Book review, movie criticism

Saturday, June 9, 2018

Φραντς Κάφκα, Γράμματα στη Μίλενα


Φραντς Κάφκα, Γράμματα στη Μίλενα (μετ. Ευάγγελου Αρχ. Αντώναρου), Βίπερ 1971, σελ. 173


  Η αλληλογραφία ανθρώπων του πνεύματος είναι πάντοτε ενδιαφέρουσα – ή σχεδόν πάντα (για μένα τουλάχιστον). Θυμάμαι ότι με απογοήτευσε η αλληλογραφία των Πάστερνακ-Τσβετάγιεβα-Ρίλκε, όχι όμως και η αλληλογραφία Έρμαν Έσσε-Τόμας Μαν. Από την ανάρτηση που έκανα παραθέτω ένα απόσπασμα, σχετικό με αυτήν εδώ την βιβλιοκριτική.
   (Από επετειακό κείμενο του Τόμας Μαν για τα εξηντάχρονα του Έρμαν Έσσε:
  «… τη συμπάθειά του για την τσεχο-εβραϊκή μεγαλοφυΐα του Φραντς Κάφκα, τον οποίο από νωρίς αποκάλεσε «μυστικό βασιλιά της γερμανικής πεζογραφίας» και στον οποίο σε κάθε κρίσιμη ευκαιρία εκφράζει το θαυμασμό του όπως σε κανένα άλλο σύγχρονο ποιητικό πνεύμα» (σελ. 89).
  Όταν θαυμάζεις έναν συγγραφέα απεριόριστα, είναι φυσικό να διαβάζεις κάθε τι που έχει γράψει, ακόμη και αν δεν είναι πρωτοκλασάτο. Είναι αναπόφευκτο εξάλλου να μη βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο όλα τα έργα ενός συγγραφέα. Κάποια είναι αριστουργήματα ενώ κάποια είναι απλώς καλά. Κάποιοι, κάποια, θα τα έκριναν ακόμη και κακά. Αυτός είναι ο λόγος που εκδίδεται μια αλληλογραφία, γιατί ο εκδότης ξέρει ότι ενδιαφέρει ένα μεγάλο κοινό.
  Δεν ξέρω αν ο εκδότης το πρότεινε στη Φελίτσε Μπάουερ ή η Φελίτσε Μπάουερ στον εκδότη, να του πουλήσει τις επιστολές που της είχε γράψει ο Κάφκα (υπήρξε αρραβωνιαστικιά του). Όπως και να έχει, τις πούλησε το 1955, καθώς βρισκόταν σε τρομερές οικονομικές δυσκολίες μετά το θάνατο του άντρα της.
  Θα τα διαβάσω κι αυτά;
  Αν πέσουν στα χέρια μου. Έχω όμως διαβάσει το «Η άλλη δίκη-τα γράμματα του Κάφκα στη Φελίτσε» του Elias Canetti,
  Το πώς κατέληξαν τα γράμματα της Μίλενας Γιέσενκα να φτάσουν στον εκδότη δεν ξέρω. Υπήρξε μια σχέση, κυρίως δι’ αλληλογραφίας, ανάμεσα σ’ αυτή και τον Κάφκα για δυο περίπου χρόνια, από το 1919 μέχρι το 1920. Δίσταζε να παρατήσει τον άντρα της για τον Κάφκα, του οποίου η υγεία συνεχώς επιδεινωνόταν. Τον χώρισε όμως το 1925, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Κάφκα. Πέθανε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης των Ναζί. Δεν ήταν εβραία, αλλά την είχαν συλλάβει σαν μέλος της τσέχικης αντίστασης.
 Η αλληλογραφία, που γράφεται συνήθως de profundis, δίνει ένα πιο ξεκάθαρο πορτραίτο, σχεδόν πάντα. Διαβάζοντας την αλληλογραφία αυτή γνώρισα τον Κάφκα περισσότερο από ό,τι από τα βιβλία του. Τον βλέπω να τρέφει βαθιά αισθήματα για τη Μίλενα, αλλά και συχνά αμφιταλαντευόμενα. Ακόμη, μέσα σ’ αυτά περιέχονται ενδιαφέρουσες ιστορίες.
  Όμως να παραθέσω κάποια αποσπάσματα.
