Tuesday, May 1, 2018

Gerhard Wehr, Καρλ Γιουνγκ, η ζωή και το έργο του


Gerhard Wehr, Καρλ Γιουνγκ, η ζωή και το έργο του (μετ. Αργυρώ Πατσού-Ματθαίος Βελούδος), Αρχέτυπο 2003, σελ. 612.


  Ογκώδης η βιογραφία αυτή του Γιουνγκ, την έβλεπα σε ένα ράφι στο σπίτι στο χωριό και αναρωτιόμουνα πότε επί τέλους θα τη διάβαζα. Τελικά το έναυσμα δόθηκε όταν είδα μια βιογραφική ταινία για τον Καρλ Γιουνγκ με τίτλο «Dangerous method».  
  Κάποτε διάβαζα μετά μανίας βιβλία ψυχολογίας. Το κίνητρο ήταν οι δυο μεταφράσεις που έκανα για τις εκδόσεις Θυμάρι, «Η ψυχολογία της συμπεριφοράς» και «Ψυχολογία και ψυχική υγεία». Όμως ο Καρλ Γιουνγκ δεν ήταν από εκείνους που με εντυπωσίασαν, σε αντίθεση με τον Φρόιντ. Και, όπως διαβάζω στη βιογραφία του, δεν είμαι ο μόνος. Την «Ψυχή» που είχα αγοράσει μαθητής δεν μπόρεσα να τη διαβάσω. Διάβασα όμως τη «Συγχρονικότητα» όταν μελετούσα την παραψυχολογία η οποία υπήρξε και το θέμα του πρώτου μου βιβλίου. Βιβλίο σκοτεινό απ’ ό,τι θυμάμαι, δεν πήρα απ’ αυτό και πολλά πράγματα.
  Βλέποντας μια ταινία, διαβάζοντας ένα βιβλίο, μου έρχονται στο μυαλό ιδέες. Έτσι και εδώ, διαβάζοντας τη βιογραφία αυτή του Γιουνγκ μου ήλθαν στο μυαλό κάποιες ιδέες. Θα αναφερθώ σ’ αυτές ξεφυλλίζοντας το βιβλίο για να δω τις υπογραμμίσεις μου, και να επιλέξω και να σχολιάσω ανάλογα. 
  «Ο ίδιος ο Γιουνγκ θεωρούσε ότι η νεύρωση είναι απόρροια της μάχης που δίνει το άτομο για να συμφιλιώσει τις φαινομενικά αντικρουόμενες πτυχές του εαυτού του, κάτι που ο νευρωτικός δεν μπορεί εύκολα να καταφέρει» (σελ. 49).
  Γιατί δηλαδή, ο μη νευρωτικός εύκολα το μπορεί;
  Και για τα αρχέτυπα:
  «…τα αναγνώρισα ως μορφές ενστίκτου, δηλαδή ως αρχέτυπα» (σελ. 153).
  Να κάτι που είναι ολότελα κατανοητό: τα αρχέτυπα είναι μορφές ενστίκτου.
  Και πιο κάτω:
  «Το αρχέτυπο, όπως το εννοεί ο Γιουνγκ, προέρχεται από μύθους, παραμύθια και θρησκευτικές παραδόσεις. Όταν εμφανιστούν όνειρα – ή ακόμη και παραισθήσεις – με αρχέτυπα μοτίβα, το ασαφές και ακαθόριστο περιεχόμενο του αρχέτυπου αρχίζει να γίνεται ευδιάκριτο και αφηγηματικό στην αρχετυπική εικόνα. Ο Γιουνγκ ενέταξε τα αρχέτυπα στην έννοια του “συλλογικού ασυνείδητου”, τη διάσταση εκείνη του ασυνείδητου που προϋπάρχει της ανθρώπινης ψυχής και που δεν μπορεί να αποδοθεί σε ξεχασμένα ή απωθημένα περιεχόμενα» (σελ.266).
  Εκτενώς διάβασα πρόσφατα  για τα αρχέτυπα στο «Myths and motifs in literature».   
  Στο έργο του «Ψυχολογικοί τύποι» μιλάει για τον εσωστρεφή και τον εξωστρεφή τύπο. Διαβάζω στην ίδια σελίδα «…ο διαχωρισμός μεταξύ φυσικών και συναισθηματικών τύπων του Schiller ή απολλώνιων και διονυσιακών που περιέγραψε ο Νίτσε…» (σελ. 196). Ο Hans Eysenck μιλάει για συνδυασμό εσωστρέφειας-εξωστρέφειας και χαμηλής και υψηλής συναισθηματικότητας, δίνοντας τη γραφική παράσταση ενός κύκλου με έναν οριζόντιο και ένα κάθετο άξονα, λέγοντας ότι κάθε άνθρωπος βρίσκεται σε κάποιο σημείο του κύκλου.
