Book review, movie criticism

Wednesday, February 21, 2018

Feng Xiaogang ( 冯小刚), (1958 - ) All his movies

Feng Xiaogang ( 冯小刚), (1958 - ) All his movies


Feng Xiaogang, Gone forever with my love, ( 永失我, 1994)

  Την παραπάνω Πέμπτη (14-12-2017) θα προβληθεί στις ελληνικές αίθουσες η προτελευταία ταινία του Feng Xiaogang (προφέρεται Shiaogang, ή Χιάογκανγκ με κριτική προφορά) «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί». Είπα, επί τη ευκαιρία, να δω όσες ταινίες του δεν έχω δει. Έχω ήδη αναρτήσει για το «Aftershock» (2010) και το «Νυχτερινό συμπόσιο» (2006), μια περίπου μεταφορά του «Άμλετ» στα της Κίνας. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι είχα ξεκινήσει να τον βλέπω πακέτο, πριν κάπου οκτώ μήνες, και το είχα ξεχάσει. Έγραψα μόνο για τη δεύτερη ταινία του. Όμως θα αναρτήσω πρώτα για την πρώτη του ταινία, την οποία ανακάλυψα τώρα στο youtube, όμως χωρίς υπότιτλους, ψάχνοντάς την με τον κινέζικο τίτλο.
  Να τη δω χωρίς υπότιτλους;
  Είπα να κάνω το πείραμα. Ακουστικά δεν τα πάω καλά. Έχω βέβαια κάποια μείωση της ακοής, όμως δεν είναι εκεί το πρόβλημα. Αγγλικές ταινίες χωρίς υπότιτλους μόνο ντοκιμαντέρ βλέπω, όπου μιλάνε με καθαρή άρθρωση, ποτέ μυθοπλασίας. Για να φανταστείτε, πριν λίγες μέρες είδα μια ταινία του Darrell Roodt για να συμπληρώσω μια συνολική ανάρτηση, με πορτογαλικούς υπότιτλους.
  Έψαξα, πάλι με τον κινέζικο τίτλο, για την υπόθεση της ταινίας. Και τη βρήκα. Γνωρίζοντας την υπόθεση και με τα λίγα κινέζικα που ξέρω (που όταν τα διαβάζω σε υπότιτλους είναι πολύ περισσότερα. Ένα σήριαλ που βλέπω, παγώνω την εικόνα, διαβάζω, και συνεχίζω) την παρακολούθησα μια χαρά. Τελικά ο κινηματογράφος είναι κατά βάση εικόνα.   
  «Έχασα την αγάπη μου για πάντα» είναι ο πλήρης τίτλος της ταινίας.
   Ο Su Kai, βλέποντας την αεροσυνοδό Ge Ge, την ερωτεύεται αμέσως. Θα δυσκολευτεί, όχι πολύ όμως, μέχρι να την καταφέρει.
  Πλένε σε πελάγη ευτυχίας οι δυο ερωτευμένοι. Ο Su Kai πουλάει το παλιό του σπίτι και χτίζει ένα καινούριο δίπλα σε έναν αυτοκινητόδρομο. Θα είναι η φωλιά τους μόλις παντρευτούν.
  Όμως τα πράγματα, δυστυχώς, εξελίσσονται απρόβλεπτα. Ο Sun Kai έχει μια ανίατη αρρώστια. Είναι καταδικασμένος. Σκέφτεται να διακόψει τη σχέση. Όμως αυτό θα πλήγωνε αφάνταστα την Ge Ge, έτσι αποφασίζει να γίνει ο γάμος. Όμως τελικά παίρνει την οριστική απόφαση. Τη διώχνει από το σπίτι, χωρίς να της πει την αιτία. Δεν θέλει και να της γίνει βάρος όταν η κατάστασή του θα επιδεινωθεί.
  Η Yan Yan είναι και αυτή αεροσυνοδός, φίλη της Ge Ge, τις βλέπουμε μαζί ήδη στην αρχή της ταινίας. Αυτή καταλαβαίνει κάποια στιγμή το πρόβλημα του Sun Kai. Και του συμπαραστέκεται στην αρρώστια του. Σιγά σιγά τον ερωτεύεται. Ο Sun Kai συγκινείται με την αφοσίωσή της.
  Τα πράγματα χειροτερεύουν. Στο προτελευταίο επεισόδιο βλέπουμε την Yan Yan να προσπαθεί με δυσκολία να του δώσει τα φάρμακά του. Είναι ξαπλωμένη δίπλα του στο κρεβάτι. Ξαφνικά βλέπουμε να έρχεται ένα αυτοκίνητο. Από αυτό κατεβαίνει η Ge Ge. Μπαίνει στο σπίτι. Προσπερνάει την αναπηρική πολυθρόνα και κατευθύνεται στο κρεβάτι. Κάθεται στο πλάι του. Από το μάτι του Sun Kai κυλάει ένα δάκρυ. Του το σκουπίζει με τον αντίχειρά της.
  Η επόμενη σκηνή διαδραματίζεται μετά από χρόνια. Βλέπουμε δυο παιδιά να βγαίνουν από το σπίτι.  Η Ge Ge φέρνει μια κανάτα με χυμό στη βεράντα όπου κάθετε η Yan Yan. Παίρνουν το πρωινό τους. Δυο άντρες παίζουν ρακέτες στον κήπο.
  Εξαιρετικός σκηνοθέτης ο Φενγκ Σιάογκανγκ, με συγκίνησε αφάνταστα η ταινία του· τόσο πολύ, που είπα να την ξαναδώ, ψάχνοντας για υπότιτλους, κινέζικους εννοείται.
  Και βρήκα. Μόνο που δεν ήταν αυτής της ταινίας, ήταν του «The invisible circus», η οποία προβλήθηκε στην Κίνα με τον τίτλο της ταινίας του Σιάογκανγκ. Μάλιστα στη μια από τις δυο ιστοσελίδες από όπου κατέβασα τους δυο υπότιτλους υπήρχε το πόστερ της ταινίας του. Ολοκληρωτική παρανόηση. Προσπαθούσα να συγχρονίσω, μέχρι που κατάλαβα ότι επρόκειτο για άλλη ταινία.
  Θα διαφημίσω τον Feng Xiaogang γράφοντας για όλες του τις ταινίες. Σε κάθε ανάρτηση θα παραθέτω τον σύνδεσμο της προηγούμενης. Όμως για την ταινία «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί», που θα την δω στη δημοσιογραφική προβολή στο Άστορ την Πέμπτη, θα αναρτήσω, όπως κάνω πάντα, την επόμενη Πέμπτη, 14 του μηνός, τότε που θα αρχίσει να προβάλλεται στους κινηματογράφους.

Feng Xiaogang, The dream factory (甲方乙, 1997)

  Εν όψει της προβολής της ταινίας «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την πρώτη ταινία του «Gone fοr ever with my love».
  Μήπως κυκλοφόρησε το βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου «Ζάχαρη στην άκρη» στα κινέζικα, και από εκεί πήρε την ιδέα o Feng Xiaogang; (προφέρεται Shiaogang). Γιατί στο βιβλίο της αυτό η Φακίνου μιλάει για μια βίλα παραθεριστών, η ιδιοκτήτρια της οποίας αναλάμβανε να ικανοποιεί τα όνειρα των πελατών της, εν είδει θεατρικής παράστασης.
  Το ίδιο κάνουν και οι τέσσερις συνεταίροι, μια γυναίκα και τρεις άνδρες: αναλαμβάνουν να υλοποιήσουν τα όνειρα των πελατών τους. Στην πρώτη υλοποίηση βλέπουμε έναν να φοράει στολή στρατηγού των αμερικανικών δυνάμεων και να διευθύνει τις επιχειρήσεις εναντίων των γερμανών. Ένα καλοστημένο σενάριο που έχει βέβαια και τα απρόοπτά του. Ένας κινέζος με βαμμένο το πρόσωπό του μαύρο υποτίθεται ότι είναι αμερικανός στρατιώτης.
  Ένας άλλος θέλει να τον βασανίσουν για να αποδείξει στον εαυτό του ότι είναι δυνατός και αντέχει τα βασανιστήρια. Τελικά δεν θα αντέξει, θα μαρτυρήσει τη συμφωνημένη φράση που δεν έπρεπε να πει.   Όμως του έκανε λέει καλό, γιατί συνειδητοποίησε πόσο μεγάλοι είναι τελικά οι ήρωες που αντέχουν τα βασανιστήρια.
  Υπάρχει βέβαια και η σάτιρα. Μια διάσημη ηθοποιός που έχει βαρεθεί να την πολιορκούν και να την καταδιώκουν θέλει να ζήσει κάποιο διάστημα τη ζωή μιας απλής άσημης γυναίκας. Όταν όμως αρχίζει να βαριέται και θέλει να γυρίσει πίσω στα φώτα της ράμπας, διαπιστώνει ότι την έχουν ξεχάσει. Κανείς δεν είναι διατεθειμένος να της προσφέρει πια ρόλο.
  Βλέπουμε και έναν ερωτευμένο που θέλει να παντρευτεί μια πριγκίπισσα από τις αραβικές χώρες, και τα σκηνικά μας μεταφέρουν στον κόσμο της Σεχεραζάντ.
  Υπάρχει όμως στο τέλος μια συγκινητική ιστορία. Στην αίθουσα αναμονής ενός νοσοκομείου, ο άντρας και η γυναίκα που πρόκειται σύντομα να παντρευτούν βλέπουν κάποιον να κλαίει με σκυμμένο το κεφάλι. Τον πλησιάζουν και τον ρωτούν τι έχει και είναι τόσο στενοχωρημένος.
  Η γυναίκα του ζει στην επαρχία και αυτός στο Πεκίνο, φτωχικά. Βλέπονται μόνο κατά διαστήματα. Τώρα αυτή έχει καρκίνο στο συκώτι και της μένουν λίγοι μήνες ζωής. Δεν μπορεί να την πάρει μαζί του γιατί ζει στο ίδιο δωμάτιο με άλλους. Αυτοί, συγκινημένοι, θα τους προσφέρουν το σπίτι τους. Στο τέλος του έργου τον βλέπουμε να έρχεται και να τους δίνει πίσω τα κλειδιά, ευχαριστώντας τους θερμά. Η γυναίκα του έζησε ευτυχισμένη τις τελευταίες μέρες της ζωής της, σε ένα πολυτελές διαμέρισμα που του το πρόσφερε τάχα η εταιρεία στην οποία δουλεύει.
  «Party A, Party B» δίνει την κυριολεκτική μετάφραση του τίτλου του έργου η βικιπαίδεια, και αναφέρεται στα συμβόλαια που συνάπτουν με τους πελάτες τους. Είναι το πρώτο μιας σειράς έργων που ονομάστηκαν 贺岁, he sui pian, Εορταστικά Πρωτοχρονιάτικα Έργα. Ευχάριστη κωμωδία, θα μείνει στο είδος για κάμποσο ακόμη ο Feng Xiaogang.

Feng Xiaogang, Be there or be square (见不, 1998).

