Book review, movie criticism

Wednesday, June 13, 2018

Τσαρλς Μπουκόφσκι, Σημειώσεις ενός πορνόγερου Α΄


Τσαρλς Μπουκόφσκι, Σημειώσεις ενός πορνόγερου Α΄ (μετ. Τέος Ρόμβος), Απόπειρα 1980, σελ. 105


  Αύριο προβάλλεται σε επανέκδοση η ταινία του Μάρκο Φερέρι «Ιστορίες καθημερινής τρέλας», και ξαναβλέποντας την ταινία είπα επί τη ευκαιρία να ξαναδιαβάσω Μπουκόφσκι.
  Τι να ξαναδιαβάσω, είναι τόσο απολαυστικός που αποφάσισα να διαβάσω όσα βιβλία του έχω, σχεδόν όλα αδιάβαστα. Από τις αγαπημένες μου παροιμίες είναι αυτή που λέει «Όταν είναι ζεστό το σίδερο κολλά».
  Υπάρχει η επανέκδοση από την Απόπειρα, η πρώτη έκδοση ήταν από άλλο εκδοτικό οίκο. Όμως εγώ τις σημειώσεις τις διάβασα από το pdf που διαθέτει ελεύθερα ο μεταφραστής στην ιστοσελίδα του, με ενδιαφέροντα σχόλια.   
  Ζώντας σαν περιθωριακός για μια δεκαετία περίπου, κάνοντας τις πιο διάφορες δουλειές, έχοντας περάσει και από τη φυλακή, ο Μπουκόφσκι γράφει ιστορίες, σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικές, που δημοσιεύονται στο underground περιοδικό Open City. Με τολμηρή προκλητική γλώσσα, συχνά αυτοσαρκαζόμενος, γράφει ιστορίες που έχουν να κάνουν με το σεξ, τη φτώχεια και το περιθώριο. Μικρές ιστορίες δοσμένες με λιτό ύφος και αρκετό χιούμορ, είναι ακριβώς το στιλ που μου αρέσει.
  Και συνεχίζω αμέσως με αποσπάσματα.
  «Πάντως σε αμεσότητα βρίσκω ότι τα γραφτά μου πετυχαίνουνε πολύ περισσότερο από τα ποιήματα. Ένα ποίημα από τη στιγμή που θα το δεχτούν να το δημοσιεύσουν κάνει 2 με 5 χρόνια μέχρι να δει το φως της δημοσιότητας, ενώ είναι φίφτυ φίφτυ οι πιθανότητες να μη δημοσιευτεί τελικά, ή να δεις αργότερα «στίχους ολόκληρους, λέξη προς λέξη» (δική μου η παρένθεση, στίχος σε δαχτυλικό μέτρο. Οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι πάνε στο τέλος) στο έργο κάποιου γνωστού ποιητή, και πιάνεις το νόημα μιας κοινωνίας που πάει κατά διαόλου» (σελ. 3, στο pdf πάντα).
  «Γνωστού ποιητή». Αυτό σοκάρει περισσότερο από ενός «άγνωστου ποιητή». Κατά καιρούς διαβάζω για τέτοια.
  «Ναι, η αλήθεια είναι ότι η Μάλλεϋ είναι “μπίσιεν πασσέ”, όμως τι γίνεται με τους πιο νέους λυρικούς;» (σελ. 16).
  Υποθέτω ότι το «μπίσιεν πασσέ» είναι «μπίσχεν πασέ», «bisschen passé», γερμανογαλλικά, «λιγάκι ξεπερασμένη».
  «Μια γυναίκα πρέπει να φοράει κάτι πάνω της/ αλλιώς πώς θα τη γδύσεις» (σελ. 24).
  Δεν θα σχολιάσω αν ισχύει αυτό, απλά θα υπογραμμίσω τη διαδοχή του τροχαίου με τον ίαμβο.
  «Θυμήθηκα ότι είχα βάλει κάπου ένα σκοινί, το ’χα αγοράσει κάποτε που ήθελα να κρεμαστώ» (σελ. 60).
  Συγκινητικά εξομολογητικός, ίσως να είναι πράγματι αλήθεια. Περιθώριο και κατάθλιψη πάνε μαζί. Μετά έγινε διάσημος και του έφυγε η ιδέα. Όχι ότι η διασημότητα σε προφυλάσσει ντε και καλά, ας θυμηθούμε τον Χέμινγουεϊ και τον Γιασουνάρι Καουαμπάτα.
  «Μέσ’ στο μυαλό μου υπάρχει ανάγλυφη η ανάμνηση της πέτσινης λουρίδας που κρεμότανε στο μπάνιο του πατρικού σπιτιού και την οποία ο πατέρας μου – ένας θορυβώδης γορίλας – τη μεταχειριζότανε σπάνια για ν’ ακονίζει το ξυράφι του και αρκετές φορές την ημέρα για να μου γυαλίσει τον κώλο» (σελ. 88).
  Ο Κάφκα ήταν πιο τυχερός, αντιμετώπιζε μόνο την απειλή.
  «Εγώ είμαι συνηθισμένος στον ήλιο και τη ζέστη, τα διαπεραστικά χρώματα της Μεσογείου· είχα συνηθίσει να κάθομαι με γυμνό τον κώλο πάνω στο ηφαίστειο, όπως στην Ελλάδα – εκεί έχει τουλάχιστον Φως, εκεί τουλάχιστον υπάρχουν μερικοί άνθρωποι, κι ακόμα Έρωτας» (σελ. 96).
  Μα δεν μας έμεινε και τίποτε άλλο.
 Ο Μπουκόφσκι ήταν γερός πότης. Πριν αναρτήσω, μια και έχω ηλεκτρονικό το κείμενο και μια και κάποτε φλερτάριζα με την κειμενογλωσσολογία, είπα να μετρήσω πόσες φορές υπάρχει στο κείμενο η λέξη μπίρα, η λέξη κρασί και η λέξη ουίσκι, σε διάφορες πτώσεις και παράγωγα. Μέτρησα 34 φορές τη λέξη μπίρα, 15 το ουίσκι και άλλες τόσες το κρασί. 
  Και οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι που λέγαμε, με τους οποίους τελειώνουμε πάντα τις βιβλιοκριτικές μας, και οι οποίοι βέβαια εδώ πιστώνονται στον μεταφραστή.
 
Ίσα που τον προλάβαινα στο ρούφηγμα της μπίρας (σελ. 6)
Ήταν αργά απόγευμα, κόντευε να νυχτώσει (σελ. 12)
Δεν ήξερα αν έπρεπε να συμπληρώσω κάτι (σελ. 21)
Κι έτσι μ’ αυτή την κίνηση η κάμα πέφτει κάτω (σελ. 21)
Το πώς έτσι αλόγιστα ήρθε σ’ αυτό το μέρος (σελ. 28)
Στο βλέμμα αυτό μια ένταση γεμάτη αμφιβολία (σελ. 39)
Με παρακολουθούσανε με γουρλωμένα μάτια (σελ. 29)
Θα μου το επιστρέψετε όταν τελειώσει η ώρα (σελ. 41)


Post a Comment