  «Βέβαια, δεν λέω, έχει και το γράμμα της Τρίτης τα αγκάθια του που, καθοδηγημένα από το χέρι σου, τρυπάνε το κορμί, αλλά, πέσμου – αυτή είναι η αλήθεια μιας στιγμής, μιας στιγμής που πάλλεται από ευτυχία και πόνο, πέσμου υπάρχει τίποτε στον κόσμου που να προέρχεται από σένα και να μην μπορώ να το αντέξω; (σελ. 33).
 Το απόσπασμα αυτό εικονογραφεί πολύ χαρακτηριστικά τις σχέσεις τους.
  Και το παρακάτω:
  «Σ’ αυτά τα γράμματα πρέπει να έχεις το εντυπωσιακό κεφάλι της Μέδουσας, τα φίδια του τρόμου παιχνιδίζουν γύρω από το κεφάλι σου κι εμένα με ζώνουν τα φίδια του φόβου» (σελ. 46).
  «Φυσικά, η Μίλενα δεν σε ξέρει καθόλου, μόνο μερικά γράμματα κι ιστορίες τη θάμπωσαν» (σελ. 56).
  Μιλάει για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο. Η Μίλενα είχε διαβάσει ένα διήγημά του που την εντυπωσίασε και του έγραψε ζητώντας του να το μεταφράσει (στα τσέχικα, ο Κάφκα ήταν γερμανόφωνος). Έτσι έγινε η γνωριμία τους.
  «Και να φανταστεί κανείς ότι στην ουσία δεν αγαπάω εσένα, αλλά κάτι περισσότερο, το νόημα που δίνει στη ζωή μου η ύπαρξή σου» (σελ. 78).
  Φράντς, αυτό θα ’πρεπε να το γράψεις διαφορετικά. Για παράδειγμα «Σ’ αγαπάω τόσο πολύ, μα τόσο πολύ, που αυτός ο έρωτας δίνει όλο το νόημα στη ζωή μου».
  «Γιατί να μην είμαι, λόγου χάρη, η τυχερή ντουλάπα του δωματίου σου, για να μπορώ έτσι να έχω διαρκώς το βλέμμα μου καρφωμένο επάνω σου, όταν κάθεσαι στην κουνιστή πολυθρόνα ή στο γραφείο σου ή όταν ξαπλώνεις στο κρεβάτι ή όταν κοιμάσαι» (σελ. 83).
  Υπάρχουν ένα σωρό μαντινάδες σ’ αυτό το μοτίβο, το μοτίβο του «Να ’μουνα, ίντα να ’μουνα». Σε μια ιστοσελίδα βρήκα κάποιες, ξέρω ότι υπάρχουν πολύ περισσότερες, ήξερα πολλές αλλά τις έχω ξεχάσει. Παραθέτω την πρώτη.
 Να ’μουνα, ίντα να ’μουνα, πιρούνι του σπιτιού σου
 Κι όντε θα τρως να αισθάνομαι τη γλύκα του χειλιού σου.
  «Χθες σε συμβούλεψα να μη μου γράφεις καθημερινά, το ίδιο πιστεύω και σήμερα, και θα ήταν και για τους δυο μας πολύ καλό και στο ξαναλέω σήμερα, και μάλιστα με μεγαλύτερη έμφαση. Σε παρακαλώ όμως, Μίλενα, να μη συμμορφωθείς, και να συνέχισε να μου γράφεις καθημερινά, έστω και σύντομα, πιο σύντομα και από το σημερινό γράμμα, μόνο δυο γραμμές, μόνο μία, μόνο μία λέξη, μα αν μου λείψει αυτή η λέξη θα δεινοπαθήσω φρικτά» (σελ. 86).
 Αντικρουόμενα μηνύματα σαν τα διπλόσημα (double bind) για τα οποία μίλησε ο Gregory Bateson και που συχνά οδηγούν τον δέκτη στη σχιζοφρένεια.
 Φράντς, πάει, θα το τρελάνεις το κορίτσι.
 «Και λεφτά δυστυχώς δεν θα μπορέσω να σου στείλω πια άλλα» (σελ. 110).
