Book review, movie criticism

Monday, June 4, 2018

Joyce Carol Oates (1938 - )




Joyce Carol Oates, Παράξενες σχέσεις, Ζόμπι, Η ξανθιά

Joyce Carol Oates, Solstice-Παράξενες σχέσεις, Ζαχαρόπουλος 1990, σελ. 260

  Το μυθιστόρημα, που γράφηκε το 1985 όταν η πολυγραφότατη Τζόυς Κάρολ Όουτς (γεν. 1938) ήταν 47 χρονών, είναι βασικά η ανάπτυξη δυο προσωπογραφιών, της Μόνικας και της Σήλας, καθώς και η αφήγηση των σχέσεών τους. Τα επεισόδια είναι δεικτικά, που εικονογραφούν δηλαδή το χαρακτήρα και τις σχέσεις τους, ενώ το σασπένς απουσιάζει.
  Όχι ολότελα. Συναντούμε δυο σασπένς, όμως η συγγραφέας δεν τους δίνει ιδιαίτερη σημασία. Κάποιος ερευνά για την Μόνικα. Ντετέκτιβ ίσως; Αναστατώνεται. Πολύ αργότερα θα υποπτευθεί ότι τον έβαλε η Σήλα για να αντλήσει πληροφορίες. Επίσης για ένα γράμμα που η Σήλα δεν ενδιαφέρεται να το ανοίξει, δεν θα μάθουμε ποτέ τι έγραφε.
  Η Όουτς (δεν χρειάζεται εδώ να κάνουμε διάκριση ανάμεσα σε συγγραφέα και αφηγητή, που εξάλλου είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας) εστιάζει εσωτερικά στην Μόνικα, με την οποία ξεκινάει το μυθιστόρημα, και εξωτερικά, με τα μάτια της Μόνικας, στην Σήλα.
  Το «Παράξενες σχέσεις», ο τίτλος της ελληνικής μετάφρασης, είναι πιο κατάλληλος από το «Solstice», Ηλιοστάσιο, που είναι ο τίτλος του πρωτοτύπου. Πιστεύω όμως ότι καλύτερα θα ταίριαζε «Αμφιθυμικές σχέσεις», αφού βλέπουμε στα αισθήματα της Μόνικας μια αμφιθυμία απέναντι στην Σήλα, πράγμα που, σε δεικτικά επεισόδια, μαθαίνουμε ότι διακρίνει και τα αισθήματα της Σήλας απέναντι στη Μόνικα, με κύριο το επεισόδιο που δεν της άνοιγε την πόρτα.
  Κάποιες φορές, σε κάποιες σχέσεις φιλίας, υπάρχει μια αμφιθυμία. Στον έρωτα μάλιστα είναι πιο έντονη. Odi et amo τραγουδά ο Κάτουλλος. Στην περίπτωση της Μόνικας η αμφιθυμία αυτή τροφοδοτείται και από μια κάποια ζήλεια. Η Σήλα είναι διάσημη και πλούσια, κοινωνικά πιο πάνω απ’ αυτήν. Η ίδια βρήκε καταφύγιο, μετά το διαζύγιό της, σ’ αυτό το δευτέρας κατηγορίας σχολείο. Όμως η αμφιθυμία αυτή δεν διαταράσσει τα βαθύτερα αισθήματά τους. Το τέλος είναι εντυπωσιακό. Η Σήλα, για την οποία τα αισθήματα της Μόνικας βρίσκονται στο ναδίρ, είναι που την «σώζει» κυριολεκτικά, βαριά άρρωστη, με αυτοκτονικό οικογενειακό ιστορικό, ανίκανη να αντιδράσει. Είναι δίπλα της στο νοσοκομειακό που τη μεταφέρει στο νοσοκομείο.
  Το δίδυμο Μόνικα-Σήλα μου θύμισε ένα άλλο δίδυμο, του Νικ και Γκάτσμπι στο μυθιστόρημα του Φιτζέραλντ. Επίσης το in absentia δίδυμο, Σήλα και Φλάξμαν (ο πεθαμένος, κατά 20 τόσα χρόνια μεγαλύτερος, φτασμένος ζωγράφος, σύζυγός της), μου θύμισε τα δίδυμα Φρίντα Κάρλο-Ντιέγκο Ριβέρα και Ωγκύστ Ροντέν-Καμίγ Κλωντέλ.
  Διαβάζουμε:
  «Από γνωστούς στο Γκλένκι η Μόνικα έμαθε πως οι Φλάξμαν, όπως έλεγαν στην περιοχή, ήταν «ασυνήθιστο» ζευγάρι. Ο γάμος τους ήταν «κάπως πειραματικός». Ταξίδευαν πολύ, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και σε μακρινά, εξωτικά μέρη του κόσμο, Αφγανιστάν, Νέα Γουινέα, Παταγωνία. Καμιά φορά εξαφανίζονταν μήνες και κανένας δεν ήξερε πού είχαν πάει. Καμιά φορά εξαφανιζόταν ο ένας τους κι ο άλλος… ναι, ο άλλος… έκανε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ή παρηγοριόταν-φανερά και ξετσίπωτα-με μια ξένη γυναίκα ή έναν ξένον άντρα» (σελ. 38).