  Εν όψει της προβολής της ταινίας «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την δεύτερη ταινία του «The dream factory».
  Ιδιωματική φράση ο κινέζικος τίτλος, θα τη μεταφράζαμε στα ελληνικά «μη φύγεις επειδή δεν με είδες ακόμη να έρχομαι, να με περιμένεις», ή καλύτερα, «αν αργήσω μη φύγεις, να με περιμένεις». Τη φράση την ακούσαμε δυο φορές στην ταινία.
  Αισθηματική κομεντί η τρίτη ταινία του Φενγ Σιάογκανγκ, με θέμα τους hua qiao, τους κινέζους της διασποράς.
  Ο Λιου Γιουάν κάνει όποια δουλειά βρει στο Λος Άντζελες όπου έχει μεταναστεύσει. Θα συναντήσει την Λι Τσινγκ, της οποίας η δουλειά είναι να φυλάει το σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας ταϊβανέζων που λείπουν. Σπίτι ελληνικού ρυθμού, ακούμε. Και όταν θα της προτείνει να της κάνει το τραπέζι σε ένα εστιατόριο, το εστιατόριο αυτό λέγεται Λίντο, και είναι ελληνικό.
  Βλέπουμε διάφορα επεισόδια, κωμικά και μη (το να πέσουν θύματα ληστείας δεν είναι καθόλου κωμικό), που δείχνουν τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι κινέζοι μετανάστες στην Αμερική, τη διαφορά της κουλτούρας, τα γλωσσικά προβλήματα, κ.ά.
  Συμπαθούνται, αλλά κανείς δεν κάνει το πρώτο βήμα. Να είναι ζήτημα κουλτούρας; Στο μεταξύ τους βλέπουμε σε διάφορες δουλειές. Αυτός βοηθάει ένα κινηματογραφικό συνεργείο πράγμα που στάθηκε η αιτία της γνωριμίας τους, πουλάει τάφους, αυτή δουλεύει σαν καθαρίστρια, έπειτα ανοίγει ένα ανθοπωλείο, κάποια στιγμή θα κάνουν μαθήματα κινέζικης γλώσσας σε παιδιά κινέζων μεταναστών και σε αστυνομικούς που εποπτεύουν μια περιοχή όπου οι περισσότεροι είναι κινέζοι και οι ίδιοι δεν ξέρουν κινέζικα, ίσα ίσα να μάθουν κάποιες φράσεις της δουλειάς.
  Ακούμε τον Λιου να εξηγεί στους μικρούς του μαθητές γιατί οι κινέζοι βάζουν πρώτα το επίθετο (μονοσύλλαβο πάντα) και μετά το όνομα (δισύλλαβο τις περισσότερες φορές. Τώρα ξέρετε ότι το Φενγκ είναι το επώνυμο του σκηνοθέτη και το Σιάογκανγκ το όνομα). «Από σεβασμό στους προγόνους. Οι αμερικάνοι κάνουν το αντίθετο γιατί σέβονται μόνο τον εαυτό τους. Το βρήκατε ενδιαφέρον αυτό που σας είπα;».  «Όχι», απαντάνε εν χορώ. Ακούσαμε δυο άλλες τέτοιες κωμικές απαντήσεις, αντίθετες από αυτές που θα περίμενε.
  Από τα πιο κωμικά επεισόδια είναι εκεί που ο Λιου παριστάνει τον τυφλό, για να την συγκινήσει. Θα συναντηθούν μετά από ένα χρόνο. Της στέλνει μήνυμα, και ανάμεσα στα άλλα της γράφει: «Μη φύγεις επειδή δεν με είδες ακόμη να έρχομαι, να με περιμένεις».
  Και τον περιμένει. Όταν όμως τον βλέπει να λοξοκοιτάζει μια γκόμενα που περνάει πιο δίπλα καταλαβαίνει ότι την δούλεψε. Άλλη μια φορά θα την δουλέψει με τον ίδιο τρόπο, λέγοντάς της ότι ετοιμάζεται να παντρευτεί.
  Τελικά θα πέσουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου όταν το αεροπλάνο με το οποίο επιστρέφουν στο Πεκίνο αντιμετωπίζει πρόβλημα. Σίγουρα θα πέσει και θα συντριβεί, σκέφτονται. Φυσικά δεν θα συμβεί τίποτα τέτοιο.
  Απολαυστικότατη κωμωδία, αμφιβάλω αν παίχτηκε ποτέ στην Ελλάδα.  

Feng Xiaogang, Sorry baby (没完没了, 1999)

  Εν όψει της προβολής της ταινίας του Feng Xiaogang «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την τρίτη ταινία του «Be there or be square».
  «Ατέλειωτος-η», είναι ο κινέζικος τίτλος, που στα αγγλικά κατέληξε να γίνει «Sorry baby». Είναι η λέξη που επαναλαμβάνεται στο ρεφρέν σε ένα τραγούδι που ακούμε δυο φορές, η δεύτερη καθώς πέφτουν τα γράμματα τέλους: «Άντρας και γυναίκα, ατέλειωτη αγάπη και θυμός, γη και ουρανός, ατέλειωτος πάγος και φωτιά, ατέλειωτη χαρά και θλίψη, μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει». Είναι κι αυτό ένα 贺岁,he sui pian, γιορταστική ταινία για τον νέο χρόνο, είδος ανάλογο με το δικό μας «Χριστουγεννιάτικες ταινίες», το τρίτο της σειράς μετά το «The dream factory» και το «Be there or be square». Η συγκεκριμένη μάλιστα δεν ήταν απλά για τον νέο χρόνο αλλά για τη χιλιετηρίδα, που όλοι θυμόμαστε ότι γιορτάστηκε θεαματικά σε όλο τον πλανήτη. Πρωταγωνιστεί και εδώ, όπως και στις δυο προηγούμενες, ο Ge You.
  Ο Γκε Γιόου έχει ένα φορτηγάκι που το χρησιμοποιεί για έναν ταξιδιωτικό πράκτορα. Όμως αυτός δεν δείχνει και μεγάλη διάθεση να τον πληρώσει. Αφού είδε και αποείδε, απαγάγει τη φιλενάδα του, για να τον εκβιάσει. Φυσικά της φέρεται με το γάντι. Της λέει το λόγο που την απήγαγε. Ευκαιρία, σκέφτεται αυτή, να διαπιστώσει αν την αγαπάει περισσότερο από τα λεφτά. Και τον υποχρεώνει να τη δέσει, να τη κτυπήσει και να βιντεοσκοπήσει το κτύπημα, και να στείλει το βίντεο στον ταξιδιωτικό πράκτορα. Αυτός λογαριάζει να τον ξεγελάσει με ψεύτικα νομίσματα και να τον μπαγλαρώσει στο ξύλο με τους φίλους του. Όμως ο Ge You παίρνει όλα τα μέτρα του.
  Στην ανάλαφρη αυτή κομεντί το τέλος είναι προβλέψιμο: θα τα φτιάξουν ο Ge You με την κοπέλα, όμως, όπως και στο «Be there or be square», πάλι στο τέλος τέλος της ταινίας. Και θυμήθηκα και το μυθιστόρημα «Ο θαλασσόλυκος» του Jack London, όπου και εδώ οι δυο ήρωες ομολογούν τον έρωτά τους στο τέλος του μυθιστορήματος, το οποίο έχω αντιγράψει στη βιβλιοκριτική μου.
  Όμως δεν είναι μόνο ο έρωτας που βλέπουμε στην ταινία, είναι και η αδελφική αγάπη. Ο Ge You θέλει να τον εξοφλήσει ο πράκτορας γιατί έχει υποχρεώσεις. Η αδελφή του βρίσκεται σε κώμα. Καταλαβαίνει, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει. Ούτε κατά διάνοια να την αποσυνδέσει, είναι η αδελφή του, μοναδική επιζήσασα ενός τροχαίου όπου έχασαν τη ζωή τους ο άνδρας της και τα παιδιά της. Της μιλάει τρυφερά. Και βλέπουμε την ίδια σκηνή που είδαμε και στην πρώτη ταινία του Feng Xiaogang, «Έχασα την αγάπη μου για πάντα», το δάκρυ να κυλάει στο μάγουλό της ακούγοντας τα λόγια του αδελφού της.
  Μα γιατί δεν του έλεγε για την αδελφή του; Αναρωτιέται ο πράκτορας. Και του δίνει τα λεφτά.
  Μια κωμωδία δεν είναι αστυνομικό έργο, με το μανιχαϊστικό μοτίβο, από τη μια μεριά ο καλός και από την άλλη ο κακός. Τελικά ο ταξιδιωτικός πράκτορας δεν ήταν κακός, απλά λίγο παραπάνω παραδόπιστος από το κανονικό.
  Και φυσικά μέχρι να φτάσουμε στο happy end θα παρακολουθήσουμε αρκετά χιουμοριστικά, μερικά μάλιστα ολότελα ξεκαρδιστικά, επεισόδια.

Feng Xiaogang, Sigh (一声, 2000)

  Εν όψει της προβολής της ταινίας του Feng Xiaogang «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017, γράφουμε για όλες του τις ταινίες. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την τέταρτη ταινία του «Sorry baby».
  Επί τέλους βλέπουμε τον αγγλικό τίτλο να είναι η μετάφραση του κινέζικου, αναστεναγμός.
  Μετά από τις τρεις κωμωδίες του ο Φενγκ Σιαογκάνγκ επιστρέφει στο δράμα, από το οποίο ξεκίνησε.
  Το μοτίβο είναι γνωστό: ο άνδρας, συγγραφέας στην προκειμένη περίπτωση, παντρεμένος, που τα φτιάχνει με τη γραμματέα του. Το πρόβλημα στην αρχή είναι πώς να κρυφτεί. Στη συνέχεια, πώς να διαχειριστεί την κρίση όταν το μαθαίνει η γυναίκα του.
  Ο έρωτας από τη μια, η αίσθηση του καθήκοντος απέναντι στη γυναίκα του και την κόρη του από την άλλη, τον έχουν κάνει κουρέλι. Όταν η γυναίκα του τραυματίζεται, θα μείνει στο σπίτι να της συμπαρασταθεί. Η απομάκρυνση από τη φιλενάδα έχει αρχίσει. Θα έλθει όμως να τον βρει για τελευταία φορά, στο σπίτι του, να του ευχηθεί για τα γενέθλιά του. Η γυναίκα του θα την καλέσει να περάσει μέσα, θα της δείξει φωτογραφίες του και θα της αφηγηθεί για την προηγούμενη ζωή του.
  Και θα εξαφανιστεί από τη ζωή τους. Για πόσο;
  Βλέπουμε τον άντρα με τη γυναίκα και την κόρη τους στην παραλία. Παίζουνε χαρούμενοι. Αυτός τραβάει βίντεο. Ξαφνικά κτυπάει το τηλέφωνο πίσω του. Τρέχει και το σηκώνει. –Ποιος είναι; Ποιος; Και μαραμένα μια τρίτη φορά: ποιος; Γυρνάει αργά το κεφάλι του και κοιτάζει πίσω του, έκπληκτος και θλιμμένος.
  Και η ταινία τελειώνει.
  Να εικάσουμε: η ταινία τελειώνει, όχι το δράμα. Πιθανότατα τον πήρε η φιλενάδα του, που βρίσκεται κάπου εκεί κοντά, σε οπτική επαφή. Το πώς θα εξελιχθεί η ιστορία, μπορεί να επιλέξει καθένας την εκδοχή που θέλει. Ή τη διώχνει, ή παίρνει διαζύγιο από τη γυναίκα του και την παντρεύεται, ή αναθερμαίνεται απλώς η ερωτική τους σχέση, όντας και οι δυο πιο προσεκτικοί τώρα.
  Διαλιέχτε.
  Και δυο ανθρωπολογικά στοιχεία.
  Δυο άτομα χωρίς συγγενική σχέση δεν μπορούν να μείνουν μαζί στο ξενοδοχείο, είναι παράνομο. Θα κατέληγαν στη φυλακή αν δεν μεσολαβούσε ένας φίλος του. Ήξερα ότι αυτά συμβαίνουν στις ισλαμικές χώρες, όχι όμως και στην κομμουνιστική Κίνα.
  Η κόρη του ετοιμάζει τις παντόφλες για τους επισκέπτες. Και αυτό το ξέρω σαν ισλαμική συνήθεια. Μια φίλη, κωνσταντινουπολίτισσα, μας δεξιώθηκε κάποτε, χειμώνα, με ανάλογο τρόπο. Εμένα με έπιασε τρομάρα. Είμαι κρυουλιάρης, στο σπίτι το χειμώνα κυκλοφορώ πάντα με παπούτσια και με χοντρές κάλτσες. Ευτυχώς είχε κάτι χοντρές χειμωνιάτικες παντόφλες και λύθηκε εν μέρει το πρόβλημα.
  Όχι, δεν σκοπεύω να την επισκεφτώ ξανά.


