Friday, December 22, 2017

Larisa Shepitko, Heat (Зной, Θερμότητα, 1963)

Larisa Shepitko, Heat (Зной, Θερμότητα, 1963)


  Η «Θερμότητα» είναι η πρώτη ταινία της Λαρίσα Εφήμοβνα Σεπίτκο. Είναι η διπλωματική εργασία της, την οποία έκανε σε ηλικία 22 χρόνων. Βασίζεται πάνω στο διήγημα του Τσινγκίζ Αϊτμάτοφ «Το μάτι της καμήλας».
  Κεντρικός ήρωας της ιστορίας την οποία αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο είναι ο Κεμέλ, ένας δεκαεπτάχρονος νεαρός που στάλθηκε, όπως στάλθηκαν αρκετοί νέοι για να βοηθήσουν στην ανάπτυξη παρθένων εδαφών, στην περιοχή του Αναρχάι, περιοχή του Κιργιστάν από όπου κατάγεται ο Αϊτμάτοφ. Η περιοχή αυτή μαστίζεται από την ανομβρία και τη ζέστη. Η Σεπίτκο υπέφερε στα γυρίσματα. Μάλιστα αρρώστησε και σε ένα μέρος των γυρισμάτων την επίβλεψη την είχε ο μελλοντικός σύζυγός της Έλεμ Κλίμοφ.
  Έχοντας δει την δεύτερη ταινία της Σεπίτκο «Τα φτερά», διαπιστώνω ότι το ιδιαίτερο ταλέντο της είναι η εξαιρετική ψυχογράφηση των ηρώων της. Εδώ η ψυχογράφηση αφορά δύο πρόσωπα, τον Κεμέλ και τον Αμπακίρ, έναν οδηγό τρακτέρ στη μονάδα που στάλθηκε ο Κεμέλ.
  Ο Αμπακίρ είναι ένας δύστροπος, κακότροπος χαρακτήρας. Όχι μόνο βγάζει το λάδι του Κεμέλ απαιτώντας απόλυτη πειθαρχία, αλλά και φέρεται με απαίσιο τρόπο στην φιλενάδα του η οποία είναι πολύ ερωτευμένη μαζί του. –Δεν θα σε παντρευτεί, την προειδοποιούν, θυμήσου ότι έχει παρατήσει την οικογένειά του.
  Παρατηρούμε διάφορα επεισόδια σύγκρουσης με τον Κεμέλ. Αυτός, αγανακτισμένος, κάποια στιγμή εγκαταλείπει τη μονάδα, όμως πριν βραδιάσει επιστρέφει. Πιθανότατα μια νεαρή κοπέλα την οποία συνάντησε σε μια πηγή είναι η αιτία.
  Στη μονάδα έκαναν δώρο ένα ραδιόφωνο. Όμως χωρίς ρεύμα πώς να δουλέψει; -Μα με μπαταρία, λέγει ο Κεμέλ. Ο Αμπακίρ θα σηκώσει αδιάφορα τους ώμους.
  Όταν ο Κεμέλ τελικά βρίσκει μπαταρία και το κάνει να δουλέψει, προς μεγάλη χαρά των υπόλοιπων της ομάδας, ο Αμπακίρ δεν το αντέχει. Τους λέει να το κλείσουν γιατί τον ενοχλεί, αυτοί αρνούνται, σηκώνεται και το κλείνει ο ίδιος, το ξανανοίγουν. Αυτός το αρπάζει και το συντρίβει στο πάτωμα.
  Καταλαβαίνει ότι το παράκανε. Τα μαζεύει για να φύγει. Απομακρύνεται. Ο Κεμέλ κάνει να πάει να τον συγκρατήσει. Κάποιος τον σταματάει. Ναι, δεν ήταν συμπαθής στην ομάδα ο Αμπακίρ.
  Δεν με συγκίνησε ιδιαίτερα η ιστορία, όμως η ποιητική λήψη της κάμερας της Σεπίτκο ήταν εξαιρετική. Την ταινία την είδα σαν ένα ποίημα και μου άρεσε εξαιρετικά, παρόλο που η ίδια η Σεπίτκο πήγε να της βρει ψεγάδια σαν πρώτη ταινία της.