  Οι συγγραφείς αντλούν τα θέματά τους από χώρους που τους είναι οικείοι. Ο David Lodge για παράδειγμα, πανεπιστημιακός, γράφει campus novels και ο Τζόζεφ Κόνραντ, ναυτικός επί δεκαέξι χρόνια, μιλάει αρκετά για τη θάλασσα. Η Όουτς υπήρξε δασκάλα. Δασκάλα είναι και η Μόνικα. Η Όουτς με τον άνδρα της ίδρυσαν το περιοδικό «Ontario Review», με λογοτεχνική και καλλιτεχνική ύλη. Η Σήλα είναι ζωγράφος.
  Πριν προχωρήσουμε σε παράθεση αποσπασμάτων να πούμε ότι η Όουτς αποφεύγει το διάλογο, και στη θέση του χρησιμοποιεί συχνότατα τον ελεύθερο πλάγιο λόγο.
  Και τώρα κάποια αποσπάσματα.
  «Όπως λέει κι ο Νίτσε, η σκέψη της αυτοκτονίας μπορεί να κάνει κανένα να περάσει πολλές άγρυπνες νύχτες… δεν συμφωνείς;» (σελ. 91).
  Πού να ξέρω. Όμως διάβασα όλο το Νίτσε (εκτός κι αν μου ξέφυγε κάτι) και δεν θυμάμαι να το συνάντησα πουθενά.
  «Μην παίρνεις πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου Μόνικα» (σελ. 112).
  Συνταγή ψυχικής υγείας: ούτε τον εαυτό σου, ούτε τους άλλους, ούτε τη ζωή γενικά δεν πρέπει να παίρνουμε και τόσο στα σοβαρά.
  «…με μια εύθυμη κατά κάποιο τρόπο απόγνωση» (σελ. 149).
  Οξύμωρο; Είναι φορές που κρύβουμε την απόγνωσή μας παριστάνοντας τους εύθυμους.
  «Θεωρία της φιλολογικής αποικοδόμησης» (σελ. 151). Μεταφραστικό ατόπημα, deconstruction=αποδόμηση.
  «Λοιπόν, Μόνικα …είναι σημαντικό για σένα να είσαι διαρκώς απασχολημένη» (σελ. 165).
  Εδώ ταιριάζει ένα από τα γνωμικά-παραφράσεις μου, το horror vacui temporis, ο τρόμος του κενού χρόνου.
  Και ένα ρητό που σταχυολόγησε ο Σήλα κατά το ταξίδι της στο Μαρόκο:
  «Μια γυναίκα βγαίνει έξω μόνο τρεις φορές στη ζωή της… μια όταν γεννιέται και βγαίνει από τη μήτρα της μάνας της, μια όταν παντρεύεται και φεύγει από το σπίτι του πατέρα της και μια όταν πεθαίνει και φεύγει από τον κόσμο τούτο» (σελ. 184).
  Ευτυχώς τα πράγματα δεν είναι έτσι, τουλάχιστον για όλες τις γυναίκες. Γιατί αλλιώς…
  Αυτά για τις «Παράξενες σχέσεις». Έχουμε στο πρόγραμμα να διαβάσουμε άμεσα άλλα δυο έργα της, το «Ζόμπι» και την «Ξανθιά».

Joyce Carol Oates, Zombie (μετ. Βασίλης Μπαμπούρης), Οξύ 2002, σελ. 153

  Συνήθως αυτό το γράφω σε κριτικές μου για ταινίες: Τα θρίλερ δεν μου αρέσουν. Και αυτό το έργο είναι θρίλερ. Και αυτό επίσης το γράφω σε κριτικές μου για ταινίες: Υπάρχουν ειδολογικές προτιμήσεις. Όσο καλό και να είναι αυτό το θρίλερ, όσο καλογραμμένο, δεν μου άρεσε. Φυσικά τους λάτρεις του είδους τους ενθουσίασε, και το βιβλίο κέρδισε το βιβλίο Bram Stoker (Είναι αυτός που έγραψε το «Δράκουλα») το 1996, ένα χρόνο μετά την έκδοσή του. Εμένα όμως μου ανέβασε την πίεση. Δεν ξέρω πού αλλού να αποδώσω την αυξημένη υπέρτασή μου, 15,8, πράγμα που είχε να συμβεί μήνες.
