Book review, movie criticism

Saturday, June 9, 2018

Φραντς Κάφκα, Γράμμα στον πατέρα-Στοχασμοί


Φραντς Κάφκα, Γράμμα στον πατέρα-Στοχασμοί (μετ. Όλγα Βότση), εκδόσεις Νέος Σταθμός, σελ. 122


  Μπορεί ένας αυστηρός πατέρας να πληγώσει ανεπανόρθωτα τον ψυχισμό ενός παιδιού;
  Σίγουρα, αν και πιστεύω ότι τις περισσότερες φορές ένας πληγωμένος ψυχισμός δεν έχει μια μόνο μια αιτία. Η κληρονομικότητα είναι ένας παράγοντας, το ευρύτερο περιβάλλον ένα άλλο. Το διαζύγιο των γονιών, πολύ πιθανόν. Όμως μπορεί ένας παράγοντας να είναι απλά η σταγόνα που ξεχειλίζει το ποτήρι. Η κληρονομικότητα είναι δεδομένη, όπως και οι γενικότεροι περιβαλλοντικοί όροι. Όμως μια κακή συμπεριφορά των γονέων δεν είναι υποχρεωτικά αναπόφευκτη.
  Θα κάνω μια εξαίρεση. Η σεξουαλική κακοποίηση παιδιών, και μάλιστα από τους ίδιους τους γονείς, αποτελεί από μόνη της μια αξεπέραστη τραυματική εμπειρία. Ακούσαμε για δυο τέτοιες περιπτώσεις τώρα τελευταία.
  Η περίπτωση του υπεραυστηρού πατέρα του Κάφκα είναι η τρίτη περίπτωση που ξέρω από το χώρο της λογοτεχνίας. Η πρώτη είναι η περίπτωση του Καζαντζάκη που, παρεμπιπτόντως, και ο δικός του πατέρας αντιτάχθηκε στο γάμο του. Η δεύτερη είναι η περίπτωση του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Από το χώρο των απλών ανθρώπων ξέρω επίσης άλλη μία, αλλά δεν θέλω να την αναφέρω.
  «Το γράμμα αυτό», γράφει στον πρόλογό της η μεταφράστρια, «δεν είχε το θάρρος να το δώσει ο ίδιος ο Κάφκα στον πατέρα του. Το έδωσε στη μητέρα του να του το διαβάσει, μα εκείνη του το γύρισε πίσω και προσπάθησε να καθησυχάσει τον επαναστατημένο γιο» (σελ. 10).
  Βρέθηκε μετά το θάνατό του ανάμεσα στα χειρόγραφα που σώθηκαν· γιατί, ως γνωστό, πολλά τα κατέστρεψε ο ίδιος μαζί με την τελευταία, «πραγματική» αυτή τη φορά σχέση του, την Dora Diamant, με την οποία συνέζησε τους τελευταίους έντεκα μήνες της ζωής του. Έρωτας με την πρώτη ματιά, διαβάζω στην βικιπαίδεια, και αξίζει να διαβάσετε το σχετικό λήμμα, το οποίο τελειώνει με την επιγραφή που έβαλαν οι συγγενείς της στον τάφο της: «Όποιος ξέρει την Ντόρα, ξέρει τι σημαίνει έρωτας».
  Η παρακάτω παράγραφος από τον πρόλογο της μεταφράστριας χαρακτηρίζει με τον καλύτερο τρόπο αυτό το γράμμα.
  «Το γράμμα αυτό, εκτός από τα εξαίρετα λογοτεχνικά χαρίσματα, έχει τεράστια σημασία σαν κλειδί για την κατανόηση της προσωπικότητας και του έργου του Κάφκα. Από παιδαγωγική πάλι άποψη είναι ένα κείμενο αποκαλυπτικό και υψηλά διδακτικό» (σελ. 11).
  Αυτή η παράγραφος τα λέει όλα, εμείς απλά θα παραθέσουμε χαρακτηριστικά αποσπάσματα, όπως κάνουμε σε όλες τις βιβλιοκριτικές μας.
