Thursday, January 3, 2019

Δημήτρης Αλεξίου, Εγκόλπιον, ήτοι ανθολόγιον τυχαίων περιστατικών


Δημήτρης Αλεξίου, Εγκόλπιον, ήτοι ανθολόγιον τυχαίων περιστατικών, ΑΛΔΕ 2018, σελ. 188


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Τυχαία περιστατικά που δίνονται με συντομία, κάποιες φορές μονολεκτικά για να πυροδοτήσουν συνειρμούς

  Πιστεύω στο οικολογικό σλόγκαν «Το μικρό είναι όμορφο». Μου αρέσουν οι μαντινάδες, τα χάι κου και τα μικρά ποιήματα. Μου αρέσουν γενικώς τα μικρά κείμενα. Γράφω κι εγώ μικρά κείμενα στο blog μου, και τα ομαδοποιώ σε ένα αρχείο που έχει το όνομα «Διάφορα μικρά».
  Τα κείμενα στο «Εγκόλπιον» του Δημήτρη Αλεξίου είναι μικρά, τόσο μικρά, που συχνά είναι μόνο μια λέξη.
  Τα τυχαία περιστατικά είναι διάφορα που σχολιάζει, διάφορα που θυμάται, διάφορα που απλά τον εντυπωσιάζουν, και διάφορα που λειτουργούν σαν το «αντικειμενικό σύστοιχο» του Έλιοτ, για να του πυροδοτούν τις αναμνήσεις. Σε εμάς βέβαια φαίνονται αινιγματικά, κάποια όμως πυροδοτούν και τους δικούς μας συνειρμούς.
  Καθώς συνηθίζω στις βιβλιοκριτικές μου να παραθέτω αποσπάσματα και να τα σχολιάζω, το βιβλίο αυτό μου είναι ιδιαίτερα αβανταδόρικο. Έχω υπογραμμίσει αρκετά αποσπάσματα κάποια από τα οποία θα παραθέσω, με τα δικά μου σχόλια.

Ξύλινα μανταλάκια (ποτέ πλαστικά) σελ. 14.
Πλαστικά μανταλάκια (ποτέ ξύλινα). Η δική μου εμπειρία από την Κρήτη, όπου έχω και ξύλινα. Τώρα πια τα έχω για ρεζέρβα.

Τω όντι (χωρίς σχόλια) σελ. 20.
Τω όντι, συχνά στις εκθέσεις του συμμαθητή μου του Λιόκα(υ)λου. Εγώ, αθεράπευτα δημοτικιστής, δεν το χρησιμοποίησα ποτέ.

«Λοτί» (Οι λωτοί) σελ. 21.
Λοτί (Πιέρ).

Με το Νι και με το Σίγμα (σελ. 24).
Με το Σι και με το Νίγμα (Ποκοπίκο, σε κάποιο τεύχος του Γκαούρ Ταρζάν.

Θανάσης (όνομα δεκαεφτά εκδοτών) σελ. 27.
Γραμμένος, ο πρώτος μου εκδότης (εκδόσεις Θυμάρι), αν και γνωστός με το υποκοριστικό Θάνος.

Κατερίνα (ξέρει αυτή) σελ. 34.
Ξέρει κι αυτός, όπως έγραψα πιο πάνω, εμείς δεν ξέρουμε.

Χαράλαμπος (Μπάμπης, αλλά και Χάρης) σελ. 35.
Αυτός είμαι εγώ. Το πλησιέστερο όνομά μου στα αγγλικά είναι Harry. Με το Χάρης με ξέρουν πια ελάχιστοι, συμμαθητές μου στα αγγλικά και συμφοιτητές μου στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών. Ο Τόμι είναι ένας απ’ αυτούς. Ο Γιώργος δυστυχώς πέθανε. Προτίμησα το Μπάμπης, σαν πιο λαϊκό. Είμαι και Λάμπης και Χαραλάμπης.

«Στη μαγειρική και στην πολιτική μετράει το αποτέλεσμα» (σελ.39).
Δηλαδή αν θα καταφέρεις να φτάσεις στην Ιθάκη.

«Η ποίηση δεν γράφεται με ιδέες αλλά με λέξεις» (Στεφάν Μαλλαρμέ) σελ. 46.
Ένας από τους λόγους που δεν μου αρέσει η ποίηση.

Κριτικός και Κρητικός (ντούμπλεξ) σελ. 46.
Αυτός είμαι πάλι εγώ. Η στήλη με τις κριτικές μου στα «Κρητικά Επίκαιρα» λέγεται Βιβλιοκρητικά.