  Το μυθιστόρημα βασίζεται στη ζωή ενός σήριαλ κήλερ. Και η Κάρολ Όουτς, προσπαθώντας να μπει στα άδυτα της ψυχοσύνθεσής του, φτιάχνει μια δυνατή προσωπογραφία, εξίσου ισχυρή με τις προσωπογραφίες των δυο γυναικών που έδωσε στο «Παράξενες σχέσεις». Υπάρχει όμως μια κεφαλαιώδης διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δυο μυθιστορήματα. Στις «Παράξενες σχέσεις» σχεδόν απουσιάζει το σασπένς. Εδώ είναι κυρίαρχο, πράγμα ειδολογικά αναπόφευκτο.
  Ο Κουέντιν, ένας τριαντάρης νεαρός, είναι ομοφυλόφιλος. Διαταραγμένος ψυχολογικά, σκέφτεται να φτιάξει ένα «ζόμπι» κάνοντας λοβοτομή σε κάποιο άτομο που θα είχε απαγάγει. Είχε διαβάσει για τη διαδικασία: μέσω ενός παγοκόπτη, περνώντας τον μέσα από τα μάτια του θύματος, φτάνει στους λοβούς του εγκεφάλου. Το ζόμπι, σαν ζόμπι, θα ήταν ολότελα υπάκουο στις σεξουαλικές του ορέξεις.
  Όπως μπορεί να φανταστεί κανείς, τα θύματά του κατέληγαν το ένα μετά το άλλο. Και φυσικά δεν σταμάτησε τις προσπάθειες.
  Κάποτε παρά λίγο να την πατήσει, να την πατήσει για καλά. Το θύμα του, ένας νεαρός μαύρος, ξέφυγε. Με πατέρα καθηγητή πανεπιστημίου και κατάλληλες διασυνδέσεις τη γλίτωσε με δυο χρόνια με αναστολή, για απλή σεξουαλική παρενόχληση. Επίσης ήταν υποχρεωμένος να παρακολουθείται από ψυχίατρο, να συμμετέχει σε ομαδικές συνεδρίες και να παίρνει ψυχοφάρμακα. Για τους προηγούμενους φόνους του δεν ανακάλυψαν τίποτα.
  Εκεί που κινδύνεψε πραγματικά ήταν στην τελευταία του απόπειρα. Θύμα ήταν ένας νεαρός λευκός που έμοιαζε καταπληκτικά με ένα συμμαθητή του με τον οποίο ήταν ερωτευμένος. Στο τσακ θα καταφέρει να ξεφύγει.
  Ένας ακόμη λόγος που δεν μου άρεσε το έργο είναι η αδυναμία να ταυτιστώ με έναν διαταραγμένο δολοφόνο, ο οποίος μάλιστα είναι και ο αφηγητής. Όχι, δεν είμαι οπαδός του σοσιαλιστικού ρεαλισμού να θέλω θετικούς ήρωες σε ένα μυθιστόρημα, πρότυπα μίμησης, αλλά όταν ο ήρωας είναι ένας εντελώς αρνητικός χαρακτήρας το μυθιστόρημα δεν μου αρέσει. Αυτός ήταν ο λόγος που δεν μου άρεσε και «Το άρωμα» του Πάτρικ Ζίσκιντ.
  Και ένας τελευταίος λόγος: Πιστεύω ότι πρέπει να υπάρχει ποιητική δικαιοσύνη όπως στα αστυνομικά, στα οποία ο δολοφόνος τιμωρείται. Εδώ όμως ο ήρωας ξεφεύγει. Και όχι μόνο: Προετοιμάζεται για επόμενα κτυπήματα.
  Μου θύμισε πολύ το «Funny games» του Michael Hanecke, στο οποίο οι δυο σήριαλ κίλερς, στο τέλος του έργου, ετοιμάζονται για το καινούριο κτύπημα. Είδα όλο τον Hanecke πακέτο, με αρκετή δυσκολία, έχοντας πάρει απόφαση να μην ξαναδώ άλλο του έργο.
  Γιατί να υπάρχει ποιητική δικαιοσύνη;
  Με το γιο μου όταν ήταν μικρός, μαθητής σε κάποια από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού, είδαμε μια ταινία του Τζέημς Μποντ. Την επομένη μου είπε ότι είδε εφιάλτη. Γιατί; Γιατί φοβήθηκε με την ταινία. Και γιατί φοβήθηκε με την ταινία; Γιατί η «κακιά» στο τέλος τη γλίτωσε.
  Αν δεν τη γλίτωνε δεν θα υπήρχε συνέχεια με άλλη ταινία, όμως ο γιος μου εκείνο το βράδυ έχασε τον ύπνο του. Αν οι κακοί καταφέρνουν και γλιτώνουν, τότε νοιώθουμε ανυπεράσπιστοι. Εν τάξει, να ξεφεύγουν στην πραγματικότητα, αλλά να ξεφεύγουν και στον φανταστικό κόσμο του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας;

Joyce Carol Oates, Η ξανθιά (μετ. Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος) Καστανιώτης 2001, σελ. 736

  Έχω δηλώσει ότι μου αρέσουν οι βιογραφίες. Εδώ να προσθέσω ότι δεν λέω όχι και για τις μυθιστορηματικές. Μια τέτοια που έχω διαβάσει είναι μια μυθιστορηματική βιογραφία του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, γραμμένη αν θυμάμαι καλά από τη Λιλίκα Νάκου (Τώρα τι το έγραψα το «αν θυμάμαι καλά», αφού αμέσως μετά κοίταξα και το επιβεβαίωσα ψάχνοντας στην google).