  Και πρώτα πρώτα ένα εκτενές απόσπασμα που «χαρακτηρίζει» με τον χειρότερο τρόπο τη συμπεριφορά του πατέρα του και εικονογραφεί με τον καλύτερο τρόπο την αρνητική επίδραση που είχε πάνω στον ψυχισμό του.
  «Άμεσα θυμάμαι μόνο ένα περιστατικό από τα πρώτα χρόνια. Ίσως να το θυμάσαι. Έκλαιγα μια φορά τη νύχτα συνεχώς, ζητώντας νερό, σίγουρα όχι από δίψα, αλλ’ ίσως από τη μια μεριά για να σ’ εκνευρίσω, από την άλλη για να διασκεδάσω. Αφού με φοβέρισες πολύ χωρίς αποτέλεσμα, με πήρες από το κρεβάτι, μ’ έφερες στο μπαλκόνι και μ’ άφησες εκεί μονάχο μπρος από την κλεισμένη πόρτα να στέκω για λίγη ώρα με το νυχτικό μου. Δε θέλω να πω ότι αυτό δεν ήταν σωστό, ίσως τότε να μην ήταν πραγματικά δυνατό να εξασφαλιστεί με άλλο τρόπο η νυχτερινή ησυχία, θέλω μόνο με τούτο να χαρακτηρίσω τα παιδαγωγικά σου μέσα και την επίδρασή τους απάνω μου. Μετά απ’ αυτό ήμουνα πια τελείως υπάκουος, όμως μ’ έβλαψε εσωτερικά. Εκείνο που ήταν αυτονόητο για μένα, την ανοησία δηλαδή να ζητώ νερό, κι εκείνο που για μένα ήταν το πιο τρομερό, να με βγάλουν έξω, δεν μπορούσα ποτέ σύμφωνα με τη φύση μου να τα συνδέσω σωστά. Ακόμα μετά από χρόνια υπέφερα από τη βασανιστική παράσταση ότι αυτός ο γίγας, ο πατέρας μου, ο ανώτερος κριτής, θα μπορούσε να έρθει χωρίς λόγο και να με τραβήξει έξω από το κρεβάτι τη νύχτα στο μπαλκόνι και ότι επομένως εγώ ήμουνα ένα τίποτα γι’ αυτόν. Τούτο ήτανε τότε μια μικρή αρχή μόνο, αλλ’ αυτό το αίσθημα της μηδαμινότητας που συχνά με κυρίευε (ένα αίσθημα που, από άλλη άποψη ιδωμένο, είναι βέβαια ευγενικό και καρποφόρο[ας θυμηθούμε το κορυφαίο για πολλούς έργο του, τη «Μεταμόρφωση»]) προέρχεται κατά πολλούς τρόπους από τη δική σου επιρροή. Θα χρειαζόμουν λίγη ενθάρρυνση, λίγη φιλικότητα, λίγη ελευθερία στο δρόμο μου, αντί γι’ αυτό μου τον έκλεισες, με την καλή πρόθεση βέβαια να πάρω άλλο δρόμο» (σελ. 20-21).
  «Χωρίς να τον γνωρίζεις, τον παρομοίαζες, κατά ένα τρομερό τρόπο που έχω πια ξεχάσει, με αηδιαστικό ζωύφιο…» (σελ. 26).
  Ίσως γι’ αυτό δεν ονοματίζει το ζωύφιο στο οποίο μεταμορφώθηκε ο Gregory Samsa στη «Μεταμόρφωση».  