 Κατά καιρούς της έστελνε χρήματα, και της ζητούσε να μη διστάσει να του ζητήσει αν είχε ανάγκη. Πιο κάτω διαβάζουμε: «Θα μπορούσες να μην είχες καταστρέψει τα γενέθλιά σου αν μου είχες ζητήσει προηγουμένως χρήματα. Θα τα φέρω μαζί μου» (σελ. 146)
  «…υπάρχει κάποιος παράξενος, απροσδιόριστος φόβος στα γράμματά σου, δεν ξέρω αν είναι με το μέρος μου ή αν είναι εναντίον μου, ο φόβος υπάρχει μέσα σ’ αυτή την ξαφνική βιασύνη σου για τη συνάντησή μας» (σελ. 114).
  Και αυτό χαρακτηριστικό απόσπασμα για τη σχέση τους:     
  «Αλήθεια δεν ξέρετε ότι μόνο στους χοντρούς μπορεί να έχει εμπιστοσύνη κανείς; (σελ. 39). Ο Κάφκα, με ύψος 1.80, ήταν μόλις 56 κιλά.
  Χοντροί όλου του κόσμου, παρηγορηθείτε.
  «Γιατί, ας αφήσουμε τα αστεία, κι ας σκεφθούμε τι θα γινόταν πριν από μερικά χρόνια, αν σηκωνόταν μια κοπέλα κι έλεγε στους δικούς της: Σας αφήνω, θα παντρευτώ Εβραίο. Αυτό ήταν μια πράξη θάρρους, κι η κοπέλα που θα τολμούσε κάτι τέτοιο, θα ήταν πιο θαρραλέα και από την Ιωάννα της Λωρραίνης» (σελ. 40).
  Μάντεψε ποιος θα ’ρθει το βράδυ, σε λευκό, όχι σε μαύρο.
  «Εγώ ασπρομάλλης σχεδόν από τις άγρυπνες νύχτες και τους πονοκέφαλους» (σελ. 42-43).
  Θυμάμαι τους πονοκέφαλους του Νίτσε και έχω διαβάσει για τις «παροιμιώδεις αϋπνίες» του Χάρολντ Μπλουμ.
  «…γύρισα στο σπίτι μου (και γι’ αυτό δεν έλαβα αμέσως την τηλεόραση)» (σελ. 116).
  Υπήρχε τηλεόραση το 1920; Στη βικιπαίδεια διαβάζω «Television became available in crude experimental forms in the late 1920s». Ποιο να πιστέψεις τώρα, τη βικιπαίδεια ή τον Κάφκα;
Για να σιγουρευτώ έψαξα την αγγλική μετάφραση. Προφανώς ο μεταφραστής, αφηρημένος, έγραψε τηλεόραση αντί για τηλεγράφημα.
  «Παράξενο να θέλει να μου γράψει ο άντρας σου τούτο και κείνο! Και να με δείρει και να με καρυδώσει; Πραγματικά δεν μπορώ να καταλάβω» (σελ. 120).
  Τι δεν μπορείς να καταλάβεις Φραντς; Πάλι καλά που δεν είπε να σε σκοτώσει.
  «Όποιος μιλήσει άσχημα για τη Μίλενα, ακόμη κι ο πατέρας να είναι (ο δικός μου πατέρας) θα τον σκοτώσω ή θα σκοτωθώ εγώ». Μετά ξύπνησα, αλλά δεν ήταν ύπνος αυτός, ούτε ξύπνημα» (σελ. 130).
  Αυτό το «ή θα σκοτωθώ εγώ» αποκαλύπτει πολλά για τον ψυχισμό του Κάφκα.  
  «Ώστε φοβάσαι λοιπόν κάθε φορά που σκέφτεσαι το θάνατο; Το μόνο που φοβάμαι εγώ τρομερά είναι οι πόνοι» (σελ. 169).
  Τώρα το σκέφτηκα, δεν ξέρω αν οι πόνοι ξεστρατίζουν από τη σκέψη του θανάτου ή την κάνουν πιο έντονη. Καλύτερα να μη μάθω.
  «Διαβάζω ένα κινέζικο βιβλίο, βιβλίο των φαντασμάτων» (σελ. 172).
  Η Κίνα εμφανίζεται συχνά στα γραφτά του.
  Τα γράμματα της Μίλενας στον Κάφκα δεν σώθηκαν. Σώθηκαν όμως αυτά που έστειλε στον Max Brod, τον κολλητό του Κάφκα. Έχω περιέργεια, θα τα διαβάσω, συνοδεύουν τα γράμματα του Κάφκα στην αγγλική έκδοση.