 Η εσωστρέφεια και η εξωστρέφεια σε ένα άτομο δεν είναι απόλυτες, όπως και η χαμηλή ή η υψηλή συναισθηματικότητα. Σε κάποιες καταστάσεις τα πράγματα αντιστρέφονται. Ο εσωστρεφής Γιουνγκ, «σπάνια έπινε, αλλά όταν έπινε γινόταν υπερδιαχυτικός» (σελ. 339), κάτι που συμβαίνει σε πολλούς σε κατάσταση μέθης. Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου εσωστρεφή, προσυπογράφοντας τη ρήση του Σενέκα satis sunt mihi pauci, satis est unus, satis est nullus (μου αρκούν λίγοι, μου αρκεί ένας, μου αρκεί κανένας), όμως ορισμένοι με χαρακτηρίζουν εξωστρεφή. Κάποιες φορές πράγματι είμαι.  
  Ο Γιουνγκ διαβάζω εδώ ότι μιλάει για προσωπικότητα αριθμός 1 και προσωπικότητα αριθμός 2 από τις οποίες απαρτίζεται κάθε άνθρωπος. Δεν υπογράμμισα, αλλά νομίζω ότι ο αριθμός 1 εκφράζει τον ορθολογικό μας εαυτό, ενώ για τον αριθμό 2, διαβάζω σε ένα απόσπασμα πολύ πιο κάτω, ότι «Είναι ο αιωνόβιος, ο αρχαίος… Ζει έξω από το χρόνο και είναι ο γιος του μητρικού ασυνείδητου» (σελ. 283).
  Θα παραθέσουμε  τώρα το απόσπασμα που παραθέτει ο Gerhard Wehr από το «Σύμβολα της μεταμόρφωσης».
  «Δεν ήξερα ότι ζούσα κάποιο μύθο, μα ακόμη και αν ήξερα, δεν μπορούσα να ξέρω ποιος μύθος ρύθμιζε, εν αγνοία μου, τη ζωή μου. Όπως ήταν φυσικό, θεώρησα χρέος μου και ύψιστο καθήκον να γνωρίσω το μύθο “μου”, γιατί, όπως είπα στον εαυτό μου, πώς μπορούσα, όταν θεράπευα τους ασθενείς μου, να κάνω σωστή χρήση του προσωπικού παράγοντα, της ενσυναίσθησης που είναι απαραίτητη για να καταλάβεις τον άνθρωπο που έχεις απέναντί σου, αν δεν τον γνώριζα; Έπρεπε απλώς να μάθω ποιος ασυνείδητος ή προσυνειδητός μύθος με διαμόρφωνε, από ποιο ρίζωμα προερχόμουν» (σελ. 214).
   Σχολιάζοντάς το, γράφει ο Wehr:
  «Μολονότι κάνει λόγο για μύθο όταν αναπολεί το κρίσιμο εκείνο στάδιο της ζωής του, στην ουσία πρόκειται για μια μάλλον κοινή ανθρώπινη εμπειρία, που τελείται όταν οι άνθρωποι μάθουν να αναγνωρίζουν ότι κάποια εξωτερικά γεγονότα που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν συμπτωματικά – χαρές, λύπες, ανθρώπινες συναντήσεις και μοιραία συνυφασμένα μοτίβα – έχουν όντως βαρύτερο νόημα» (σελ. 214).
  Το απόσπασμα αυτό περιγράφει ακριβώς το θέμα του βιβλίου μου «Η αναγκαιότητα του μύθου» (Θυμάρι, 1987), με τη διαφορά ότι το «μάθουν να αναγνωρίζουν» εγώ θα το αντικαθιστούσα με το «θέλουν να πιστεύουν». Ο μύθος σαν αντίβαρο στην τυχαιότητα λειτουργεί αντικαταθλιπτικά, παραμυθιακά, ανακουφιστικά. Έχω ξεχάσει έναν προσωπικό μύθο που συνέλαβα όταν μου συνέβη κάτι άσχημο εκείνη την εποχή, τότε που έγραφα το βιβλίο. Κρίμα που δεν τον κατέγραψα τότε.