 «Σκυθρωπή ησυχία βασίλευε στο τραπέζι, που τη διέκοπταν συμβουλές: «Πρώτα τρώγε και ύστερα μίλα· ή «Πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα»· ή «Βλέπεις, από ώρα πολλή άδειασα το πιάτο μου». Κόκκαλα δεν επιτρεπόταν να σπάει κανείς με τα δόντια, εσύ όμως ναι. Ξίδι δεν επιτρεπόταν να ρουφάει κανείς, εσύ ναι. Το κυριότερο ήταν να κόβει κανείς ίσια το ψωμί· το ότι όμως εσύ το έκοβες μ’ ένα μαχαίρι που έσταζε από σάλτσα, ήταν αδιάφορο. Έπρεπε να προσέχει κανείς να μην πέφτουν απάνω στο πάτωμα υπολείμματα φαγητού, συνήθως όμως βρίσκονταν τέτοια κάτω από σένα. Στο τραπέζι μόνο με το φαΐ επιτρεπόταν ν’ ασχολείται κανείς, συ όμως καθάριζες και έκοβες τα νύχια σου, έξυνες μολύβια, καθάριζες με την οδοντογλυφίδα τ’ αυτιά σου. Σε παρακαλώ, πατέρα, κατάλαβέ με σωστά, αυτά θα ήσαν καθαυτά τελείως ασήμαντες λεπτομέρειες, για μένα όμως γίναν καταπιεστικές μόνο από τούτο, ότι δηλαδή εσύ που ήσουν το απόλυτο μέτρο των πάντων για μένα, δεν κρατούσες ο ίδιος τις εντολές που μου επέβαλλες» (σελ. 29).
  Δεν είναι να απορεί κανείς που η μητέρα του αρνήθηκε να παραδώσει αυτό το γράμμα στον πατέρα του και του το έδωσε πίσω.
  «Δέκα μέτρα μακριά από το τραπέζι πρέπει να κάθεται η χοντρή» (σελ. 36).
  Αν είναι δυνατόν, δεν μπορείς να μιλάς έτσι για την κόρη σου!
  Το αίσθημα της ενοχής που του δημιούργησε η στάση και η συμπεριφορά του πατέρα του τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή. Αναφέρεται κάμποσες φορές σ’ αυτό το αίσθημα ενοχής. Ακόμη λέει, ότι αν και «δεν με χτύπησες σχεδόν ούτε μια φορά», έβγαζε συχνά τη λουρίδα του και την ακουμπούσε πάνω στην πολυθρόνα, έτοιμος τάχα να τον δείρει, και τον έκανε να νιώθει σαν τον μελλοθάνατο που του έδωσαν ξαφνικά χάρη. Αυτό το ξέρω και από την περίπτωση του Ντοστογιέφσκι, που τους έδωσαν χάρη μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, και από τότε πήραν μεγάλη στροφή τα γραπτά του.
  Για τον Μπουκόφσκι τα πράγματα ήταν χειρότερα. Αντιγράφω από τις «Σημειώσεις ενός πορνόγερου».

  «Μεσ’ στο μυαλό μου υπάρχει ανάγλυφη η ανάμνηση της πέτσινης λουρίδας που κρεμότανε στο μπάνιο του πατρικού σπιτιού και την οποία ο πατέρας μου – ένας θορυβώδης γορίλας – τη μεταχειριζότανε σπάνια για ν’ ακονίσει το ξυράφι του και αρκετές φορές την ημέρα για να μου γυαλίσει τον κώλο». 
  Μιλάει επίσης για τον περιφρονητικό τρόπο που μιλούσε για τους υπαλλήλους του: «Θα ψοφήσει ο άρρωστος σκύλος» κ.λπ., για να καταλήξει: «Εκεί πήρα και τη μεγάλη διδασκαλία ότι μπορούσες να είσαι άδικος» (σελ. 48).
  «Και όμως αυτή, που με όλη τη σωματική της αδυναμία ήταν τόσο ικανή, έξυπνη, επιμελής, μετριόφρων, άξια εμπιστοσύνης, ανιδιοτελής, πιστή, που σε αγαπούσε σα θείο και σε θαύμαζε σαν προϊστάμενο, που είχε δοκιμαστεί σε άλλες θέσεις πριν και μετά, δε στάθηκε για σένα πολύ καλή υπάλληλος» (σελ. 58-59). Εδώ βλέπουμε το εφέ της απαρίθμησης, το οποίο συναντάμε αρκετά συχνά σ’ αυτό το γράμμα. Επίσης, να μην το ξεχάσω, ένα άλλο υφολογικό στοιχείο στον Κάφκα είναι οι μακροπερίοδοι, όπως και η συχνή χρήση παρομοιώσεων.  