Ρωμανός (ο Μελωδός;) σελ. 48.
Όχι, ο Γιώργος. Έχω γράψει για το βιβλίο του «Καζαμπλάνκα-καφέ», πάνε τώρα δέκα χρόνια.

«Οι ποιητές πρέπει να οπλοφορούν» (Γιάννης Υφαντής) σελ. 54.
Έτσι και… αλλοίμονό μας.

«Πάω σε κηδείες για να διαπιστώσω ότι πράγματι πέθαναν» (Ανδρέας Βουτσινάς) σελ.55.
Μάλλον κλεμμένο.
-Γιαγιά, έκανες τόσο δρόμο από τη Σιβηρία για να έλθεις να προσκυνήσεις το νεκρό του Στάλιν;
-Όχι παιδάκι μου, ήλθα για να βεβαιωθώ ότι αυτός ο κτηνάνθρωπος είναι πράγματι νεκρός.

«Δεύτερος γάμος: θρίαμβος της ελπίδας πάνω στην πείρα» (σελ. 56).
«Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού» έχει γενικότερη ισχύ.

Άλλος (αντωνυμία που συντάσσεται πάντα χωρίς αγάπη) σελ. 62.
Άλλος (το ακούς όταν κτυπάς την πόρτα μιας δημόσιας τουαλέτας όταν τη βλέπεις κλειστή πριν την ανοίξεις, μήπως και είναι κατειλημμένη).

24 Απριλίου 2048 (θα είναι Πάσχα!) σελ. 68.
Πολύ που με νοιάζει! Δεν νομίζω να φτάσω τα 98.

«Μοιάζει της μάνας του» (όνειδος) σελ. 73.
Απεναντίας. «Μεγάλος πηδηχταράς, έμοιασε της μάνας του».

Βασίλης Στεριάδης (ποιητής, 1947-2003) σελ. 76.
Τον θυμάμαι, φοιτητής, σε μια ποιητική εκδήλωση, ίσως στο Ινστιτούτο Γκαίτε. Μαζί και ο Λευτέρης Πούλιος και η Νανά Ησαα. Ήταν ο πιο μικρός της παρέας.

Δημητρούλης (ένα υποκοριστικόν, ακόμη του ονόματος «Δημήτρης») σελ. 77.

Ολομέλεια (το σύνολο των μελών) σελ. 77.
Αρτιμέλεια (και πάλι το σύνολο των μελών.

Παπαγιώργης (γιος παπά. Ποτέ όμως γιος δημοδιδασκάλου) σελ. 79.
Εδώ Δημήτρη πέφτεις έξω. Ο Κωστής ήταν γιος δασκάλου.

Πάρτα όλα (τυχερό παιχνίδι) σελ. 82.
Εμείς το λέγαμε σβουράκι. Ακόμη το έχω.

Περιώνυμος (σελ. 84).
Ο περιώνυμος και περιλάλητος Νίνο Ζανίνο (ένας από τους ήρωες του «Γκρέκο, η ήρως των γηπέδων», αγαπημένο ανάγνωσμα των παιδικών μου χρόνων).

Ταραμοσαλάτα (ευτυχώς είναι νηστήσιμη) σελ. 89.
Αγαπημένη μου, ο σύντροφος ο Γιώργος ο Παπαδάκης (όχι ο Πολ) έχει να λέει. Ευτυχώς που δεν είναι μόνο νηστίσιμη όπως η σάμαλη, που ο Παναγιώτης τη φτειάχνει μόνο τη σαρακοστή, ενώ τον υπόλοιπο χρόνο φτειάχνει ραβανί, αγαπημένα και τα δυο.

«Τα τουρκάκια στα βάθη της Ασίας» (σελ. 94).
«Κολοκοτρώνα! Κολοκοτρώνα! Έλεγαν….. και το αίμα τους επάγωνε». Γιατί να μην έχουμε και τώρα τη μνήμη που είχαμε τότε.

Μεταξουργείον (κάποτε ήταν προάστιον της Αθήνας) σελ. 97.
Και τώρα είναι, αλλά ξέπεσε στα 10 ευρώ.

Τζένη Μαστοράκη (γεννήθηκε – και αυτή όπως κι εγώ – το 1949) σελ. 100.
Δεκαεξάχρονος μαθητής διάβαζα ανελλιπώς τη στήλη της «Δεκαεπτάχρονες κουβεντούλες» (την επόμενη χρονιά έγιναν δεκαοκτάχρονες) στο «Μοντέρνοι ρυθμοί και τραγούδια».
Αυτό κι αν ήταν για μένα είδηση!!! Μετάφρασε, λέει, για δεύτερη φορά τον «Φύλακα στη σίκαλη».