  Η πρώτη παράγραφος στο εισαγωγικό σημείωμα της συγγραφέως είναι η εξής:
  «Η Ξανθιά είναι μια πλήρως διυλισμένη βιογραφία σε μορφή μυθιστορήματος και, παρ’ όλη την έκτασή της, η συνεκδοχή αποτελεί τον κανόνα του προσδιορισμού. Για παράδειγμα, αντί για τα πολλά θετά σπίτια στα οποία έζησε η Νόρμα Τζην, η Ξανθιά στέκεται μόνο σε ένα και αυτό φανταστικό· αντί για τους πολλούς εραστές, τις ιατρικές κρίσεις, τις εκτρώσεις και τις απόπειρες αυτοκτονίας και τις θεατρικές παραστάσεις, η Ξανθιά στέκεται μόνο σε ελάχιστες επιλεγμένες και συμβολικές».
  Αυτό το επιβεβαίωσα διαβάζοντας στη συνέχεια το αγγλικό λήμμα (τα ελληνικά λήμματα είναι πάντα φτωχότερα) της βικιπαίδειας. Στη συνέχεια του προλόγου της η Όουτς αναφέρεται σε πραγματικά και επινοημένα στοιχεία.
  Δυο μόνο άλλα μυθιστορήματα της Όουτς έχω διαβάσει, τις «Παράξενες σχέσεις» για τις οποίες συζητήσαμε στη «Λέσχη ανάγνωσης Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι» του Γιάννη του Καραμπίτσου το Σάββατο 4 Μαρτίου 2017 και το «Ζόμπι».
  Δεν θα ριψοκινδύνευα να γενικεύσω για την ποιητική της Όουτς όμως δεν μπορώ να αποφύγω να μιλήσω γενικευτικά συγκρίνοντας τα τρία μυθιστορήματα που διάβασα.
  Η Όουτς είναι εξαιρετική στην προσωπογράφηση των ηρώων της δίνοντας λεπτομερειακότατα πορτραίτα τους, καθώς και στην περιγραφή των συναισθημάτων τους. Τα επεισόδια που αφηγείται τοποθετούνται περισσότερο σε κάθετο, «παραδειγματικό άξονα», για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο της γλωσσολογίας, δεικτικά του χαρακτήρα των ηρώων της και άρα αντιμεταθέσιμα, που θα μπορούσαν δηλαδή να «μονταριστούν» με οποιαδήποτε σειρά, παρά σε οριζόντιο, «συνταγματικό άξονα», πυρηνικά δηλαδή που πυροδοτούν το ένα το άλλο, όπως οι μπίλιες του μπιλιάρδου. Τα μυθιστορήματά της δεν χαρακτηρίζονται από την αριστοτελική πλοκή της «πράξεως σπουδαίας και τελείας», συγκλονιστικά επεισόδια σε μια ιστορία με αρχή, μέση, τέλος, και ίσως αυτός είναι ο λόγος που επέλεξε να γράψει μια βιογραφία (της Μέριλιν Μονρόε στην «Ξανθιά»), και μια οιονεί βιογραφία ενός σήριαλ κίλερ (στο «Ζόμπι»).
  Στην «Ξανθιά» δίνει το τραγικό πορτραίτο της άμοιρης ηθοποιού, πολύ πιο τραγικό από το πορτραίτο της Μάγκι στην ταινία «Ladybird, ladybird» του Ken Loach που είδαμε πρόσφατα στις ελεύθερες προβολές στο «Σχολείο του σινεμά», επίσης του Γιάννη Καραμπίτσου. Και οι δυο γυναίκες πέρασαν ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους σε ορφανοτροφείο. Και οι δυο γυναίκες κακοποιήθηκαν σεξουαλικά, αν και για την σεξουαλική κακοποίηση της Μονρόε στην παιδική της ηλικία η Τζόυς αφήνει μόνο υπονοούμενα, ενώ δηλώνεται απερίφραστα στην βικιπαίδεια. Όμως η Μάγκι δεν έκανε απόπειρες αυτοκτονίας, και γνώρισε το θαύμα της μητρότητας με εννιά παιδιά. Η μεγάλη δυστυχία της, να της πάρει η Πρόνοια τα έξι παιδιά της, οφείλεται σε ένα ατύχημα και στον εκρηκτικό της χαρακτήρα, αποτέλεσμα βέβαια των τραυματικών της εμπειριών στα παιδικά της χρόνια. Το ατύχημα ήταν μια πυρκαγιά στο δωμάτιο των τεσσάρων παιδιών όπου τα είχε κλειδωμένα για να τα προστατεύσει από τις παρενοχλήσεις των άλλων παιδιών. Αυτό τη στιγμάτισε σαν ανεπαρκή μητέρα με αποτέλεσμα να της πάρουν και τα δυο επόμενα που έκανε έχοντας ένα σωστό σύντροφο αυτή τη φορά. Όμως η Πρόνοια κατάλαβε το λάθος της, δεν της πήραν τα τρία επόμενα. Η Μέριλιν Μονρόε όμως δεν γνώρισε το θαύμα της μητρότητας και τελικά αυτοκτόνησε· αν και η Όουτς επιλέγει την εκδοχή που υποστηρίζουν κάποιες θεωρίες συνομωσίας, ότι δολοφονήθηκε.  