  Την ταινία μπορείτε να τη δείτε στο youtube με αγγλικούς υπότιτλους.
  Καθώς έχω τη μανία να κάνω συγκρίσεις ήθελα να διαβάσω και το διήγημα. Το βρήκα, αλλά μόνο στα ρώσικα. Οι ρωσομαθείς μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.
  Και για άλλη μια φορά διαπιστώνω ότι μια κινηματογραφική μεταφορά μπορεί να αφίσταται αρκετά από το πεζογράφημα.
  Στο διήγημα δεν υπάρχει το επεισόδιο με το ραδιόφωνο. Επίσης δεν είναι η φιλενάδα του Αμπακίρ που βάζει τον Κεμέλ να οδηγήσει το τρακτέρ, αλλά ο ίδιος ο Κεμέλ. Για πιο λόγο; Για να μπορεί να πιάσει ανενόχλητος κουβέντα με την κοπέλα, που είχε έλθει να δει τον Κεμέλ.
  Στην ταινία η Σεπίτκο δεν δείχνει τους δυο νεαρούς να μιλούν σε αντίθεση με το διήγημα, όπου μάλιστα βρίσκουν ότι είχαν ένα κοινό δάσκαλο.
  Όταν εμφανίζεται η κοπέλα για δεύτερη φορά ο Αμπακίρ καθίζει πάλι τον Κεμέλ στη θέση του οδηγού του τρακτέρ και ο ίδιος πηγαίνει να τη συναντήσει. Προφανώς τώρα της την πέφτει, γιατί αυτή σηκώνεται γρήγορα και φεύγει.
  Είπαμε ότι το επεισόδιο με το ραδιόφωνο δεν υπάρχει στο διήγημα. Ο Αμπακίρ φεύγει παίρνοντας μαζί του ένα κομμάτι κίτρινο μέταλλο που έμοιαζε για χρυσό, ίσως η χρυσή λαβή ενός σπαθιού, που βρήκε ο Κεμέλ καθώς όργωναν. Από δω πέρασαν τον 12ο αιώνα οι Μογγόλοι οι οποίοι είχαν κατακτήσει την Κίνα και της είχαν λεηλατήσει το χρυσάφι. Θα το πήγαιναν σε κάποιον ειδικό. Όμως φαίνεται ότι ο Κεμέλ ήταν σίγουρος πως επρόκειτο για χρυσό, και καθώς είχε προφανώς προαποφασισμένη τη φυγή του, την επιτάχυνε. Εδώ φεύγει χωρίς ούτε ο Κεμέλ να τον αντιληφθεί καλά καλά, ενώ στην ταινία αναχωρεί μπροστά σε όλους.
  Η κοπέλα του κλαίει απαρηγόρητα. Όσο για τον Κεμέλ ονειρεύεται να ξανασυναντήσει την δικιά του κοπέλα. Το διήγημα τελειώνει ως εξής.
  «Και ξαφνικά ένοιωσα μεγάλη λαχτάρα να εμφανιζόταν τώρα λέει δίπλα μου το γλυκό μου κορίτσι, και να με πίστευε ότι  αυτή η άγρια στέπα θα μεταμορφωνόταν σε μια υπέροχη χώρα, την Αναρχάι».
  Δεν θα βάλω στον προκρούστη του διηγήματος την ταινία. Νομίζω πολύ σωστά η Σεπίτκο παρουσιάζει το αίσθημα των δυο νέων βουβά, με τα βλέμματα, τις εκφράσεις των προσώπων, τις κινήσεις, την εικαστική λήψη του περιβάλλοντος χώρου. Μια συζήτηση των δυο νέων θα έδινε μια πεζότητα στον έρωτα που με τόσο ποιητικό τρόπο παρουσιάζει η Σεπίτκο να αναπτύσσεται ανάμεσά τους.

  

No comments:

Post a Comment