    Εν όψει της προβολής της ταινίας του Feng Xiaogang «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την πέμπτη ταινία του «Sigh».
  Αναλυτικός ο αγγλικός τίτλος, η κηδεία του «μεγάλου καρπού», μια μεταφορική έκφραση για τα υψηλά πρόσωπα, για πρόσωπα κύρους.
  Έχω ήδη δει και γράψει για το «Δεν είμαι μαντάμ Μποβαρί», αλλά θα αναρτήσω την Πέμπτη που θα αρχίσει να προβάλλεται στους κινηματογράφους. Εδώ να πω μόνο ότι αν αυτή είναι σατιρική κωμωδία σουρεάλ, «The big shots funeral» είναι σατιρική κωμωδία σούπερ σουρεάλ. Στο «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» σατιρίζονται οι αξιωματούχοι της δικαιοσύνης, εδώ σατιρίζονται οι παράγοντες του θεάματος και της διαφήμισης.
  Ο Tyler (τον υποδύεται ο Donald Sutherland) που γυρίζει σε ταινία μια άλλη εκδοχή του «Τελευταίου αυτοκράτορα», παθαίνει καρδιακή προσβολή. Θα πέσει σε κώμα. Ο Yo Yo τον οποίο υποδύεται ο μόνιμος πρωταγωνιστής του Φενγκ Σιαογκάνγκ στις τελευταίες του ταινίες, θα σκεφτεί να γίνει μια μεγαλοπρεπής κηδεία στην οποία θα υπάρχουν διαφημίσεις.
  Καταπληκτική ιδέα. Θα βάλουν σε πλειστηριασμό τα banner. Και ακολουθούν αρκετά κωμικά επεισόδια, απολαυστικότατα όλα. Θα παραθέσουμε μόνο την ατάκα ενός γκάγκστερ, όταν τον ρωτάει ο Yo Yo γιατί να διαφημίσει ένα προϊόν μαϊμού. «Δεν έχεις καταλάβει τι είναι ο καπιταλισμός. Με αρκετή διαφήμιση το ψεύτικο γίνεται αληθινό».
  Ο Tyler συνέρχεται, και σκέφτεται να κάνει μια ταινία με αυτή την ιδέα· η οποία τελειώνει με το ειδύλλιο του Tyler και της κοπέλας-βοηθού του, η οποία τον έχει επίσης ερωτευθεί.
  Μας λέει και την εμπειρία του από την παρ’ ολίγο μετάβασή του στον άλλο κόσμο. Την έχουμε ξαναδιαβάσει και έχουμε ξαναγράψει γι’ αυτήν. Φαίνεται είναι αρκετά γνωστή. Είναι η διέλευση μέσα από μια φωτεινή σήραγγα προς μια φωτεινή πηγή. Κάποιος όμως τους καλεί πίσω και επανέρχονται.
  Κάποιος ανέφερε και μια ατάκα του Woody Allen πάνω σε μια συζήτηση για το αν υπάρχει άλλη ζωή: «Για κάθε ενδεχόμενο θα πάρω μαζί μου μια αλλαξιά εσώρουχα». Παρεμπιπτόντως, οι κινέζοι αυτοκράτορες έπαιρναν μαζί τους και ένα σωρό ακολούθους, που θάβονταν μαζί τους ζωντανοί. Δεν ξέρω αν αυτοί το έκαναν για κάθε ενδεχόμενο, ή ήταν εντελώς σίγουροι.

Feng Xiaogang, Cell phone (手机, 2003)

  Εν όψει της προβολής της ταινίας του Feng Xiaogang «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017, γράφουμε για όλες του τις ταινίες. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την έκτη ταινία του «Big shots funeral».
  Δεν είναι ούτε σούπερ σουρεάλ ούτε απλά σουρεάλ σατιρική κωμωδία, είναι ρεάλ, όχι όμως απόλυτα σατιρική.
  Το θέμα της είναι αυτό που λέει ο τίτλος, τα κινητά τηλέφωνα. Βλέπουμε σκηνές και επεισόδια που σίγουρα έχουν αντιμετωπίσει αρκετοί από εμάς. Μπορεί η πραγμάτευση να είναι κωμική, όμως τα περισσότερα επεισόδια δεν είναι κωμικά.
  Ο Ge You, μόνιμος πρωταγωνιστής του Φενγκ Σιαογκάνγκ, καταβάλει μεγάλες προσπάθειες να μην αντιληφθεί η γυναίκα του την ύπαρξη της φιλενάδας του. Σβήνει τα μηνύματα, κλείνει το κινητό… Και βέβαια κάποια στιγμή αυτή θα το πάρει χαμπάρι και θα χωρίσουν. Στη θέση της γυναίκας του είναι τώρα μια καινούρια φιλενάδα, καθηγήτρια ορθοφωνίας που διδάσκει ανθρώπους του θεάματος. Ένας τέτοιος είναι και ο Ge You, τηλεπαρουσιαστής σε μια εκπομπή. Το κρυφτούλι που έπαιζε με τη γυναίκα του θα το συνεχίσει με αυτή τη δεύτερη φιλενάδα του, για να μην πάρει χαμπάρι την ύπαρξη της πρώτης. Η οποία βέβαια δεν θα ανεχτεί για πολύ τη δεύτερη θέση, και θα τον ξεμπροστιάσει.
  Στην ταινία είδαμε και μια κινέζικη διαβατήρια τελετή, την κηδεία της γιαγιάς του. Στην φωτιά που έκαιγαν ρίχνει το κινητό του. Όμως δεν θα γλιτώσει. Στο τέλος της ταινίας βλέπουμε την ανιψιά του να του κάνει δώρο ένα κινητό, με πολλές δυνατότητες.
  Συχνά διαβάζω για τα ωραία παιδικά χρόνια που περάσαμε πολλοί στα χωριά μας. Τότε δεν υπήρχαν κινητά για να μας παίρνουν κάθε τρεις και μια τηλέφωνο οι μανάδες να γυρίσουμε σπίτι. Γυρνάγαμε ό,τι ώρα θέλαμε, ακούγοντας βέβαια συχνά τον εξάψαλμο. Τελικά κάπου είχε δίκιο ο Φρόιντ λέγοντας στο ομώνυμο βιβλίο του ότι ο «Πολιτισμός είναι πηγή δυστυχίας». 

Feng Xiaogang, A world without thieves (天下无, 2004)

  Εν όψει της προβολής της ταινίας του Feng Xiaogang «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017, γράφουμε για όλες του τις ταινίες. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την έβδομη ταινία του «Το κινητό».
  Τελικά βλέπω τον Φενγκ Σιαογκάνγκ να εστιάζει τις ταινίες του (κάποιες τουλάχιστον) σε ένα ή δυο το πολύ θέματα. Στην ταινία «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» (θα τη δείτε την Πέμπτη) ήταν η διαφθορά των αξιωματούχων, ιδιαίτερα της δικαιοσύνης, στο «Big shots funeral» ήταν ο κόσμος του θεάματος και της διαφήμισης, στο «Κινητό», το λέει και ο τίτλος, τα κινητά τηλέφωνα με παράλληλο το θέμα των εξωσυζυγικών σχέσεων, που ήταν επίσης το θέμα του «Αναστεναγμού». Εδώ είναι ο κόσμος των πορτοφολάδων. Ο κινέζικος τίτλος και πάλι, ευτυχώς, δεν αλλάχτηκε.
  Το ζευγάρι είναι πορτοφολάδες. Όμως η κοπέλα, που είναι έγκυος (του το λέει και το μαθαίνομε κι εμείς προς το τέλος της ταινίας), δεν θέλει να συνεχίσει αυτή τη ζωή. Χωρίζουν. Προσωρινά βέβαια.
  Στη ζωή της μπαίνει ένας χαζούλης νεαρός, με όλη την αθωότητα της υπαίθρου, ο οποίος κουβαλάει πάνω του όλες του τις οικονομίες, πέντε χρόνια δουλειάς σαν βοσκός στα βουνά. Θέλει να πάει στο χωριό του να αγοράσει ένα κομμάτι γης και να παντρευτεί. Ο φίλος της κοπέλας θα προσπαθήσει να του πάρει τα χρήματα αλλά βρίσκεται μπροστά στη σθεναρή άμυνά της. Στο τέλος θα υπερασπιστούν τον νεαρό, που μια άλλη σπείρα (επικεφαλής της ο Ge You) θα προσπαθήσει να του αρπάξει τα λεφτά. Ο φίλος της θα δώσει τη ζωή του γι’ αυτό, σε μια υπέρτατη κάθαρση.
  Συναρπαστική ταινία, με αδιάπτωτο σασπένς, και αρκετά συγκινητική στην «αφέλειά» της με τη μεταστροφή του ζευγαριού, από κλέφτες να γίνουν καλοί Σαμαρείτες. Όμως, που να πάρει, θέλουμε να πιστεύουμε ότι μπορούν να γίνουν τέτοιες μεταστροφές, ότι το καλό βρίσκεται μέσα σε όλους όπως πίστευε και ο Σωκράτης και κάποια στιγμή είναι δυνατόν να κάνει την εμφάνισή του ακόμα και στους πιο κακούς. Είναι βέβαια αφελές να πιστεύουμε κάτι τέτοιο, όμως ωφέλιμο για την ψυχική μας υγεία να μην αντιμετωπίζουμε τον κόσμο με απόλυτη δυσπιστία, να μη θεωρούμε τέτοιες μεταστροφές εντελώς αδύνατες. Ας θυμηθούμε τον Βούδα στον οποίο άρχισε να προσεύχεται η κοπέλα, που από άσωτο αρχοντόπουλο έγινε θεμελιωτής μιας θρησκείας. Και φυσικά τον Άγιο Φραγκίσκο.
 Πολύ μου άρεσε αυτή η ταινία.

Feng XiaogangYè Yàn (夜宴) Το νυχτερινό συμπόσιο (2006)