  Στις «Παράξενες σχέσεις» είδαμε να αφθονεί ο ελεύθερος πλάγιος λόγος. Εδώ η Τζόυς προχωράει ακόμη πιο πέρα. Βάζει ευθύ λόγο χωρίς τα συνδετικά του, μόνο με πλαγιαστά γράμματα (italics) για να δηλώσει π.χ. την αφήγηση ενός άλλου προσώπου, συνήθως ενδοδιηγητικού-μάρτυρα, όπως στο παρακάτω απόσπασμα:
  «Αναθεματισμένη γυναίκα! Τόσο όμορφη που δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της. Όταν ο Κότεν τελικά τη στραγγάλισε, μερικοί ξεσπάσαμε σε αυθόρμητα χειροκροτήματα» (σελ. 336).
 Τα πλαγιαστά γράμματα τα χρησιμοποιεί επίσης για να δηλώσει σκέψεις εμβόλιμες μέσα στο λόγο, όπως: «Έτσι ο κόσμος δεν θα την πληγώσει όσο μπορεί να την πλήγωνε κάτω από άλλες συνθήκες» (σελ. 510) σκέφτεται ο Άρθουρ Μίλερ, ο τότε σύζυγός της, στα ενδιάμεσα ενός διαλόγου του με την Μέριλιν.
  Τα χρησιμοποιεί ακόμη για να δηλώσεις σκέψεις που αποκαλύπτουν κρυφά αισθήματα, όπως: «Κατέστρεψες τη ζωή μου, κάθαρμα» (σελ. 673), εμβόλιμο σε ένα διάλογο με τον Ότο Όσε, που τη φωτογράφισε γυμνή για πενήντα δολάρια.
  Επίσης τα χρησιμοποιεί για να δώσει απλά έμφαση στην αφηγηματική φωνή. Για παράδειγμα διαβάζουμε:
  «Κοιμήθηκε με τους πάντες προκειμένου ν’ αναδειχθεί. Αρχίζοντας με τον Ζ. Μετά με τον Χ. Υπήρξε και ο Σιν, φυσικά. Και ο Χιούστον, βέβαια. Και οι παραγωγοί της ταινίας. Και ο Ουίντμαρκ. Και… οποιονδήποτε άλλο μπορείς να φανταστείς» (σελ. 267). Πιο κάτω διαβάζουμε, σε παρένθεση: («αφού έκανα από μια πίπα σε όλους όσοι ήταν στο τραπέζι») (σελ. 317). Θα ειπώθηκε σίγουρα ειρωνικά, αλλά θα μπορούσαμε να τη φανταστούμε σαν σουρεάλ σκηνή σε ταινία του Αλμοδοβάρ.
  Και τέλος, ένα κορυφαίο:
  «Όταν πέθανα, ο Μπράντο δεν έδωσε συνεντεύξεις μιλώντας για μένα. Μόνο αυτός από τους παλιανθρώπους του Χόλυγουντ» (σελ. 535).
  Θυμήθηκα τον ήρωα στο «Τρομοκρατικό κτύπημα» της Γιασμίνα Χαντρά, που μιλάει όντας νεκρός.
  Έχω προσθέσει στη γνωστή ρήση του Μαρξ: «Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» το «και χωρίς παρενέργειες». Εδώ η Όουτς κάνει μια άλλη προσθήκη: «Όπως το πιοτό και ο κινηματογράφος».
  Εντελώς άδικο για τον κινηματογράφο. Ή μήπως για το πιοτό;
  Και τώρα να σχολιάσουμε κάποια ακόμη αποσπάσματα:
  Το παρακάτω είναι με πλαγιαστά, προφανώς για να δώσει έμφαση στην ειρωνεία της.
  «…ο Μπόγκι (Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ) ξέρει ποιο είναι το καλό του όπως όλοι μας. Να καρφώνεις τους φίλους σου (στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων), αυτή είναι η δοκιμασία του αληθινού πατριώτη. Να καρφώνεις τους εχθρούς σου, το κάνει ο καθένας» (σελ. 325).