  Για αυτή την ανιψιά όταν πέθανε, ο πατέρας του σχολίασε ως εξής: «Η μακαρίτισσα μου άφησε πίσω πολλή βρωμιά» (σελ. 59).
  «… η αποστροφή, που φυσικά είχες και εναντίον του γραψίματός μου… Η ματαιοδοξία μου, η φιλοδοξία μου υπέφεραν βέβαια από την υποδοχή που έκανες στα βιβλία μου και που για μας είχε γίνει περίφημη: «Άφησέ το στο κομοδίνο» (τις περισσότερες φορές έπαιζες χαρτιά όταν ερχόταν ένα βιβλίο)…» (σελ. 71).
  Όχι, ο δικός μου πατέρα τα διάβαζε τα βιβλία μου. Διάβαζε μια σελίδα την ημέρα από τη «Λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας», γιατί παρά τις τέσσερις εγχειρήσεις που είχε κάνει στα μάτια (δυο καταρράκτη και δυο γλαύκωμα, στα ογδόντα επτά του) το φως του είχε εξασθενίσει και δεν μπορούσε να διαβάσει περισσότερο. Τέσσερα χρόνια μετά, το 1995, στα ενενήντα δυο του, δεν επεχείρησε καν να διαβάσει «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά». Πέθανε έπειτα από δυο χρόνια.
  Το παρακάτω είναι επίσης ιδιαίτερα αποκαλυπτικό:
  «…με υπόταζες, χωρίς να το ξέρεις, μονάχα με την οντότητά σου» (σελ. 89).
  Σ’ αυτήν συμπεριλαμβάνεται και το σωματικό στοιχείο. Αλλού ο Κάφκα περιγράφει πόσο ένιωθε μειονεκτικά, στο μπάνιο, αυτός ο καχεκτικός και αδύνατος νέος δίπλα στον σωματώδη πατέρα του.
  Οι «Στοχασμοί» είναι οι αναμνήσεις που κατέγραψε από τις επαφές μαζί του ένας δεκαεπτάχρονος ποιητής, που δημοσιεύθηκαν πολλά χρόνια αργότερα. Εδώ υπάρχει μια μικρή επιλογή. Θα παραθέσω μόνο την αρχή από έναν.
  «Ίσως πίσω από τούτη την αϋπνία δεν κρύβεται παρά ένας μεγάλος μόνο φόβος θανάτου» (σελ. 118).
  Για κάποιον φίλο μου αυτός ο φόβος ήταν συνειδητός. Μας εξομολογήθηκε ότι φοβόταν να κοιμηθεί, μήπως δεν ξυπνήσει.
  Να μην το ξεχάσω, η ανάρτηση αυτή είναι καπάκι με την άλλη για τα «Γράμματα στη Μίλενα».
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι, που βέβαια πιστώνονται στον μεταφραστή:
Οδυνηρά ευαίσθητος ήδη από το σπίτι (σελ. 47)
Μου θύμισε πάρα πολύ τη σχέση μου μαζί σου (σελ. 49)
Και δεν είχες το αίσθημα, όπως με μας τους άλλους (σελ. 53)
Με τον οποίο δίνομαι στα ενδιαφέροντά μου (σελ. 69)
Προσπάθειές μου να σωθώ προς άλλες κατευθύνσεις (σελ. 88)
Δεν είχα σχεδόν τίποτα σε σύγκριση με σένα (σελ. 96)
  Και ένας αμφίβραχυς: Στηρίζω το φόβο που νοιώθω μπροστά σου (σελ. 97)
 

Post a Comment