  «The (night) banquet» είναι ο αυθεντικός τίτλος της ταινίας. Στην Αμερική προβλήθηκε με τον τίτλο «The legend of the black scorpion». Πάντως αυτοί που την έφεραν στην Ελλάδα βρήκαν ένα πιο πιασάρικο τίτλο για το ελληνικό κοινό: «Δείπνο δολοφόνων». Οι λαοί είναι άξιοι αυτών που τους κυβερνούν, λένε. Και των τίτλων των ταινιών που βλέπουν, θα πρόσθετα εγώ. Πρωταγωνιστούν οι Ma Jingwu, Ge You, Daniel Wu, Zhou Xun και Zhang Ziyi.
  Έχω κρατήσει κάποιους Άμλετ για να κάνω – λέω, δηλαδή – μια συγκριτολογική μελέτη. Αλλά επειδή δεν είμαι και τόσο σίγουρος ότι θα την κάνω τελικά, είπα να γράψω για αυτή την ταινία που είδα απόψε (την μετέδωσε το Star πριν δέκα μέρες), και διαπίστωσα ότι είχε ομοιότητες με τον Άμλετ. Ψάχνοντας στη google το επιβεβαίωσα. Στην βικιπαίδεια υπάρχει περίληψη του έργου όπου δείχνονται οι αντιστοιχίες, κυρίως στα πρόσωπα, με το σαιξπηρικό έργο.
  Μετά τον Κουροσάβα, τον πρώτο διδάξαντα («Ραν», «Θρόνος του αίματος»), μας έρχεται ο Xiaogang Feng, από την Κίνα αυτός, για να μας δώσει μια διασκευή του σαιξπηρικού έργου. Και ενώ ο Κουροσάβα εγκαταλείπει τους σαμουράι και αυτά τα υπερβολικά «στο έμπα χίλιους έκοψε, στο έβγα δυο χιλιάδες» (βλέπε «Γιοζίμπο») για έργα όπως «Τα όνειρα», «Μια ραψωδία τον Αύγουστο» κ.λπ., μετά από χρόνια τον ακολουθεί ο Τζανγκ Γιμόου σε μια αντίστροφη πορεία: Μετά τα αριστουργηματικά «Ο δρόμος στο σπίτι», «Να ζεις», «Ζίου Τσιού» κ.λπ., μας δίνει τον «Ήρωα», τον «Τίγρη και δράκο» και δεν ξέρω ποια άλλα, με τους ήρωες να πραγματοποιούν χίλια δυο απίθανα κατορθώματα. Τον ακολουθεί στο έργο αυτό και ο Feng Xiaogang (να μην κάνουμε πάλι λάθος την προφορά, feng shiaogang), για να μη διαψεύσει τις προσδοκίες του κοινού, αλλά ευτυχώς με μέτρο. Έψαξα και για τον σεναριογράφο, αλλά μόλις που κατάφερα να βρω σε μια ιστοσελίδα, κάτω από την επιγραφή writing credits τα ονόματα Gangjian Qiu και Heyu Sheng, με ενδιάμεσο το όνομα του Σαίξπηρ.
  Ο σκελετός του σαιξπηρικού μύθου περίπου ο ίδιος, αλλά οι κάποιες αλλαγές μετατοπίζουν και τη θεματική. Η εκδίκηση εδώ δεν φαίνεται να είναι και τόσο κεντρική, ενώ την κεντρική θέση κατέχει ο έρωτας. Τον «Άμλετ» τον αγαπάνε δυο γυναίκες, η «Οφηλία», αλλά και η γυναίκα του βασιλιά, που δεν είναι μάνα του, αλλά μια γυναίκα μικρότερή του με την οποία ήταν ερωτευμένος αλλά ο βασιλιάς πατέρας του την παντρεύτηκε και αυτός, από απελπισία, πήρε των ομματιών του. Ο θείος όμως σκοτώνει τον πατέρα του και παντρεύεται τη γυναίκα του. Όχι, η γυναίκα του δεν είχε ανάμειξη στο φόνο. Μάλιστα σχεδιάζει να σκοτώσει το βασιλιά, ρίχνοντας δηλητήριο στο κρασί του. Όμως από το κρασί αυτό πίνει η «Οφηλία» και πεθαίνει. Ο «Άμλετ» απαρηγόρητος την αγκαλιάζει. Ο βασιλιάς συνειδητοποιεί τη συνομωσία. Απελπισμένος που η γυναίκα που αγαπά θέλησε να τον σκοτώσει, πίνει το υπόλοιπο κρασί, και όχι τόσο γιατί φοβόταν την αναμέτρηση με τον «Άμλετ». Αυτό συνιστά μια υπεροχή σε σχέση με τον σαιξπηρικό Κλαύδιο, καθώς ο «Κλαύδιος» εδώ αναδεικνύεται σε τραγικό πρόσωπο και όχι σε «κακό». Εκεί βρίσκεται και η υπεροχή των ελληνικών τραγωδιών σε σχέση με τις σαιξπηρικές: απουσιάζουν εντελώς οι κακοί. Οι «κακοί» δεν είναι και αυτοί παρά τραγικοί ήρωες, που υποφέρουν «δι’ αμαρτίαν τινά», και υπομένουν τη μοίρα τους με αξιοπρέπεια, όπως για παράδειγμα ο Κρέοντας στην «Αντιγόνη». Η διαφορά φαίνεται και στην πρόσληψη: Τρίβουμε τα χέρια μας από ικανοποίηση όταν πεθαίνει ο κακός Κλαύδιος, αλλά αυτόν εδώ τον λυπόμαστε, όπως λυπόμαστε και κάθε τραγικό ήρωα. 
  Μέχρις εδώ καλά, γιατί μετά μας τα χάλασαν οι σεναριογράφοι. Αν είχε σταματήσει η ταινία στην τελευταία σκηνή, εκεί που η βασίλισσα αγκαλιάζει το νεκρό σώμα του «Άμλετ» βγάζοντας μια σπαρακτική κραυγή, θα ήταν υπέροχη. Δυστυχώς υπάρχει συνέχεια. Βλέπουμε τον «Πολώνιο» να άγει την οδό της εξορίας. Κατόπιν μας παρουσιάζεται η βασίλισσα να μονολογεί-μοιρολογεί, με εφέ αποστροφής στον νεκρό «Άμλετ», δεν ξέρουμε πόσο καιρό μετά το θάνατό του, χαϊδεύοντας ένα κόκκινο ύφασμα, για να δούμε αμέσως μετά ένα σπαθί να καρφώνεται στην πλάτη της. Θα έπρεπε να είναι πιο επινοητικοί οι σεναριογράφοι ώστε να την πεθάνουν και αυτήν στην τελευταία σκηνή.  Όχι για τίποτε άλλο, αλλά γιατί, όπως διάβασα σε μια ιστοσελίδα, μένει το ερωτηματικό «ποιος τη σκότωσε». Το ερωτηματικό βέβαια είναι εκείνων που έχουν κάνει τη μαθητεία τους στα αστυνομικά έργα και έχουν διαμορφώσει απ’ αυτά τις αφηγηματικές αναμονές τους. Ο σκηνοθέτης και οι σεναριογράφοι μάλλον ήθελαν να δείξουν ότι στη φεουδαρχία υπάρχουν πάντα ίντριγκες στην αυλή, και αρκετοί βασιλιάδες τελειώνουν τη ζωή τους δολοφονημένοι. Έτσι το ποιος σκοτώνει δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα, αυτό που έχει σημασία είναι το ίδιο το γεγονός της δολοφονίας. Πάντως είναι πολύ καλή ταινία, και πήρε και κάποια βραβεία όπως διαβάζουμε στην Βικιπέντια, από όπου αντιγράφουμε την περίληψη του έργου.

A narrator explains that Crown Prince Wu Luan (based on Shakespeare's Hamlet) was in love with the noblewoman "Little Wan" (based on Shakespeare's Gertrude but changed from being Hamlet's mother to his lover). However, his father, the Emperor, decided to marry "Little Wan" and made her Empress Wan. Wu Luan, deeply hurt by this, fled to the South and retreated into music and dance. The Emperor was then murdered by his brother (Shakespeare's Claudius), who became Emperor Li and upon ascending the throne took Empress Wan, whom he had previously molested, as his wife and had her recrowned as Empress.
The film begins as the usurping Emperor sends riders to assassinate Crown Prince Wu Luan, who would succeed the throne before any of his uncle's progeny. The crown prince, away at a retreat for masked mime actors, survives the massacre at the monastery and is eventually spirited back to the palace.
To keep him alive, Empress Wan has made a compromise with his uncle, which angers Prince Wu Luan. His relationship with his stepmother is unusual because they grew up together in the court, are about the same age and she has romantic feelings for him.
However, the prince is engaged to marry Qing Nu (Shakespeare's Ophelia), the daughter of a palace official, the Grand Marshal (based on Shakespeare's Polonius). A close ally of the former emperor, the Grand Marshall's power is weakened when his son (Shakespeare'sLaertes), who is very protective of his sister, Qing Nu, is sent to a distant province to become governor.
Meanwhile, the Empress Wan is to have a new coronation ceremony. As a special treat, Prince Wu Luan, an accomplished singer and dancer, stages a masked mime play that exposes his uncle as his father's murderer.
Rather than kill the prince and risk alienating Empress Wan, the emperor decides the prince would be traded as a hostage for the prince of a neighboring kingdom, the Khitans, although it is known that the neighbor prince is an imposter. An ambush by the emperor's men is set up in a far away, snowy land, but the Grand Marshal's son saves the prince.
Believing that power is firmly in his grip, the emperor calls for a grand banquet. Qing Nu, the Grand Marshal's daughter, has planned another play for the occasion, and in tribute to her fiance, she wears his theater mask. Empress Wan has her own plans – to poison the emperor. However, the scheme to poison the emperor fails as the cup he was to drink out of is instead given to Qing Nu out of respect and partly of pity for her. Upon the young woman's death, the emperor realises in horror that the empress Wan had plotted his death. It is then revealed that Crown Prince Wu Luan was in fact a member of the masked performing troupe. The emperor then commits suicide by drinking the rest of the poisoned wine intended for him. As Empress Wan asks Wu Luan to kill her, the Grand Marshal's son attempts to kill the Empress to avenge his sister, but his poisoned blade is stopped by Prince Wu Luan and Empress Wan stabs the Grand Marshal's son. However, Prince Wu Luan fatally poisons himself in the process of stopping the Grand Marshal's son.
In the end sequence, Empress Wan grasps bright red cloth and speaks of the "flames of desire" that she has satiated by taking the throne. She is suddenly pierced by a blade from an unknown source. As she is dying, she turns around and looks at her killer with a horrified expression. The blade is then dropped into a mossy koi bed, and the blood soaks the water. The film abruptly finishes, with the audience unsure who was the mysterious assailant. Asian film critic, Bey Logan, makes a claim that the film makers initially planned for the maid, Ling, to be the mysterious assailant, and the current version of the film still shows more shots of Ling than would be normally expected of such a minor non-speaking character.
15-1-2010

Feng Xiaogang, Assembly (, 2007)