  «Ο Κας (γιος του Τσάρλι Τσάπλιν, αγνοημένος από τον πατέρα του πέθανε στα 36 του από το πιοτό) είχε πει: Η αγαπημένη παροιμία του πατέρα μου είναι: Όταν έχεις εκατομμύρια δολάρια, έχεις κι εκατομμύρια φίλους» (σελ. 366).
  Δηλαδή αν έχεις πέντε χιλιάδες ευρώ έχεις και πέντε χιλιάδες φίλους;
  Πιθανόν, στο facebook, όπου το 5.000 φίλοι είναι το όριο σε κάθε προφίλ.
  «Διάβαζε τα διηγήματα του Άντον Τσέχοφ αργά τη νύχτα, και στο διάστημα αυτό έμοιαζε να μην έχει την παραμικρή ιδέα πού βρισκόταν, ποια ήταν…» (σελ. 436).
  Κι εμένα με μάγεψαν τα διηγήματα του Τσέχοφ, και διάβασα όλα όσα μπόρεσα να βρω.
  «…όταν ο γάμος της διαλυόταν σαν μουσκεμένο χαρτομάντιλο» (σελ. 481).
  Τι ωραία μεταφορά!!!
  «Μεγαλοφυΐα είναι αυτό που απομένει όταν πεθάνουν οι φήμες» (σελ. 500).
   «Η κουλτούρα, η καλλιέργεια, είναι αυτό που μένει όταν έχεις ξεχάσει όλα όσα έμαθες στη ζωή σου» είχε πει ο Αντρέ Μαλρώ.
  Δεν ξέρω το μέγεθος της παρέμβασης στο απόσπασμα από το «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας» του Φρόιντ, το οποίο μας λέει στον πρόλογό της ότι παραφράζει, είναι όμως πολύ ωραίο.
  «Ποτέ δεν είμαστε τόσο ανυπεράσπιστοι απέναντι στις ταλαιπωρίες όσο όταν αγαπάμε, ποτέ δεν είμαστε απελπιστικά δυστυχισμένοι όσο όταν έχουμε χάσει το αντικείμενο της αγάπης μας ή την αγάπη του» (σελ. 591-592). Ή της αγάπης της, για μας τους άντρες.
  «Φυσικά είχε πηδηχτεί με τον Ζ. Στην προσπάθειά μου ν’ ανεβώ. Ποια δεν το έχει κάνει;» (σελ. 633).
  Όποια δεν το έχει κάνει να κάνει ένα βήμα μπροστά. Όπως σε μια ιστορία που μας αφηγήθηκε ο Γρηγόρης Χαλιακόπουλος, που παραείναι χοντρή για να την παραθέσω εδώ. Δεν αφορούσε όμως γυναίκες.  
  «Ω, και τι δεν λένε για την Ρόσλιν (ρόλος της Μέριλιν) οι άντρες για να την κολακέψουν και να την ξελογιάσουν! “Ρόσλιν, έχεις το χάρισμα της ζωής… Ρόσλιν, λάμπεις ολόκληρη…”» (σελ. 645).
  Θα συμπληρώσω από κάποιο ανέκδοτο.
  -Για να σου πω, γιατί μου τα λες όλα αυτά, για να με πηδήξεις;
  -Ρόσλιν, είσαι και τόσο έξυπνη.
  «Υπάρχει ένας γάλλος φιλόσοφος που λέει ότι η δυστυχία των ανθρώπων είναι να μην μπορούν να μείνουν σ’ ένα μικρό δωμάτιο» (σελ. 678).
  Όμως μαζί με άλλους είναι κόλαση, μας λέει ο Σαρτρ στο «Κεκλεισμένων των θυρών».
  Και ένα τελευταίο.
  «…γιατί για ποιο λόγο θα ξόδευαν οι αμερικάνοι λεφτά που τα είχαν βγάλει με τον ιδρώτα για να δουν ταινίες που θα τους προκαλούσαν κατάθλιψη; Ταινίες που να τους θυμίζουν την κωλοζωή τους; Είναι κακό να γελάει ο κόσμος;» (σελ. 693).
  Συμφωνώ απόλυτα, γι’ αυτό είχα αποφασίσει να δω, έχοντας σαν κίνητρο την «Ξανθιά», τις κωμωδίες της, και έχω δει ήδη κάποιες, αλλά μάλλον θα δω και από τις άλλες, από αυτές που προκαλούν κατάθλιψη.
  Πριν γράψω δυο λόγια για τις ταινίες της που είδα, θα παραθέσω μια ανάμνησή μου. Είναι από ένα κεφάλαιο μιας αυτοβιογραφίας που έγραψα όταν ήμουν είκοσι χρονών και έχει τίτλο «Φίλοι και παιχνίδια», και μάλιστα το ανάρτησα στο blog μου.