 Τα διάβασα. Πραγματικά αποκαλυπτικά για τα αισθήματά της. Να παραθέσω κάποια αποσπάσματα.
 «Θα ήθελα να σου ζητήσω, να σε παρακαλέσω, να σε ικετεύσω, να μου γράψεις αμέσως αν βλέπεις, αν νοιώθεις ότι υποφέρει, ότι πονά σωματικά εξαιτίας μου-Δεν θα του πω ότι το έμαθα από εσένα, και θα νοιώθω λίγο πιο ήρεμη αν μου υποσχεθείς ότι θα το κάνεις. Δεν ξέρω πώς θα τον βοηθήσω αν όντως αυτό συμβαίνει, όμως ξέρω σίγουρα ότι θα τον βοηθήσω».
  «Ο Φρανκ δεν μπορεί να ζήσει. Ο Φρανκ δεν είναι ικανός να ζήσει. Ο Φρανκ δεν θα αναρρώσει ποτέ. Ο Φρανκ θα πεθάνει σύντομα.
  Προφανώς, όλοι είμαστε ικανοί να ζήσουμε, γιατί κάποιες φορές καταφεύγουμε στο ψέμα, στην εθελοτυφλία, στον ενθουσιασμό, στην αισιοδοξία, σε μια πεποίθηση, στην απαισιοδοξία, ή σε κάτι άλλο. Αλλά αυτός ποτέ δεν έτρεξε σε κάποιο καταφύγιο, σε κανένα. Είναι εντελώς ανίκανος να πει ψέματα, όπως είναι ανίκανος να μεθύσει. Του λείπει ακόμη και το πιο μικρό καταφύγιο. Δεν έχει κάτι να προφυλαχτεί. Να γιατί είναι εκτεθειμένος σε κάθε τι από το οποίο εμείς είμαστε προστατευμένοι. Είναι σαν ένας γυμνός ανάμεσα σε ντυμένους».
  Παρεμπιπτόντως, ζήτησε από τον Max Brod να φροντίσει να πάρει από την οικογένεια του Κάφκα τα γράμματα που του είχε στείλει και να της τα δώσει. Τα είχε καταστρέψει ο Κάφκα πιο πριν; Τα κατέστρεψε αυτή μετά; Χάθηκαν; Ευτυχώς ο Max Brod κράτησε τα, λίγα έστω, γράμματα που του έστειλε εκείνη.  
Και από τον σύντομο επικήδειο που έγραψε:
 «Ήταν ντροπαλός, αγχώδης, πράος και ευγενικός, όμως τα βιβλία που έγραψε είναι μακάβρια και οδυνηρά».
 Στην έκδοση αυτή παρατίθενται και τέσσερα δοκίμια της Μίλενας. Το πρώτο αναφέρεται στις φοβερές συνθήκες που επικρατούσαν στη Βιέννη μετά το τέλος του πολέμου, τη δυστυχία των φτωχών, την ευημερία των πλούσιων, το πανηγύρι των μαυραγοριτών. Σε περιόδους κρίσεων και πολέμων οι φτωχοί κυρίως είναι οι «παράπλευρες απώλειες».
  Το επόμενο δοκίμιο που έχει τίτλο «Γράμματα επιφανών ανθρώπων» αναφέρεται σε αυτό που έγραψα κι εγώ πιο πριν, ότι ενδιαφέρουν ένα γενικότερο αναγνωστικό κοινό, όμως εστιάζει κυρίως στο πόσο απογοητεύεται κανείς αν τους γνωρίσει από κοντά-πάρα πολλούς τουλάχιστον. Να μην παραθέσω τι γράφει για τον Μπαλζάκ, τον Μωπασάν και τον Ναπολέοντα, αυτό όμως που γράφει για τον Ντβόρζακ θα το ήθελα με περισσότερες λεπτομέρειες. Ίσως δεν τις γράφει γιατί ήσαν γνωστές στο τσέχικο κοινό.
  «Δεν είναι αλλόκοτο ότι… Ή ότι ο γλυκός μας, με μάτια σαν αστέρια Ντβόρζακ ήλθε από την επαρχία, ήταν ρωμαλέος και είχε συνήθειες που δεν είχαν καμιά σχέση με τα αστέρια;».