  Εν όψει της προβολής της ταινίας του Feng Xiaogang «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017, γράφουμε για όλες του τις ταινίες. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν όχι για την προηγούμενη, αλλά για την προ-προηγούμενη ταινία του «Ένας κόσμος χωρίς κλέφτες». Για τη προηγούμενη ταινία του, το «Νυχτερινό συμπόσιο», εμπνευσμένη από τον «Άμλετ», γράψαμε πριν οκτώ χρόνια.
  Η «Συγκέντρωση» (ακριβής μετάφραση του κινέζικου τίτλου) είναι μεταφορά ενός μυθιστορήματος που αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός· ή καλύτερα, αναφέρεται στη ζωή ενός διοικητή του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού, ένα χρόνο πριν την ολοκληρωτική νίκη των κομμουνιστών και την ανακήρυξη της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Κίνας. Η λέξη σημαίνει το σάλπισμα της ανασυγκρότησης, της συγκέντρωσης όλων των μονάδων, συνήθως με στόχο την οπισθοχώρηση.
  O Gu Dizi με το λόχο του στέλνεται να υπερασπιστεί ένα ορυχείο. Δέχεται διαδοχικές επιθέσεις των εθνικιστών. Παρά τις απώλειες που προκαλούν στον εχθρό, και οι ίδιοι έχουν σημαντικές απώλειες. Έχουν μείνει ελάχιστοι άνδρες. Είναι καταδικασμένοι, πρέπει να υποχωρήσουν. Κάποιοι άνδρες του τού λένε ότι άκουσαν το σάλπισμα της συγκέντρωσης. Ο ίδιος, μισόκουφος από μια έκρηξη, δηλώνει ότι δεν το άκουσε.
  Είναι ο μόνος που επέζησε από την ομάδα του. Τον βρήκαν αναίσθητο άνδρες του Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού όταν ανακατέλαβαν την περιοχή. Ήταν ντυμένος με τη στολή των εθνικιστών. Είχε πάει πίσω από τις εχθρικές γραμμές για να βρει τρόφιμα για τους στρατιώτες του.
  Δεν πιστεύουν στην ιστορία του. Το σύνταγμα είχε αναδιοργανωθεί, ο λόχος του φαίνεται στα χαρτιά τους ανύπαρκτος.
  Αγωνίζεται να πείσει για την ιστορία του, καθώς αρχικά τον περνούν για λιποτάκτη. Τρία χρόνια αργότερα ζητάει να πολεμήσει στην Κορέα. Σώζει τη ζωή του διοικητή του από μια νάρκη, χάνοντας ο ίδιος το ένα του μάτι. Γίνονται φίλοι. Εξακολουθεί να αγωνίζεται για την αναγνώριση της θυσίας των ανδρών του, οι οικογένειες των οποίων, επειδή αυτοί φέρονται ως εξαφανισμένοι, παίρνουν μια πενιχρή σύνταξη σε σχέση με εκείνους που σκοτώθηκαν στη μάχη. Αργότερα θα συναντήσει τον σαλπιγκτή του συντάγματος. Δεν είχε σημάνει συγκέντρωση. Άφησαν επίτηδες το λόχο του να θυσιαστεί, για να προλάβουν να υποχωρήσουν. Τελικά επιβεβαιώνεται και από άλλες μαρτυρίες η ύπαρξη του λόχου του, βρίσκονται τα ονόματά τους, και τιμούνται ως ήρωες. Όμως αυτός θέλει να βρει τα πτώματά τους, που θάφτηκαν μέσα στο ορυχείο για να μη διαμελιστούν από τα πυρά του εχθρού. Ο πολιτικός επίτροπος, θανάσιμα πληγωμένος, με εντολή του ανατίναξε την είσοδο.
  Αδύνατο να βρεθούν, όμως αυτός επιμένει. Θα βρεθούν πολύ αργότερα, όταν από κάποια έργα που έγιναν στο σημείο αυτό θα ανακαλυφθούν οι σκελετοί τους. Θα ταφούν με τιμές, ενώ στο ίδιο σημείο θα αναρτηθεί μια αναμνηστική πλάκα. Στα γράμματα τέλους διαβάζουμε ότι ο Gu Dizi πέθανε το 1987 σε ηλικία 71 χρόνων, και ότι τον είχε μεγαλώσει ένας ξυλουργός ο οποίος τον βρήκε, τριών μηνών, εγκαταλειμμένο σε έναν αγρό. Τον είχαν παρατήσει οι γονείς του εξαιτίας του λιμού.
  Εξαιρετική ταινία, διαφορετική από τις μέχρι τώρα του Φενγκ Σιαογκάνγκ. Η μισή είναι πολεμική. Η άλλη μισή αναφέρεται στη μετέπειτα ζωή του Gu Dizi. Μου άρεσε το επεισόδιο στην Κορέα όπου, έχοντας εισχωρήσει με νοτιοκορεάτικες στολές, δίνουν το στίγμα των αμερικανικών δυνάμεων και βομβαρδίζονται από το βορειοκορεάτικο πυροβολικό. Επί τέλους να δω και μια ταινία όπου οι «κακοί» είναι οι αμερικάνοι, βαρέθηκα να βλέπω ταινίες όπου είναι πάντα οι «καλοί».
  Η ταινία είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία και γι’ αυτό είχε και συνέχεια, την «Assembly 2: The Cold Flame (结号2-烽火, 2006, Φλόγες πολέμου για την ακρίβεια)». Διόρθωσα όμως το λήμμα της βικιπαίδειας για τη «Συγκέντρωση» όπου αναφέρεται αυτή ταινία. Σκηνοθέτης της δεν είναι ο Feng Xiaogang όπως έγραφε εσφαλμένα, αλλά ο Leon Yang. Ίσως γράψουμε και γι’ αυτή κάποια στιγμή. (Τελικά την είδα).

  Feng Xiaogang, If you are the one (诚勿扰 2008)

  Εν όψει της προβολής της ταινίας του Feng Xiaogang «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017, γράφουμε για όλες του τις ταινίες. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την «Συγκέντρωση», την προηγούμενη ταινία του, δέκατη τον αριθμό.   
  Και εδώ ο Φενγκ Σιαογκάνγκ εστιάζει σε ένα θέμα, το θέμα της εύρεσης συντρόφου, ή μάλλον της αναζήτησης συζύγου· όχι μέσα από γραφείο συνοικεσίων αλλά με απευθείας αγγελία στην εφημερίδα. «Αν δεν είσαι σωστή, μη μπεις στον κόπο» είναι περίπου η μετάφραση του κινέζικου τίτλου. Αν δεν είσαι μια καθώς πρέπει γυναίκα, μην μπαίνεις στον κόπο να απαντήσεις στην αγγελία. Την αγγελία τη βάζει ο Ge You που ξαφνικά, με μια έξυπνη εφεύρεση, έγινε εκατομμυριούχος.
  Η ταινία είναι κωμωδία, δεν έχει σαν στόχο να μας δείξει τα γυναικεία «προσόντα καταλληλότητας», αλλά το πόσο παράξενες γυναίκες μπορεί να συναντήσει κανείς στη ζωή του.
  Το πρώτο ραντεβού δεν ήταν με γυναίκα, αλλά δεν το ήξερε. Ήταν με «αδελφή», παλιός γνωστός του. Η επόμενη πήγε στο ραντεβού όχι γιατί έψαχνε σύζυγο αλλά για του πουλήσει ένα τάφο.  
  Παρεμπιπτόντως, μπορεί να βγάλω κι εγώ τον οικογενειακό μας τάφο στο σφυρί μετά τον ένφια που επέβαλε στους οικογενειακούς τάφους ο δήμος Ιεράπετρας. Έτσι κι αλλιώς ο γιος μου προτίθεται να με κάψει. Όσο για μένα… Ας μην πω την αγαπημένη του ατάκα. 
  Η επόμενη είναι αεροσυνοδός. Η σχέση μαζί της θα αποτελέσει και το κεντρικό σημείο της πλοκής, το love story της ιστορίας. Αυτή ήλθε στο ραντεβού γιατί έχει προβλήματα με το φίλο της που είναι παντρεμένος. Όχι, δεν σκοπεύει να χωρίσει για να την παντρευτεί. Το υποπτεύεται, και το έχει ρίξει στο ποτό. Αλλά πριν προχωρήσει το love story τους ο Ge You θα συναντήσει ακόμη τέσσερις υποψήφιες νύφες.
  Η μια είναι κόρη ενός πλούσιου εργοστασιάρχη από την Ταϊβάν. Τον συμπαθεί, ναι, θα ήθελε να γίνει ο πατέρας του παιδιού της που προς το παρόν είναι μέσα στη κοιλιά της. Η άλλη δεν συμπαθεί το σεξ. –Δηλαδή μια φορά το μήνα; -Όχι, μια φορά το χρόνο.
  Αλήθεια, υπάρχουν και τέτοιες γυναίκες;
  Η τρίτη του παρουσιάζεται με την εξωτική φορεσιά της πατρίδας της. Αν παντρευτούν θα πρέπει να πάνε να ζήσουνε στο χωριό της. Και πώς πάνε εκεί; -Πρώτα θα πάρεις το αεροπλάνο για το Kunming. Μετά θα πάρεις το λεωφορείο, μια μέρα διαδρομή, για το Mengzi. Μετά θα πάρεις άλλο λεωφορείο για το Pingbian. Μετά έχεις μια διαδρομή άλλης μιας μέρας με τρακτέρ, έπειτα άλλη μια μέρα με κάρο, και έφτασες. –Κι αν ο γάμος δεν πάει καλά και θέλω να χωρίσουμε, τι θα γίνει; -Ο μεγάλος μου αδελφός θα σου σπάσει τα πόδια.
  Η τέταρτη, εξηγεί η ανιψιά που κάθεται δίπλα της, ξεχνάει. Όμως κρατάει ένα σημειωματάριο στο οποίο σημειώνει κάθε μέρα γεγονότα και ανθρώπους. Το διαβάζει κάθε πρωί, και έτσι δεν πρόκειται να ξεχάσει ποτέ ποιος είναι ο άντρας της.
  Ξέχασα μια ακόμη. Αυτή, στη συζήτηση που έχει μαζί του τον αντιμετωπίζει σαν μετοχή στην οποία ενδέχεται να επενδύσει και γι’ αυτό θέλει να τον αξιολογήσει. Είναι υψηλού ρίσκου, ή είναι μια μετοχή με σίγουρη, μακροχρόνια απόδοση;
  Και προχωρούμε στο love story με αρκετά κωμικά επεισόδια. Το επεισόδιο με την εξομολόγηση των αμαρτιών του σε ένα χριστιανό παπά στο Χοκάιντο (Ιαπωνία) που δεν ξέρει καθόλου κινέζικα είναι ιδιαίτερα απολαυστικό. Στο τέλος ο παπάς δεν τον άντεξε, πολλά τα αμαρτήματά του, καλύτερα να πάει στον παπά μιας γειτονικής εκκλησίας που είναι πολύ μεγαλύτερη. Και τα αμαρτήματά του; Σαν την «κλεψά» τη δική μας, όταν ήμαστε μικροί, που γυρίζαμε στα περβόλια του χωριού για να φάμε κανένα φρούτο.
  Απολαυστικό και το επεισόδιο με την επίσκεψη στο κέντρο «Οι τέσσερις αδελφές». Βλέπουν την αφίσα, πανέμορφες, θα μπει μέσα με το φίλο του. Όμως τους περιμένει μεγάλη απογοήτευση. Η φωτογραφία είχε τραβηχτεί πριν τριάντα χρόνια, και οι τέσσερις αδελφές δεν είναι πια οι γκόμενες που φαίνονται στην αφίσα. 
  Οι κωμωδίες του Feng Xiaogang δεν είναι καθαρές κωμωδίες. Χωρίς να είναι tragicomedie υπάρχει σ’ αυτές και το δραματικό στοιχείο. Συχνά βλέπουμε δάκρυα. Εδώ έχουμε την απόπειρα αυτοκτονίας της κοπέλας. Θα σωθεί. Και βλέπουμε επίσης για τρίτη φορά μια αγαπημένη σκηνή του Feng Xiaogang. Ένα δάκρυ κυλάει από τα μάγουλο της κοπέλας, στο κρεβάτι του νοσοκομείου, καθώς ακούει τα τρυφερά λόγια του Ge You.

Feng Xiaogang, Aftershock 2010.