«Άντε και γαμήσου» (να διαγραφεί μια λέξη) σελ. 101.
Άντε και…

Ένα ζευγάρι παλιά χωριάτικα παπούτσια αφημένα ήσυχα στη χλόη (του Μανόλη Πρατικάκη) σελ. 103).
Έχω γράψει γι’ αυτή τη συλλογή, αλλά και για όλα τα βιβλία του. Οι κριτικές μου εκδόθηκαν πέρυσι σε βιβλίο από την εφημερίδα «Ιεράπετρα 21ος αιώνας» με τον τίτλο «Μανόλης Πρατικάκης: ο ποιητής, ο στοχαστής».

Περιμένοντας τον… Κοντό (έλα ρε Γιάννη, γιατί αργείς;) σελ. 104.
Δεν αργεί αυτός, εμείς αργούμε, και μακάρι να αργήσουμε όσο πιο πολύ γίνεται.

Λάθε βιώσας (αθέατος) σελ. 107.
Αγαπημένο μου. Όμως δεν τολμώ να κλείσω το λογαριασμό μου στο blogspot και στο facebook. Μηδέν άγαν.

Χώρα (υπάρχει σε κάθε νησί) σελ. 108.
Και στην Κρήτη.
Το διάβασα στον «Καπετάν Μιχάλη». Με τη θεια μου τη Θοδώρα επηγαίναμε στη Χώρα…

Στέφεν Τζένεραλ (Στέφανος Στρατηγός) σελ. 111.
Γύρισε ταινία στο εξωτερικό και δεν το ξέρω;

Ποσοστά (σελ. 113)
Επί των πωλήσεων ή των κομμάτων στις δημοσκοπήσεις;

Ψύλλος (μικρόσωμος αλλά… πηδάει!) σελ. 115.
Μα διαφορετικά θα είχε εκλείψει το είδος.

Οι (Ούρσουλα) Άντρες (σελ. 120).
Ursula Undress. Έτσι τη γράφουμε εμείς, μας έλεγε στο φροντιστήριο αγγλικών ο δάσκαλός μας, John Carter, καλή του ώρα όπου κι αν βρίσκεται (και προπαντός μακάρι να βρίσκεται), που το έσκασε κι αυτός από την Αμερική για να γλιτώσει το Βιετνάμ και ξέπεσε στην Ιεράπετρα.

Έχετε ώρα; (όχι, βιάζομαι) σελ. 121.
Έχω ώρα, αλλά δεν έχω πού να δέσω το γάιδαρο (από τις «Εύθυμες κατωχωρίτικες και άλλες ιστορίες», Ιεράπετρα 21ος αιώνας, 2013). Αυτός δεν ήταν βιαστικός, δεν είχε όμως πού να δέσει το γάιδαρο.

Πότε θα ξυπνήσεις να μιλήσουμε; (Μάρκος Μέσκος) σελ. 122.
Μας άφησε πριν μόλις πριν δυο μέρες, την πρωτοχρονιά. Έγραψα για το πεζογραφικό του έργο σε ένα αφιέρωμα του περιοδικού «Πάροδος» (Μάιος 2009). Ας είναι ελαφρύ…

Χνάρι («Την ψαχουλεύτηκε τη δουλειά») σελ. 123.
Χνάρι, βιβλιοπωλείο στην οδό Κιάφας, πριν πάρα πολλά χρόνια. Είχα ψωνίσει αρκετά βιβλία απ’ αυτό.

Πέμπτη συμφωνία (του Γκούσταβ Μάλερ) σελ. 129.
Αν θέλετε να την ακούσετε, υπάρχει στο youtube. (Την ακούω συνεχίζοντας το γράψιμο).

 Είναι μακριά η Αυστραλία; (του Βασίλη Ιωακείμ) σελ. 132.
 Φίλος που έφυγε κι αυτός. Έφτιαξα ένα blog στη μνήμη του.

Ήταν μια γυναίκα παντρεμένη. Πήγε σε μια δουλειά, όμως κάτι ξέχασε και γύρισε σπίτι. Βρήκε τότε τον άντρα της με… άλλον (σελ. 133).
Συνέβη και σε μια φίλη μου, με το φίλο της.

Πάολα (όνομα τραβεστί) σελ. 135.
Υποψήφιος των «Οικολόγων-Εναλλακτικών». Δεν βγήκε όμως βουλευτής, βγήκε η Μαρίνα η Δίζη, που προλόγισε μάλιστα και το βιβλίο μου «Οικολογία και Δημοκρατία» (Θυμάρι 1989).

