά… να πάρω το ντουφέκι μου, την όμορφη πατρόνα». Δεν είμαι γλωσσολόγος, αλλά δεν αποκλείω η λέξη патрон και η λέξη «πατρόνα» να έχουν κοινή ετυμολογική ρίζα.
  Μήπως από μια εταιρεία Patron; Από το ελληνικό «πάτρων», που και στα ρώσικα είναι патрон, και τονίζεται όπως και το ελληνικό;
  Λέω μήπως. 


Post a Comment