  Ο Roland Barthes διακρίνει τα γεγονότα σε μια αφήγηση σε πυρήνες και καταλύτες. Πυρήνες είναι τα λειτουργικά γεγονότα, δηλαδή εκείνα που πυροδοτούν με τη σειρά τους άλλα γεγονότα, και καταλύτες τα μη λειτουργικά. Ένα τροχαίο είναι λειτουργικό γεγονός. Το ίδιο και μια πυρκαγιά. Οι τραγωδίες στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι με τους εβδομήντα και σαράντα χιλιάδες νεκρούς αντίστοιχα είναι μείζονα πυρηνικά γεγονότα. Όμως υπάρχει μεγαλύτερο πυρηνικό γεγονός από εκείνο το γεγονός που, σε ελάχιστη μονάδα χρόνου, στοίχισε τη ζωή σε 240.000 ανθρώπους; Και αυτό δεν είναι άλλο από τον καταστροφικό σεισμό του Τανγκ Σαν στην Κίνα, το 1976.
  Ο Φενγκ Σιάογκανγκ χρησιμοποιεί αυτό το γεγονός (ο κινέζικος τίτλος της ταινίας είναι «Ο μεγάλος σεισμός στο Τανγκ Σαν») για να δείξει τις καταστροφικές συνέπειες που είχε ο σεισμός, μέσα από την παρακολούθηση της ζωής μιας οικογένειας, δηλαδή αυτών που επέζησαν.
  Επέζησε η μητέρα. Τα δυο δίδυμα παιδιά της είναι πλακωμένα με την ίδια τσιμεντένια πλάκα. Ένα μόνο μπορεί να σωθεί. Οι άνθρωποι των σωστικών συνεργείων ζητούν από τη μητέρα να διαλέξει. Αφού επανειλημμένα τους εκλιπαρεί να σώσουν και τα δυο, στο τέλος αποφασίσει να σώσει το αγόρι. Που όμως σώζεται ακρωτηριασμένο, χωρίς το αριστερό χέρι.
  Το επεισόδιο ακραίο, όμως ο Φενγκ Σιάογκανγκ θέλει να δείξει τις ψυχικές εντάσεις που μπορεί να δημιουργηθούν από τέτοιου είδους μείζονες αποφάσεις. Γιατί το κορίτσι τελικά, ριγμένο ανάμεσα στα σώματα των νεκρών, συνέρχεται, περιπλανιέται άσκοπα, το περιμαζεύουν, για να υιοθετηθεί στο τέλος από ένα ζευγάρι των σωστικών συνεργείων.
  Και οι συνέπειες πάνω στον ψυχισμό των ηρώων:
  Η μητέρα, γεμάτη ενοχές, θρηνεί 32 χρόνια την απώλεια του άντρα και της κόρης της. Η κόρη, έχοντας ακούσει την απόφαση της μητέρας, δεν θέλει να την συναντήσει. Στο πανεπιστήμιο κάνει σχέση με ένα συμφοιτητή της και μένει έγκυος. Δεν θα συμφωνήσει να κάνει έκτρωση. Χωρίς να λέγεται στην ταινία, μπορεί όμως ο θεατής να το φανταστεί, βρίσκεται σε ένα δίλημμα ανάλογο με εκείνο της μητέρας της, και υποσυνείδητα ταυτίζεται με το αγέννητο μωρό.
  Τα δυο αδέλφια θα ανταμώσουν τυχαία, μετά από χρόνια, όταν θα σπεύσουν να βοηθήσουν σε ένα άλλο σεισμό. Μάνα και κόρη θα ξαναβρεθούν. Θα τρέξει πολύ δάκρυ. Ο κίνδυνος του μελό καραδοκεί, όμως αποφεύγεται από το γεγονός ότι το φόντο της ιστορίας είναι ένα πραγματικό τραγικό γεγονός και από την ικανότητα του σκηνοθέτη. Οι συμπτώσεις, η αναγνώριση, ανήκουν σε λογοτεχνικά είδη του παρελθόντος και σε παραλογοτεχνικά του παρόντος, μας ξενίζουν, όμως εξυπηρετούν την οικονομία του έργου, δείχνοντάς μας «απώλειες» που συνήθως δεν αναφέρονται από τα ΜΜΕ.
  Όπως εκείνη η τρομερή που είδα σε ένα ντοκιμαντέρ.
  Κατά τη διάρκεια της χούντας της Αργεντινής οι γονείς εξοντώθηκαν. Ένα ζευγάρι άτεκνων αστυνομικών παίρνουν το μωρό τους και το υιοθετούν με παράνομες διαδικασίες. Έρχεται η δημοκρατία, ο αστυνομικός κάνει κάποια χρόνια φυλακή γι’ αυτή την υιοθεσία, ενώ το κορίτσι το διεκδικούν οι παππούδες του. Μάταια. Δεν θέλει να τους δει. Μπαμπάς της είναι ο αστυνομικός. Κανείς δεν μπορεί να υποψιαστεί τέτοιου είδους «απώλειες» για τους αγωνιστές της δημοκρατίας.
  Και κάτι που με εντυπωσίασε:
 Η κόρη λέει στη μητέρα της ότι η εγγονή της σπουδάζει ψυχολογία. Ξαναγυρνάω την ταινία για να ακούσω πώς λέγεται η ψυχολογία στα κινέζικα. 心理, shin li. Shin σημαίνει καρδιά. Για τους κινέζους η έδρα των προβλημάτων που εμείς τοποθετούμε στην ψυχή, βρίσκεται στην καρδιά.


Feng Xiaogang, If you are the one 2 (非 2 2010)

  Εν όψει της προβολής της ταινίας του Feng Xiaogang «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017, γράφουμε για όλες του τις ταινίες. Η προηγούμενη ανάρτησή μας δεν ήταν για το «Aftershock», την προηγούμενη ταινία του για την οποία αναρτήσαμε πριν επτά χρόνια παρά δυο μέρες, αλλά για το πρώτο «If you are the one».
  Εδώ βλέπουμε τον Ge You παντρεμένο με την Xiaoxiao (Shao shao). Δηλαδή όχι ακριβώς, κάνουν μια δοκιμή γάμου. Ζουν και συμπεριφέρονται σαν να είναι παντρεμένοι. -Αν μου τύχει ένα ατύχημα και μείνω ανάπηρος θα με φροντίζεις; Για να δούμε;
  Παραγγέλνει ένα αναπηρικό καροτσάκι. Θα κάνει τον ανάπηρο. Είναι υποχρεωμένη να τον περιποιείται. Όταν όμως θα την δει με μια παρέα και θα ζηλέψει, θα σηκωθεί από το καροτσάκι.
  Κάποια στιγμή θα χωρίσουν. Βέβαια στο τέλος θα τους δούμε να ετοιμάζονται για κανονικό γάμο, κάτι αναμενόμενο σε μια κωμωδία.
  Η ταινία ξεκινάει με ένα από τα πιο κωμικά επεισόδια που έχω δει σε κωμωδία. Είναι μια τελετή γάμου. Τελετάρχης ο Ge You με τη φίλη του.
  Τελετή γάμου;
  Μετά διαπιστώνουμε ότι δεν είναι τελετή γάμου αλλά τελετή διαζυγίου, με όλη τη μεγαλοπρέπεια που έχει μια τελετή γάμου, καλεσμένους, δεξίωση, κ.λπ.
  Στη ανάρτησή μου για το πρώτο «If you are the one» γράφω το παρακάτω απόσπασμα.
  «Οι κωμωδίες του Feng Xiaogang δεν είναι καθαρές κωμωδίες. Χωρίς να είναι tragicomedie υπάρχει σ’ αυτές και το δραματικό στοιχείο. Συχνά βλέπουμε δάκρυα. Εδώ έχουμε την απόπειρα αυτοκτονίας της κοπέλας. Θα σωθεί. Και βλέπουμε επίσης για τρίτη φορά μια αγαπημένη σκηνή του Feng Xiaogang: ένα δάκρυ κυλάει από το μάγουλο της κοπέλας, στο κρεβάτι του νοσοκομείου, καθώς ακούει τα τρυφερά λόγια του Ge You».
  Παρέθεσα το απόσπασμα αυτό γιατί το δραματικό στοιχείο είναι μεγαλύτερο, και σε ένταση και σε διάρκεια, σ’ αυτό το δεύτερο «If you are the one». Ο φίλος του που παρακολουθήσαμε την τελετή του χωρισμού του στην αρχή της ταινίας πεθαίνει από καρκίνο. Και έχουμε εδώ την αντιστροφή της αρχής, μια επικήδεια τελετή που όμως είναι ψεύτικη. Ο «νεκρός» είναι εκεί και ακούει τα αποχαιρετιστήρια λόγια των φίλων του.
  Είναι αλήθεια τόσο περίεργος να ακούσει τι θα πούνε στην κηδεία του;
  Όχι, δεν είναι περίεργος, απλά δεν θα γίνει κηδεία. Έχει αποφασίσει να φύγει μόνος του πριν το τέλος, πέφτοντας στη θάλασσα. Το πτώμα του δεν θα βρεθεί.
  Δραματικό το επεισόδιο, που ευτυχώς δεν είναι το τελευταίο της ταινίας. Το τελευταίο είναι η πρόταση γάμου που κάνει ο Ge You στην Xiaoxiao.

Feng Xiaogang, Back to 1942 (一九四  2012)

    Εν όψει της προβολής της ταινίας του Feng Xiaogang «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017, γράφουμε για όλες του τις ταινίες. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την ταινία «If you are the one 2».
  Στην ταινία «Συγκέντρωση» διαβάσαμε στα γράμματα τέλους ότι ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας βρέθηκε εγκαταλειμμένος, τριών μηνών, από έναν ξυλουργό κατά τη διάρκεια του λιμού του 1942, και τον ανέθρεψε.   
  Δεν ήξερα τίποτα για τον λιμό αυτό, και φυσικά ούτε για το μέγεθός του. Η ταινία «1942» (ο πρωτότυπος τίτλος) έχει σαν θέμα αυτόν τον λιμό.
  Ήταν μια ταινία που με συγκλόνισε. Οι σκηνές που βλέπουμε είναι ανατριχιαστικές. Ο θάνατος από την πείνα είναι το λιγότερο. Τον κανιβαλισμό δεν τον έδειξε, απλώς έγινε αναφορά σ’ αυτόν. Το πούλημα των γυναικών για ένα κομμάτι ψωμί, αλλά και για να σωθούν και οι ίδιες από την πείνα, δείχνεται αρκετά παραστατικά στην ταινία. Ο λιμός από τη μια, οι διεφθαρμένοι αξιωματούχοι του Τσανγκ Κάι Σεκ από την άλλη, ήταν η αιτία που 10 εκατομμύρια πρόσφυγες έφυγαν από την επαρχία Henan και 3 εκατομμύρια πέθαναν από την πείνα.
  Δεν παρουσιάζεται ντοκιμαντερίστικα, αλλά μέσα από την ιστορία ενός γαιοκτήμονα. Αρχικά βρίσκεται αντιμέτωπος με τους πεινασμένους χωρικούς, που θα αναγκαστεί να τους ταΐσει, ειδοποιώντας όμως κρυφά τον στρατό για να έλθει να τους διώξει. Όταν το αντιλαμβάνονται οι χωρικοί τα κάνουν γης μαδιάμ στο αρχοντικό του, και στη συμπλοκή σκοτώνεται ο γιος του. Κατεστραμμένος, θα πάρει κι αυτός το δρόμο της προσφυγιάς. Κουβαλάει μαζί του αρκετά αποθέματα τροφίμων. Σε λίγο όμως όχι μόνο θα τα χάσει, αλλά θα χάσει και όλους τους δικούς του. Στο τέλος τον βλέπουμε μόνο, να συναντάει ένα κοριτσάκι που κλαίει δίπλα στη νεκρή μητέρα του. Έχουν πεθάνει όλοι στην οικογένειά της, του λέει. –Να με λες παππού, της λέει. –Παππού, τον φωνάζει η μικρή. Και η ταινία τελειώνει καθώς απομακρύνονται και οι δυο στο βάθος του δρόμου.
  Από τα γράμματα τέλους υποθέτω ότι δεν είναι μόνο πραγματικό το φόντο αλλά και η κεντρική γραμμή της ιστορίας. Την αφηγείται ο γιος αυτής της μικρής, χρόνια αργότερα.
  Στα γράμματα τέλους διαβάζουμε ότι ο Theodore White (Τον υποδύεται ο Adrien Brody, «Ο πιανίστας»), ο δημοσιογράφος του Time που δημοσιοποίησε με φωτογραφίες το μέγεθος του λιμού στο Henan έχασε τη δουλειά του κατά τις εκκαθαρίσεις του Μακάρθι. Τιμήθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ το 1964. Πέθανε το 1986.
  Στο τμήμα reception του λήμματος της βικιπαίδειας διαβάζω αποσπάσματα από τέσσερις αγγλόφωνους συντάκτες, που όλοι τους στέκονται αρνητικά απέναντι στην ταινία. Ο Daniel Eagan του Film Journal γράφει χαρακτηριστικά: the storytelling in Back to 1942 is so careful that it fails to build much interest or emotion.
  Πάλι θα αναφερθώ στην πρόσληψη. Ένας δυτικός ούτε θα δείξει μεγάλο ενδιαφέρον ούτε θα συγκινηθεί ιδιαίτερα με αυτή την ταινία. Όχι εξαιτίας της ίδιας της ταινίας, αλλά εξαιτίας των γεγονότων που αφηγείται. Αν αυτά συνέβαιναν κάπου στη Δύση θα έδειχνε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον και θα τον συγκινούσαν περισσότερο.
  Εμένα η ταινία με συγκλόνισε, περισσότερο από όλες τις ταινίες του Feng Xiaogang.