  «Ενώ ο φροϋδικός αναλυτής κατέγραφε απλώς τους ελεύθερους συνειρμούς και τις αυθόρμητες ιδέες του ψυχαναλυόμενου, σαν φαινομενικά απαθής γραμματέας που έμενε στο παρασκήνιο, η γιουνγκιανή “ανάλυση” μπορούσε να αναπτυχθεί πλέρια μόνο μέσα από το διάλογο» (σελ. 279).
  Υποθέτω ότι τον Γιουνγκ δεν τον ενδιέφεραν οι «αντιστάσεις» του ασθενούς. Εδώ που τα λέμε, καθώς δεν τον έχω διαβάσει, δεν ξέρω αν στην αναλυτική ψυχολογία του υπάρχει η έννοια της αντίστασης.
  Και πάλι θα διορθώσω: «…αφού διώχθηκε από την Αυστρία εξαιτίας των ναζί» (σελ. 409).
Στην πραγματικότητα μεσολάβησαν υψηλά ιστάμενα πρόσωπα για να του επιτρέψουν οι ναζί να φύγει από την Αυστρία.
  Και ένα απόσπασμα από μια επιστολή:
  «…το κύριο ενδιαφέρον του έργου μου δεν αφορά τη θεραπεία των νευρώσεων αλλά την προσέγγιση του θεϊκού. Όμως, είναι γεγονός ότι η προσέγγιση στο θεϊκό είναι η πραγματική θεραπεία και όσο αποκτάς υπερφυσικές εμπειρίες, απελευθερώνεσαι από την κατάρα της παθολογίας» (σελ. 376).
  Το θεϊκό, ένας ακόμη μύθος που δρα όχι μόνο παρηγορητικά, αλλά και θεραπευτικά. Το να ασχολείσαι με το θεϊκό «υποψιάζει» τον άλλο, όπως και το να παίρνεις χάπια.
  «…ακριβώς γιατί εγείρονταν συνεχώς διαμαρτυρίες ότι ο Γιουνγκ ήταν ακατανόητος, επιτηδευμένος, ίσως και καλυμμένος από “μυστικιστή ασάφεια”…» (σελ. 433).
  Τι ίσως, σίγουρα.   
  «Ο Serrano εξομολογήθηκε ότι θεωρούσε το δάσκαλο στο Κίσναχτ ως τον άνθρωπο που επανασύνδεσε τους ανθρώπους του αιώνα μας με το απόκρυφο και πνευματιστικό» (σελ. 557).
  Να ένας λόγος για να μη μου αρέσει ο Γιουνγκ.
  «Δύο κυρίως είναι τα πολικά ζεύγη της γιουνγκιανής ψυχολογίας που εμπλέκονται εδώ: συνειδητό και ασυνείδητο και εξωστρεφείς και εσωστρεφείς τύποι. Ο ένας παράγοντας απαιτεί, ανά καιρούς, συμφιλίωση και εναρμονισμό με τον άλλο, αφού μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτευχθεί η ολότητα» (σελ. 571).
  Το είπαμε και πιο πάνω, αυτό πράγματι γίνεται. 
  «Δεδομένου ότι ο Κ. Γκ. Γιουνγκ ανήκε στον εσωστρεφή συμπεριφορικό τύπο και, συνεπώς, τα πολύπτυχα και ασυνήθιστα εσωτερικά του βιώματα ήταν βαθιά προσωπικά, ίσων να προκαλεί έκπληξη η μεγάλη του ετοιμότητα για διάλογο και ανθρώπινες επαφές» (σελ. 582).
  Σε μένα καθόλου, αφού κι εγώ τέτοιος τύπος είμαι.
  «Μ’ ένα συγκερασμό απαρχαιωμένης δεισιδαιμονίας, ακαθόριστης πρωτόγονης ειδωλολατρίας και αοριστολογιών περί Θεού, καθώς και με τον ισχυρισμό ότι χτίζει μια γέφυρα ανάμεσα σε θρησκεία και ψυχολογία, ο Γιουνγκ παρουσιάζει ακριβώς το σωστό μίγμα, σε μια εποχή που δεν κατέχει παρά ελάχιστη πίστη και αντιληπτικότητα» (σελ. 591).
  Ενδιαφέρουσα περιγραφή. Αλλά αυτό το «ελάχιστη πίστη» μου θυμίζει μια ατάκα με τον Βουτσά, «πέθανε πολύ;». Η πιστεύεις ή δεν πιστεύεις, δεν υπάρχει κάτι ενδιάμεσο, δεν είναι η πίστη και η απιστία ένα συνεχές που βρίσκεσαι είτε προς τη μια είτε προς την άλλη άκρη. Και όταν λέμε πίστη βέβαια εννοούμε πίστη στο θεό.