    «Θυμάμαι που είχα ολόκληρες κατοσταριές τέτοιες φωτογραφίες. Όταν κάποτε πήγαμε με τον Γιάννη ραντολόι στα χαρούπια, κρατούσα στην τσέπη μου ένα μπακάκι απ’ αυτές. Όταν καθίσαμε να ξεκουραστούμε κάτω από μια χαρουπιά σε ένα ποταμό τις έβγαλα και τις κοιτάζαμε. Ανάμεσά τους, όλως τυχαίως, ήταν και η φωτογραφία της Μέριλιν Μονρόε που μόλις πριν ενάμισι μήνα είχε πεθάνει. Έτσι τη θάψαμε με μεγάλη επισημότητα κάτω από ένα σωρό χώμα ψάλλοντας το «μετά πνευμάτων δικαίων τετελειωμένων» και άλλα θρησκευτικά άσματα. Φτιάξαμε και ένα ξύλινο σταυρό και βάλαμε τέλος στην κηδεία».
  Και τώρα οι ταινίες, με τις σειρά που τις είδα.
  Για το «Monkey business» (1952) έγραψα στο αρχείο μου tenies pou ida ke den egrapsa gi aftes, δηλαδή σε ξεχωριστή ανάρτηση: Μια ηλίθια screwball κωμωδία, που όμως σε αποζημιώνουν τα τελευταία 20 λεπτά. Την είδα επειδή διαβάζω την «Ξανθιά» της Joyce Carol Oates, να δω πώς ήταν η Marilyn Monroe στα νιάτα της. Εντάξει, απλά όμορφη, αλλά με εντυπωσιακά μεγάλα βυζιά.
  Ο Howard Hawks γύρισε και το «Gentlemen prefer blondes» (1953). Χαριτωμένο μιούζικαλ, καλύτερη ταινία από την προηγούμενη, μου έφυγε η νύστα, την είδα ευχάριστα 12.00-1.30. Οι δυο χορεύτριες, ο πλούσιος νεαρός που ερωτεύεται τη Μέριλιν, ο κατάσκοπος που βάζει ο πατέρας του και που ερωτεύεται την άλλη χορεύτρια.
  Πολύ αστεία κωμωδία το «The seven years itch» (1955) σε σκηνοθεσία Billy Wilder, με την Μέριλιν στον επάνω όροφο να έχει ξελογιάσει τον παντρεμένο του κάτω. Αυτός για να αποφύγει τον πειρασμό, όχι πριν συμβούν πολλά κωμικά επεισόδια, φεύγει να πάει στη γυναίκα του και τα παιδιά του που είναι διακοπές. Νόμιζα ότι το δεύτερο κονσέρτο για πιάνο του Ραχμάνινωφ, ένα από τα αγαπημένα μου, ήταν απλά μουσική υπόκρουση, για να διαπιστώσω στη συνέχεια ότι έμπαινε μέσα σε κάποιο επεισόδιο της ταινίας.
  Για τις άλλες δεν έγραψα γιατί αποφάσισα να γράψω εδώ. Στη συνέχεια είδαμε το «Bus stop» (1956) σε σκηνοθεσία του Joshua Logan. Ο άβγαλτος καουμπόι θα ερωτευθεί παράφορα την Μέριλιν που δουλεύει σε καμπαρέ.
  Έπειτα είδαμε το «The prince and the showgirl» (1957). Εξαιρετικός ο Ολιβιέ που σκηνοθετεί κιόλας, όμως η Μέριλιν που εδώ είναι εντυπωσιακά όμορφη τον επισκιάζει. Μια ακόμη ταινία στο θέμα της σταχτοπούτας.
  Το «Some like it hot» (1959) είναι μια καταπληκτική κωμωδία που βέβαια θυμόμουνα ότι την είχα ξαναδεί, με τους μεταμφιεσμένους σε γυναίκες Τόνι Κέρτις και Τζακ Λέμον, για να βρουν δουλειά στη γυναικεία ορχήστρα. Σκηνοθετεί και εδώ ο Billy Wilder.
  Στο «The misfits» (1961), την τελευταία της ταινία την οποία σκηνοθετεί ο John Huston (η επόμενη δεν ολοκληρώθηκε και δεν προβλήθηκε ποτέ) η Μέριλιν είναι και πάλι πανέμορφη. Οι τρεις άνδρες με τη Μέριλιν πηγαίνουν για κυνήγι άγριων αλόγων που θα τα πουλήσουν για ζωοτροφές. Η Μέριλιν φρικάρει, μαζί κι εγώ, με την αγριότητα της σύλληψης των έξι αλόγων. They are nothing but misfit horses, honey, της λέει ο Clark Gable που θα πεθάνει πριν δει την ταινία να προβληθεί, από καρδιακά προβλήματα. Άλογα του περιθωρίου, διαβάζω στους υπότιτλους. Misfits, του περιθωρίου, είναι και οι τέσσερίς τους. Οι δυο θα συγκινηθούν, τα άλογα θα απελευθερωθούν, προς μεγάλη αγανάκτηση του «άσχημου» Eli Wallach. Η σχέση ανάμεσα στην Μέριλιν και στον Κλαρκ θα αποκατασταθεί.