Feng Xiaogang, Personal tailor (私人 2013)

  Εν όψει της προβολής της ταινίας του Feng Xiaogang «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» από την Πέμπτη 14-12-2017, γράφουμε για όλες του τις ταινίες. Η προηγούμενη ανάρτησή μας ήταν για την «Back to 1942». Η επόμενη, αύριο, θα είναι για τη «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί».
  Η ταινία έχει το ίδιο θέμα με το «The dream factory», όμως κινείται πολύ περισσότερο προς το σατιρικό παρά στο απλά χιουμοριστικό.
  Και εδώ έχουμε τέσσαρα πρόσωπα, που είναι όμως δυο άντρες και δυο γυναίκες, οι οποίοι αναλαμβάνουν να υλοποιήσουν τα όνειρα των πελατών τους.
  Η ταινία ξεκινάει με ασπρόμαυρο, υποδηλώνοντας τον χρόνο του επεισοδίου της υλοποίησης της φαντασίωσης: μια κρατούμενη των γερμανών στη διάρκεια του πολέμου, με τη βοήθεια ενός γερμανού αξιωματικού δραπετεύει. Στη συνέχεια περνάμε στο έγχρωμο. Ο ταξιτζής, αγανακτισμένος από τη διαφθορά των υψηλά ισταμένων, θέλει να φαντασιωθεί ότι είναι ένα τέτοιο άτομο, «με δύναμη και επιρροή». Στη διάρκεια της υλοποίησής της θα δείξει σθεναρή αντίσταση στη δωροδοκία που θα επιχειρήσουν διάφοροι. Είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια επεισόδιο, σχεδόν η μισή ταινία, με αρκετές χιουμοριστικές και σατιρικές σκηνές. Η τελευταία ήταν εκείνη που αντιστέκεται στο φλερτ της γραμματέως του. Κάνει δηλαδή τα αντίθετα από αυτά που κάνει συνήθως ένα άτομο που έχει «δύναμη και επιρροή». Αναγνωρίζει όμως πόσο δύσκολο είναι να αντισταθείς στους πειρασμούς όταν βρίσκεσαι σε τέτοια θέση. 
  Αρχή άνδρα δείκνυσι έλεγαν η πρόγονοί μας. Όταν βρεθείς σε θέση εξουσίας θα φανεί ποιος πραγματικά είσαι.
  Επίσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η διαφθορά είναι μεγάλο πρόβλημα, αλλά η ανικανότητα ακόμη μεγαλύτερο.
  Το επόμενο επεισόδιο είχε πολύ πλάκα. Αναφέρεται στον κινηματογράφο. Το άτομο που θέλει να υλοποιήσουν τη φαντασίωσή του είναι σκηνοθέτης. Έχει κερδίσει ένα αγαλματάκι, σαν όσκαρ, για την «Πιο χυδαία ασιατική υπερπαραγωγή». –Και αυτό εδώ (τους δείχνει ένα όσκαρ), το κέρδισα για την «πιο χυδαία ξένη ταινία». Αργότερα βλέπουμε και μια σκηνή απονομής όσκαρ για την πιο χυδαία ταινία, με τον  Τσάκι Τσαν σε ρόλο cameo να το απονέμει.
  Μια συζήτηση που ακολουθεί είχε ενδιαφέρον.
  –ο κινηματογράφος δεν είναι υψηλή τέχνη, είναι φτηνή διασκέδαση, ειπώθηκε ανάμεσα στα άλλα.
  Αντέγραψα κάποιες ατάκες ακόμη.
  (Για μια ταινία): Μηδενικές εισπράξεις και ακαταλαβίστικη όσο δεν παίρνει.
  (Για αστυνομικούς): Πυροβολείς πρώτα και μετά κάνεις έρευνα.
  (Για το «Σοκ υψηλής κουλτούρας»): Ένα από τα συμπτώματά της είναι η αδυναμία να χωνέψεις τους κλασικούς, Ανατολής και Δύσης.
  -Είναι ζήτημα ζωής και εισπράξεων. Πρέπει να τον σώσεις. Πρέπει να αποφύγει την πολιτισμική υπερδιέγερση.
   -Είχες μια υπερβολική δόση υψηλής κουλτούρας. Μόνο το καραοκέ μπορεί να σε σώσει τώρα.
   -Χρειάζεται μετάγγιση αληθινού και ευγενικού αίματος.
   -Έχει μείνει καθόλου τέτοιο στην Κίνα;
  Τελικά βρίσκουν ένα αθώο νεαρό, που τον υποδύεται εκείνος που έπαιζε  τον ίδιο ρόλο στο «Ένας κόσμος χωρίς κλέφτες», για να του πάρουν αίμα. Και ενώ κάνουν μετάγγιση ο Ge You, σχεδόν μόνιμος πρωταγωνιστής του Φενγκ Σιαογκάνγκ, λέει στη συνεργάτιδά του, ψιθυριστά: -Αν κάνεις παιδιά μην τα αφήσεις να γίνουν καλλιτέχνες.
  Θα αναφέρω το τελευταίο επεισόδιο της ταινίας, χωρίς αυτό να θεωρηθεί spoiler. Τα χιουμοριστικά επεισόδια σε μια κωμωδία είναι συχνά ανεξάρτητα.
  Είναι η Ημέρα της Συγνώμης. Ο ένας συνεργάτης ζητάει συγνώμη από τη γη για το βιασμό που της έχει γίνει. Η μια συνεργάτιδα ζητάει συγνώμη από τον ήλιο, που με την καπνομίχλη φαίνεται αρκετά θολός. Η άλλη συνεργάτιδα αναφέρεται στην καταστροφή των δασών. Και ο Ge You ζητάει από το νερό ενός ποταμού συγνώμη που το μόλυναν τόσο πολύ. Εκείνη τη στιγμή τον πλησιάζει ένας δημοσιογράφος από ένα κανάλι για να του κάνει κάποιες ερωτήσεις. –Αν είχατε ένα εκατομμύριο θα θέλατε να το χαρίσετε σε άτομα που έχουν ανάγκη; -Όλο; -Ναι, όλο. Μετά από κάποια σκέψη: -Ναι, θα το χάριζα. –Και αν είχατε δέκα εκατομμύρια; -Μα φυσικά. –Αν είχατε εκατό εκατομμύρια; -Σίγουρα θα τα χάριζα. –Ας υποθέσουμε ότι είχατε ένα αυτοκίνητο, θα το δωρίζατε; -Όχι. –Καλά, εδώ μας είπατε ότι θα χαρίζατε ακόμη και εκατό εκατομμύρια, γιατί δεν θα χαρίζατε ένα αυτοκίνητο; -Γιατί έχω αυτοκίνητο.

Feng Xiaogang, I am not madam Bovary (我不是潘金2016)