  «Ο Γιουνγκ παραδεχόταν ότι σε κάποια από τα βιβλία του ο Hesse είχε υιοθετήσει και επεξεργαστεί τις απόψεις του, αρχικά στο Ντέμιαν (1919) στο Σιντάρτα αλλά και στο Ο λύκος της Στέπας» (σελ. 594).
  Έτσι εξηγείται γιατί δεν μου άρεσε ο Herman Hesse, όταν τον διάβασα στα μέσα της δεκαετίας του ’80.
  O Hesse σχολιάζει: «Έτρεφα πάντα σεβασμό για τον Γιουνγκ· τα γραπτά του όμως δεν με εντυπωσίασαν όσο εκείνα του Φρόυντ» (σελ. 594).
  Προσυπογράφω, αλλάζοντας το «όσο» με «αντίθετα με».
  Πρέπει να ξεκαθαρίσω κάτι: μπορεί το πρώτο μου βιβλίο να είναι το «Παραψυχολογία, μύθος ή πραγματικότητα», όμως καθώς σε μένα κυριαρχεί η προσωπικότητα αριθμός 1, πλησίασα την παραψυχολογία εντελώς ορθολογικά, και έδωσα μάλιστα υλιστικές απαντήσεις στα φαινόμενα. Δεν ξαναασχολήθηκα μετά. Δεν νομίζω να προστέθηκε από οποιεσδήποτε έρευνες κάτι που δεν ξέρω, όλες αυτές τις δεκαετίες που μεσολάβησαν. Η επιστήμη, η φυσική κυρίως, πρέπει να προχωρήσει πολύ περισσότερο για να ερμηνευθούν φαινόμενα όπως π.χ. η τηλεπάθεια και η τηλεκίνηση, πράγμα που δεν προβλέπεται να γίνει στο άμεσο μέλλον, εννοώντας το σε δεκαετίες, για να μην πω εκατονταετίες. 
  Θα μπορούσα να γράψω και άλλα πράγματα, αλλά ήδη κοντεύουμε να συμπληρώσουμε και την τρίτη σελίδα, γι’ αυτό σταματώ. Και, καθώς πιστεύω στο «ποτέ μη λες ποτέ», δεν αποκλείεται μελλοντικά να διαβάσω κάποιο έργο του Γιουνγκ.            

  Και όπως πάντα τελειώνουμε με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντοπίζουμε.
Πράγμα που με ανησυχεί και με προβληματίζει (σελ. 35)
Και που δεν πρέπει, συνεπώς, κανείς να παραβλέπει (σελ. 38)
Και μόνο όταν πέρασαν έξι δεκαετίες (σελ. 41)
Έγιναν έτσι θύματα αυτού του δολοφόνου (σελ. 230)
Η γνώση που με ενδιέφερε και που αναζητούσα (σελ. 246)
Μια κρύα, σκιερή αυλή με κιονοστοιχία (σελ. 275)
Το ότι ένας δάσκαλος οφείλει να κατέχει (σελ. 279-280)
Μιας καρποφόρας επαφής Ανατολής και Δύσης (σελ. 327)
Εξέφρασε απροκάλυπτα τη δυσαρέσκειά του (σελ. 330)
Της σοβαρής αρρώστιας του στα χρόνια του πολέμου (σελ. 335)
Μακριά από τη θάλασσα, στον κόλπο της Βεγγάλης (σελ. 354)
Σ’ ένα νησί που θύμιζε τη βόρεια Αγγλία (σελ. 357)
Κατώτερο και σκοτεινό, γεμάτο απωθήσεις (381)
Δεν άλλαξε ουσιαστικά στα χρόνια του πολέμου (σελ. 414)
Είχε έναν έκδηλα φαουστικό αέρα (σελ. 459)
Αυτή είναι η πέτρα μου. Πρέπει να την κρατήσω (σελ. 464)
Δημόσια εμφάνιση μέσα σε δέκα χρόνια (σελ. 542)
Εμπιστοσύνη στη ζωή ενόψει του θανάτου (σελ. 545)
Τις διάσπαρτες αναφορές σε γνωστικά στοιχεία (σελ. 581)                                                                                                                                                                                                                                                                                               

No comments:

Post a Comment