Ήταν ένας ονόματι «Τράμπας» (σελ. 137).
Ο Σέργιος Τράμπας έβγαζε το περιοδικό «Λωτός». Σε μια μετάφρασή μου γι’ αυτό είδα για πρώτη φορά το όνομά μου γραμμένο σε περιοδικό. Θα περνούσε δεκαετία μέχρι να το ξαναδώ.

Σπιναλόγκα (του Θέμου Κορνάρου) σελ. 138.
Έχω γράψει γι’ αυτό το βιβλίο.

Σ.Ε.Μ. (σελ. 154).
Δεν ξέρω τι σημαίνουν αυτά τα αρχικά για τον Δημήτρη, ίσως το ίδιο όπως και για μένα: Σώμα Εφοδιασμού Μεταφορών. Έκανα τη θητεία μου σ’ αυτό το σώμα ως έφεδρος αξιωματικός.

Νικόλας Παρίσης (δερματολόγος-αφροδισιολόγος) σελ. 161.
Προσπαθούσα χθες να θυμηθώ το όνομα του αρχιμουσικού στις συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών που παρακολουθούσα φοιτητής, και δεν μπορούσα με τίποτα. Όταν διάβασα το παραπάνω μου ήλθε στο νου, όντας παρώνυμο: Ανδρέας Παρίδης.

«Είμαστε για τα σκουπίδια» (από το θυροτηλέφωνο) σελ. 167.
«Άλλος για τα σίδερα» (εισπράκτορας λεωφορείου, αναγγέλλοντας την επόμενη στάση).

«Το προηγούμενο έργο σου μου άρεσε παρα πολύ» (για το καινούριο ούτε κουβέντα) σελ. 171).
Δημήτρη, στο «παρα» το πα θέλει τόνο.

Ματατάγιο (του Ακίρα Κουρασάβα).
Διορθώνω: Ακίρα Κουροσάβα, Μανταντάγιο (που μεταφράζεται: όχι ακόμη). Δημήτρη, έχω δημοσιογραφική ταυτότητα (κάρτα διαπίστευσης τη λένε) για τις δημοσιογραφικές προβολές των έργων που θα παιχτούν προσεχώς.

Τάνια (σελ. 174).
Δεν ξέρω πια είναι η Τάνια του Δημήτρη, ξέρω όμως την Τάνια του Μιχάλη. Του μαγειρεύει κ.λπ., κάποιες φορές τη βδομάδα. Ρωσίδα, όταν την πετυχαίνω μιλάω λίγο μαζί της, να προπονήσω τα ρώσικά μου. Θυμήθηκα τώρα και την Τάνια Τσαχουρίδου, υψίφωνο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.

Στο συρτάρι που είχα κάποτε μόνο τα προφυλακτικά, τώρα έχω τα χάπια μου (σελ. 176).
Δημήτρη, ελπίζω να ξέχασες το «και».

Φώτης Τερζάκης (σελ. 179).
Να τον ευχαριστήσω ακόμη μια φορά, για την κριτική που έγραψε για το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας» (ΑΛΔΕ 2010).

Καλύτερα στον τυπογράφο παρά στο Μανόλη Πρατικάκη (σελ. 181).
Δημήτρη, ευτυχώς που δεν θα το διαβάσει.

Και να σκεφτεί κανείς ότι στις 20.000 περίπου σελίδες του έργου του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι δεν υπάρχει πουθενά η λέξη «κινηματογράφος» (σελ. 187).
Και να σκεφτεί κανείς ότι στα «Γράμματα στη Μίλενα» του Κάφκα (πέθανε το 1924) υπάρχει η λέξη τηλεόραση. Μα είναι δυνατόν; Αντιγράφω από τη βιβλιοκριτική μου.
  «…γύρισα στο σπίτι μου (και γι’ αυτό δεν έλαβα αμέσως την τηλεόραση)» (σελ. 116).
  Υπήρχε τηλεόραση το 1920; Στη βικιπαίδεια διαβάζω «Television became available in crude experimental forms in the late 1920s». Ποιο να πιστέψεις τώρα, τη βικιπαίδεια ή τον Κάφκα;
Για να σιγουρευτώ έψαξα την αγγλική μετάφραση. Προφανώς ο μεταφραστής, αφηρημένος, έγραψε τηλεόραση αντί για τηλεγράφημα.
 
«Και κοίτα μην πεις σε αυτόν τον παπάρα του ξάδελφό σου τίποτα απο αυτά που είπαμε» (σελ. 187).
Δημήτρη, πάλι ξέχασες ένα τόνο, στο «από».

Απολαυστικό το «Εγκόλπιον» του Δημήτρη Αλεξίου, του ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο.

Μπάμπης Δερμιτζάκης


No comments:

Post a Comment