  Από σήμερα στους κινηματογράφους.
  Το μυθιστόρημα πάνω στο οποίο βασίζεται η κωμωδία του Φενγκ Σιαογκάνγκ έχει τίτλο «Δεν σκότωσα τον σύζυγό μου». Είναι του Λιου Τζενγιούν, ο οποίος συνυπογράφει το σενάριο μαζί με τον σκηνοθέτη.
  Θα ξεκινήσω με ένα σχόλιο που βαρέθηκα να κάνω στις αναρτήσεις για τη «Lady Macbeth» και τη «Sibirska ledi Magbet».
  Η Λαίδη Μάκβεθ είναι μια σατανική γυναίκα στο έργο του Σαίξπηρ. Τι σχέση μπορεί να έχει με την κακόμοιρη την Κατερίνα Ιβάνοβνα, τουλάχιστον όπως την παρουσιάζει στο μυθιστόρημά του ο Νικολάι Λέσκοφ και στην όπερά του, εμπνευσμένη από αυτό, ο Ντιμίτρι Σοστάκοβιτς; Αλλά και ο William Oldroyd στη «Λαίδη Μάκβεθ» του; Αυτό που δεν έγραψα είναι μια σκέψη που έκανα, μήπως ο Λέσκοφ χρησιμοποίησε για το μυθιστόρημά του μια πραγματική ιστορία, για μια γυναίκα που σκότωσε με τη βοήθεια του εραστή της τον άντρα της στην επαρχία του Μτσενσκ, και που οι κάτοικοι της περιοχής την χαρακτήρισαν, για το αποτρόπαιο έγκλημά της, λαίδη Μάκβεθ. Όμως η πράξη της δεν έχει καμιά σχέση με την πράξη της σεξπηρικής λαίδης Μάκβεθ, που δεν σκότωσε τον άντρα της αλλά τον παρότρυνε να σκοτώσει το βασιλιά. Αν υπάρχει κάτι κοινό είναι το αποτρόπαιο του εγκλήματος. Στην πραγματικότητα, η Κατερίνα Ιβάνοβνα μοιάζει περισσότερο με την «Τερέζα Ρακέν», την ηρωίδα στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ζολά, που με τον εραστή της σκοτώνει τον άντρα της. Όμως η Τερέζα Ρακέν όχι μόνο δεν είναι τόσο διάσημη όσο η Λαίδη Μάκβεθ, αλλά και γράφτηκε μετά την ιστορία της Κατερίνας Ιβάνοβνα, αν υποθέσουμε ότι είναι αληθινή ιστορία. Γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε σίγουροι, αφού το έργο του Λέσκοφ γράφηκε μόλις δυο χρόνια μετά την «Τερέζα Ρακέν», την οποία ο Λέσκοφ μάλλον θα αγνοούσε.
  Γιατί αυτή η εισαγωγή;
  Αφενός για την αλλαγή του ονόματος Pan Jinlian σε μαντάμ Μποβαρί. Αφετέρου, έχει καμιά σχέση η μαντάμ Μποβαρί με την Pan Jinlian;
  Ακόμη, η Li Xuelian (Λι Σουελιάν), η ηρωίδα της ταινίας, έχει καμιά σχέση με την Pan Jinlian;
  Κατά την περίοδο της δυναστείας Song (1127-1279) υπήρχε μια πανέμορφη γυναίκα, η Pan Jinlian. Η γυναίκα αυτή, σαν την Τερέζα Ρακέν και όχι σαν την μαντάμ Μποβαρί, με τη βοήθεια του εραστή της σκότωσε τον άνδρα της. Όμως το ανακάλυψε ο αδελφός του άνδρα της και τους σκότωσε και τους δυο. Από τότε, κάθε γυναίκα κακής διαγωγής την αποκαλούσαν Pan Jinlian.
  Καμιά σχέση δεν έχει η Λι Σουελιάν με τη Παν Τζινλιάν. Ακόμη, η Παν Τζινλιάν δεν έχει καμιά σχέση με τη μαντάμ Μποβαρί, που ναι μεν κεράτωσε τον άντρα της, όμως δεν τον σκότωσε, απεναντίας αυτοκτόνησε η ίδια, απελπισμένη και προφανώς μετανοιωμένη.
  Δεν είναι ο μόνος λόγος που κάνω το σχόλιο. Μπορεί να θέλω να βλογήσω τα γένια μου μια και προέρχομαι από το χώρο της λογοτεχνίας, όμως είναι μια πραγματικότητα, η λογοτεχνία είναι ανώτερη από τον κινηματογράφο. Ας μη συζητήσουμε τώρα τις κινηματογραφικές μεταφορές μυθιστορημάτων, ούτε και το γεγονός ότι δεν συμβαίνει το αντίστροφο, δηλαδή μια ταινία να γίνει εκ των υστέρων μυθιστόρημα [Τελικά συνέβη με κάτι κινέζικες, διάβασα λίγο αργότερα]. Θα πω μόνο ότι οι μυθιστοριογράφοι δεν κοιτάζουν ντε και καλά να βρουν τον πιασάρικο τίτλο, αυτόν που θα εντυπωσιάσει, και μάλιστα ψευδώς, αλλά έναν τίτλο που να μην αφίσταται από την πλοκή του έργου τους. Ο τίτλος του μυθιστορήματος είναι «Δεν σκότωσα τον άντρα μου». Και αυτός τραβηχτικός, αλλά τουλάχιστον αληθινός, αν και στην πλοκή δεν βλέπουμε καθόλου την Λι Σουελιάν να κατηγορείται για τον θάνατο του άντρα της. Ναι, εν μέρει είναι «κινηματογραφικός» ο τίτλος του μυθιστορήματος, αλλά πόρρω απέχει από τους δυο τίτλους της κινηματογραφικής μεταφοράς.
  Πριν μιλήσουμε για την πλοκή της ταινίας να πούμε δυο λόγια για το κοινωνικό φόντο. Στη σοσιαλιστική Κίνα το κράτος απαγορεύει πάνω από ένα σπίτι, τόσο στα ζευγάρια όσο και σ’ αυτούς που ζούνε μόνοι. Ακόμη, υπάρχει η πολιτική του ενός παιδιού. Αντιμετωπίζουν penalty αυτοί που θα τολμήσουν να κάνουν δυο παιδιά.
  Η Λι Σουελιάν χωρίζει στα ψεύτικα με τον άντρα της ώστε σαν διαζευγμένη να μπορεί να αγοράσει δικό της σπίτι, και μετά να ξαναπαντρευτούν. (Παρεμπιπτόντως, συμπληρώνω τώρα στη συνολική ανάρτηση, και στην ταινία του Zhang Yang «Ηλιοτρόπιο» (2005) βλέπουμε το θέμα του εικονικού διαζυγίου για απόκτηση σπιτιού). Ο άντρας της όμως, μετά το διαζύγιο, τα έφτιαξε με άλλη γυναίκα. Και η Λι Σουελιάν αρχίζει αγωγές, υποστηρίζοντας ότι το διαζύγιο ήταν ψεύτικο. Στο δικαστήριο δεν εμφανίζεται ο ίδιος αλλά ο δικηγόρος του. Τις κατηγορίες του ότι πήγαινε με άλλους άνδρες, που θα δικαιολογούσαν και τον τίτλο της ταινίας, ούτε καν κάνει τον κόπο να τις αντικρούσει, τόσο ασύστατες τις θεωρεί. Προσπαθεί να δικαιωθεί δικαστικά με το να αναγνωριστεί ότι το διαζύγιο ήταν ψεύτικο, και πάνω σ’ αυτό επιμένει σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας.
  Δέκα χρόνια παλεύει από το ένα δικαστήριο μετά το άλλο, μέχρι και στο Πεκίνο φτάνει. Εκεί οι αξιωματούχοι διαπιστώνουν τις κακοδικίες στα τοπικά δικαστήρια και απολύουν τους υπεύθυνους, χωρίς όμως να προχωρήσουν στη δικαίωσή της. Όλη αυτή η ιστορία είναι εντελώς σουρεάλ, αλλά υπηρετεί το στόχο του σκηνοθέτη, που είναι η σάτιρα, κυρίως της δικαιοσύνης. Ακούμε την παρακάτω «αυτοκριτική» ατάκα ενός δικαστικού, απευθυνόμενη σε ένα συνάδελφό του. «Θέλαμε όντως να βοηθήσουμε την Li Xuelian ή απλά να προστατεύσουμε τις θέσεις μας; Κατά τη γνώμη μου μάλλον το δεύτερο».
  Μπορεί η κριτική του Feng Xiaogang να αφορά, με βάση την πλοκή, κυρίως τη δικαιοσύνη και όλους όσους εμπλέκονται σ’ αυτήν, αλλά πηγαίνει και παραπέρα. Ακούσαμε ότι ένα μεγάλο πρόβλημα στην Κίνα είναι η διαφθορά και η ανηθικότητα. Και στην Κίνα και παντού, θα έλεγα εγώ.
  Γιατί αυτή η επιμονή, γιατί αυτές οι παρατραβηγμένες ενέργειες; Ο θεατής δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί. Στο τέλος όμως θα υπάρξει μια αποκάλυψη που θα την δικαιολογήσει.
  Και μια σύμπτωση: κάτι ανάλογο συνέβη και σε μια φίλη μου, που μου το εξομολογήθηκε λίγο μετά που έγραψα αυτές τις γραμμές.
  Για τον Feng Xiaogang διαβάζω: «Zhang Yimou, Chen Kaige, and Feng Xiaogang – the “big three” of contemporary Chinese film directors» (A companion to Chinese cinema, Wiley-Blackwell, 2012,σελ. 479).
  Σωστή η σειρά. Κι εγώ πρώτα γνώρισα τον Τζανγκ Γιμόου, μετά τον Τσεν Κάιγκε και τρίτο τον Φενγκ Σιαογκάνγκ.
  Είχα δει παλιά τρεις ταινίες του Feng Xiaogang, και με την ευκαιρία της προβολής στις ελληνικές αίθουσες της ταινίας «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» είπα να δω και τις υπόλοιπες. Σε κάθε νέα ανάρτηση παρέθετα και τον σύνδεσμο με την ανάρτηση της προηγούμενης. Η τελευταία ήταν «My personal tailor». Αν κάποιος θέλει να διαβάσει τι έχω γράψει και για άλλες ταινίες του Feng Xiaogang μπορεί να τις βρει σε μια ιστοσελίδα μου ευρετήριο.
   Σε αρκετές ταινίες του ο Feng Xiaogang (συν)υπογράφει το σενάριο. (Συν)υπογράφει επίσης και το σενάριο δυο άλλων ταινιών που γυρίστηκαν πριν από τις δικές του. Αυτές είναι: Xia Gang, «After separation» (大撒 1992) και Yan Xiaozhui (彦小追), «A born coward» (天生胆 1994). Ίσως τις δω κάποια στιγμή.  
  Και ένα απόσπασμα για τον Feng Xiaogang:
  «An important component of the official mainstream was the emergence of commercial films for and about the urban masses in a market economy. Perhaps the most successful director of this kind of film was Feng Xiaogang, who made a series of urban mass comedies and melodramas. In his films, ordinary characters with extraordinary desires create a world of fantasies and dreams that extend beyond national boundaries. Be There or Be Square (Bujian busan, 1998), for instance, engages the audience in a
transnational fantasy. The story of two Beijingers in Los Angeles and their pursuit of the American dream subverts the representational convention that sees the Orient as a projection of the Western gaze. China/Chinese becomes the desiring subject, America/American the object to be desired and consumed. Such a turnabout poses its own problems, however, as America is stereotyped and fragmented to satisfy the Chinese imagination».
Shuqin Cui, Women through the lens, University of University of Hawai‘i Press, 2003, σελ. 246

Feng Xiaogang, Youth (, Fang hua, 2017)

  Τα «Νιάτα», η τελευταία ταινία του Φενγκ Σιάογκανγκ, έχει σαν θέμα την δυστυχία και την ερωτική ματαίωση. Μέσα από τις ιστορίες όμως των ηρώων του παρακολουθούμε και την ιστορία της Κίνας. Για πρώτη φορά η πλοκή ενός έργου του καλύπτει σχεδόν μια πεντηκονταετία.
  Κεντρική ηρωίδα είναι η Xiaoping He. Τη βλέπουμε στα ύστερα χρόνια της πολιτιστικής επανάστασης. Συμμετέχει σε ένα στρατιωτικό καλλιτεχνικό θίασο. Ο πατέρας της εξορίστηκε κάπου στην επαρχία για «αναμόρφωση», σαν αντιδραστικός. Η μάνα της ξαναπαντρεύτηκε. Ήταν τότε μόλις έξι χρονών. Του γράφει, αυτός δεν της απαντά. Δεν θέλει να τη βάλει σε μπελάδες. Μόνο όταν είναι ετοιμοθάνατος της γράφει ένα γράμμα, ιδιαίτερα συγκινητικό.
  Οι συναδέλφισσές της δεν την καλοδέχονται. Η ίδια αγαπάει τον Feng Liu, το δεύτερο κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας. Αυτός όμως αγαπάει μια άλλη κοπέλα, η οποία τον απορρίπτει.
  Πεθαίνει ο Μάο, το 1976. Οι συναδέλφισσές της φροντίζουν να την εξαποστείλουν στο μέτωπο με τους Βιετναμέζους, σαν νοσοκόμα. Τον θυμάμαι αυτό τον πόλεμο, έγινε το 1979. Μου είχε προκαλέσει έκπληξη πώς δυο κομμουνιστικές χώρες πολεμούν μεταξύ τους.
  Στο μέτωπο στέλνεται και ο Feng Liu. Σε μια ενέδρα που τους έστησαν οι βιετναμέζοι και τους αποδεκάτισαν έχασε το χέρι του. Η Xiaoping He βρίσκεται μπροστά σε απίστευτες σκηνές φρίκης με τους τραυματισμένους στρατιώτες. Κουβαλώντας τόσα ψυχικά τραύματα θα καταρρεύσει. Θα νοσηλευθεί σε ψυχιατρική κλινική.
  Οι καιροί έχουν αλλάξει, σημασία δεν έχει αν η γάτα είναι μαύρη ή κόκκινη, σημασία έχει να πιάνει ποντίκια λέγει ο πρόεδρος Deng Xiaoping, που είχε εκκαθαριστεί στη διάρκεια της πολιτιστικής επανάστασης. Ο γιος του έμεινε παραπληγικός από τα χτυπήματα που δέχτηκε από τους ερυθροφρουρούς γιατί αρνήθηκε να απαρνηθεί τον πατέρα του.
  Και η Κίνα οδεύει προς τον καπιταλισμό υπό την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος, με πολύ γρήγορους ρυθμούς ανάπτυξης.
  Ο θίασος θα διαλυθεί, στις καινούριες συνθήκες δεν έχει πια λόγο ύπαρξης. Ο Feng Liu θα γίνει οδηγός. Όμως ο καπιταλισμός πηγαίνει χέρι χέρι με τη διαφθορά. Και θα πέσει θύμα του. Για κάποιο παράπτωμα του ζητάνε ένα υπέρογκο ποσό για να του επιστρέψουν το φορτηγό του, που βέβαια δεν θα πάει στο κρατικό ταμείο.
  Τα μέλη του θιάσου θα συναντηθούν. Εκεί θα βρεθούν ξανά ο Feng Liu και η Xiaoping. Όμως να μην πω παρακάτω, με την ελπίδα ότι η ταινία θα παιχτεί στην Ελλάδα. Θα πω μόνο ότι το happy end ήταν γλυκόπικρο.
  Mainstream σκηνοθέτης ο Feng Xiaogang, όμως από τους καλύτερους, όπως εξάλλου και ο Steven Spielberg που πρόσφατα είδαμε τα «Απαγορευμένα μυστικά» του. Το έγραψα στην ανάρτηση για την ταινία του «Δεν είμαι η μαντάμ Μποβαρί» που παίχτηκε πριν λίγες βδομάδες στην Ελλάδα: μαζί με τον Τζανγκ Γιμόου και τον Τσεν Κάιγκε θεωρούνται οι κορυφαίοι της Κίνας. Και, θυμάμαι τώρα το «Να ζεις» του Zhang Yimou, που αναφέρεται επίσης στην πρόσφατη ιστορία της Κίνας και ιδιαίτερα τα προβλήματα που δημιούργησε η πολιτιστική επανάσταση. Οι ερυθροφρουροί μάς είπε η Helen, η κινέζα δασκάλα μου (δεν θυμάμαι το κινέζικο όνομά της), που ανάμεσά τους ήταν και ο πατέρας της, θεωρούνται σήμερα η χαμένη γενιά, η γενιά που έμεινε αγράμματη, γιατί με μεγάλο ενθουσιασμό πέταξαν τα βιβλία τους και ξεχύθηκαν να «εκκαθαρίσουν» τους αντιδραστικούς αστούς. Ανάμεσα σ’ αυτούς ήταν βέβαια και κάποιοι δάσκαλοί τους· φαντάζομαι οι αυστηροί, που έβαζαν κακούς βαθμούς.  

  Θυμόμουνα για μια άλλη ταινία που αναφερόταν στην πολιτιστική επανάσταση, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ ποια. Ψάχνοντας τη βρήκα. Είναι το «Coming home» (2015), επίσης του Zhang Yimou. Εκεί δείχνεται μια πιο δραματική πλευρά της πολιτιστικής επανάστασης, ολότελα φρικιαστική. 
Post a Comment