  Να το ψάξω.
  Γκουγκλάροντας πέφτω σε ένα σύνδεσμο, που όμως δεν με αφήνει να μπω μέσα. Αντιγράφω όμως αυτό που φαίνεται στην αναζήτηση:  If it took the Czech Antonin Dvorak to interest American composers in the ... sired children, he became openly homosexual after his wife's death.
 Όχι, η βικιπαίδεια δεν γράφει τίποτα σχετικό.
 Ο Ντόρζακ είναι αγαπημένος μου συνθέτης, και τα παραπάνω τα παραθέτω χωρίς καθόλου ομοφοβικά αισθήματα, χωρίς να μειώνεται καθόλου στη συνείδησή μου· όπως άλλωστε και ο Τσαϊκόφσκι. Απλά είχα την περιέργεια να μάθω.
  Και ένα σχόλιο για τις βιογραφίες, στο ίδιο δοκίμιο.
  «Οι βιογραφίες είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Ενδιαφέρουσες με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο. Η βιογραφία του Ναπολέοντα που έγραψε ο Σταντάλ περισσότερο αποκαλύπτει τις σκέψεις του συγγραφέα παρά δίνει ένα πορτρέτο του. Από μόνη της είναι ένα έργο τέχνης. Δεν περιμένουμε καμιά τέχνη από τις επιστολές· περιμένουμε κάτι ανθρώπινο».
 Στο τρίτο δοκίμιο αφηγείται έναν εφιάλτη. Στο τέταρτο που έχει τίτλο «Ο διάβολος στην Εστία» αναφέρεται στις συζυγικές σχέσεις, υποστηρίζοντας ότι είναι μάταιο να επιδιώκεις ντε και καλά την ευτυχία στη συζυγική ζωή.
 Το διάβασα στις επιστολές της στον Brod, ο άντρας της την απατούσε με διάφορες. Το ότι τον χώρισε ένα χρόνο μετά το θάνατο του Κάφκα σημαίνει ότι μάλλον είχε πάψει να τον αγαπά. Το ότι επικαλείται τον έρωτά της για τον άντρα της για να αποφύγει μια στενότερη σχέση με τον Κάφκα μάλλον ήταν πρόσχημα, για να μη δεθεί περισσότερο με έναν άντρα που, όσο και αν θαύμαζε, πίστευε ότι ήταν καταδικασμένος να πεθάνει.
  Στη βικιπαίδεια διαβάζω ότι ο αργεντινός συνθέτης Alberto Ginastera συνέθεσε το 1971 μια καντάτα για σοπράνο και ορχήστρα με τίτλο «Μίλενα», βασισμένο στις επιστολές του Κάφκα. Την άκουσα, μπορείτε να την ακούσετε κι εσείς.
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι με τους οποίους τελειώνουμε τα κριτικά μας σημειώματα, και που είναι κάμποσοι. Πιστώνονται βέβαια στον μεταφραστή, εξιλεώνοντάς τον κατά κάποιο τρόπο στη συνείδησή μου για εκείνη την αφηρημάδα του με την τηλεόραση.
Να κάνω οτιδήποτε, ακόμη και να γράψω (σελ. 26)
Για να ξυπνήσει πού και πού και να τηλεφωνήσει (σελ. 27)
Που έχετε σε βάρος μου στο γράμμα της Δευτέρας (σελ. 31)
Αρνητική απάντηση σ’ αυτή την απορία (σελ. 35)
Όμως αυτή η διαφορά δεν έχει σημασία (σελ. 46)
Τα δυο γράμματα ήρθανε μαζί το μεσημέρι (σελ. 54)
Την ξαφνική βιασύνη σου για τη συνάντησή μας (σελ. 114)
Το δρόμο της επιστροφής από το καφενείο (σελ. 150)
Δεν θέλω να παρασυρθώ και να σου απαντήσω (σελ. 156)
Πρόκειται για μια έκρηξη και θα περάσει εν μέρει (σελ. 164)
Τόσο κοντά στο θάνατο, όσο κοντά είναι ο ύπνος (σελ. 176)
Τώρα που βρίσκομαι εδώ, γύρω στις δυο βδομάδες (σελ. 185)

Post a Comment