  Jean Negulesco, «How to marry a millionaire» (1953), απολαυστική κωμωδία. Οι τρεις γυναίκες ψάχνουν τον πλούσιο γαμπρό. Τελικά οι δυο θα παντρευτούν αυτούς που ερωτεύθηκαν στο μεταξύ, ενώ η τρίτη θα απορρίψει τον πλούσιο για χάρη του φτωχού που αγαπά, για να αποκαλυφθεί στο τέλος ότι είναι εκατομμυριούχος.
  Roy Ward Baker, «Don’t bother to knock» (Φλογισμένα χείλη, 1952). Θρίλερ, με την Μέριλιν ψυχωσική που υποτίθεται ότι θεραπεύτηκε και φυλάει το κοριτσάκι μιας οικογένειας για μια βραδιά. Όμως θα συμβούν πολλά απρόοπτα. Δεν μου αρέσουν τα θρίλερ όμως χαλάλι. Πολύ καλή η Μέριλιν.    
  Edmund Goulding, «Were not married» (1952). Πέντε ζευγάρια πάντρεψε ο βιαστικός δικαστής μόλις πήρε την επιστολή που του ανέθετε τη δικαιοδοσία, χωρίς να διαβάσει ότι ισχύει από την πρώτη του έτους, και επομένως οι γάμοι τους είναι άκυροι. Πολύ ωραία κωμωδία.
  Otto Preminger, «River of no return» (1954). Αν δεν ήμουν κουλτουριάρης σινεφίλ θα έβλεπα μόνο κωμωδίες και western. Άγρια Δύση, χρυσοθήρες, ινδιάνοι, και μια Μέριλιν διαφορετική από αυτή που είδα στις άλλες ταινίες.
  Henry Hathaway, «Niagara» (1953). Τα θρίλερ δεν μου αρέσουν, ιδιαίτερα αυτό που είχε δυο νεκρούς, όμως οι σκηνές στο τέλος με το σκάφος που πήγαινε ντουγρού για τους καταρράχτες και σου έκοβαν την ανάσα με αποζημίωσαν. Είδα σε αρκετά πλάνα και τους καταρράχτες του Νιαγάρα, που δεν θα πάω να τους δω ποτέ.
  «O. Henrys full house» (1952). Πέντε ιστορίες γυρισμένες από πέντε σκηνοθέτες. Η Μέριλιν είναι στην πρώτη που σκηνοθετεί ο Henry Koster, μια πολύ ωραία κωμωδία με ένα τύπο άστεγο αλλά καλλιεργημένο, που μου θύμισε τον δικαστή στο «The pocket of miracles» του Frank Capra. Η τέταρτη ήταν επίσης μια ξεκαρδιστική κωμωδία, με δυο απαγωγείς που βρήκαν το διάβολό τους με τον μικρό που απήγαγαν.
  Fritz Lang, «Clash by night» (1952). Μετά από δέκα χρόνια επιστρέφει στο σπίτι της η Barbara. Θα συγκατατεθεί τελικά να παντρευτεί ένα ναυτικό (έχει δικό του πλοίο) που την αγαπά. Κάνουν μια κόρη. Όμως θα τα φτιάξει με τον φίλο του. Θα ομολογήσει τη σχέση της. Τώρα θα πρέπει να διαλέξει. Τελικά θα διαλέξει το σύζυγο. Η Μέριλιν σε δεύτερο ρόλο, πολύ όμορφη. Η Barbara Stanwyck εξαιρετικότατη ηθοποιός, την έχω δει σε κάμποσα έργα. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνω την άποψή μου ότι μια ταινία που είναι μεταφορά θεατρικού έργου είναι μια πολύ καλή ταινία. Αυτή εδώ είναι από έργο του Clifford Odets.
  Τέλος είδαμε και του John Huston το «The asphalt jungle» (1950). Μικρός ο ρόλος της Μέριλιν, όμως πολύ όμορφη, σε μια αστυνομική ταινία με μια ληστεία. Την είχα ξαναδεί, όπως σίγουρα και όλες τις παραπάνω. Εδώ θυμήθηκα μια σκηνή.
  Είδαμε και τη μίνι σειρά «The secret life of Merilyn Monroe». Εξαιρετική στο ρόλο της η Kelli Garner. Μεταφορά από μυθιστόρημα και αυτή. Για το τέλος της Μέριλιν επιλέγεται η κυρίαρχη εκδοχή, αυτή της αυτοκτονίας.
  Και όπως πάντα, καταλήγουμε με τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους.
Πλούσιες, γοητευτικές και ακριβά ντυμένες (σελ. 259)
Παιδιά που είχαν πληγωθεί από σκληρό παιχνίδι (σελ. 261)
Απαλλαγμένη από τη Νελ εκείνη την ημέρα (σελ. 305)




Post a Comment