Book review, movie criticism

Sunday, June 24, 2018

Friedriech Nietzsche (1844-1900)




Πάντοτε είχα όνειρο να ξαναδιαβάσω τον Νίτσε, που με μάγεψε στα μαθητικά μου χρόνια. Άραγε πώς θα τον «έβλεπα» τόσες δεκαετίες μετά;
Πριν τρία χρόνια περίπου πραγματοποίησα αυτό το όνειρο. Για κάθε βιβλίο του που ξαναδιάβαζα έκανα και μια ανάρτηση στο blog μου. Αυτές τις αναρτήσεις παρουσιάζω τώρα συγκεντρωτικά, με τη σειρά που αναρτήθηκαν. Παραλείπω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που εντόπισα.

Friedriech Nietzsche, Τάδε έφη Ζαρατούστρα (μετ. Νίκος Καζαντζάκης) Φέξη 1965, σελ. 271

Κράτησα τη μια υπόσχεση που έδωσα στον εαυτό μου, να ξαναδιαβάσω τον Καζαντζάκη.  Τώρα να κρατήσω και τη δεύτερη, να ξαναδιαβάσω τον Νίτσε.
Η επαφή μου με τον Νίτσε έγινε ταυτόχρονα με την επαφή μου με τον Ντοστογιέφσκι, την ίδια εποχή, όταν πήγαινα στη δευτέρα γυμνασίου. Τον Ντοστογιέφσκι τον γνώρισα με το μυθιστόρημά του «Ο ηλίθιος» και τον Νίτσε με τη «Γέννηση της τραγωδίας». Από τότε ό,τι βιβλίο τους έφτανε στο βιβλιοπωλείο της κας Σοφίας Αεράκη, που ήταν ταυτόχρονα και πρακτορείο εφημερίδων, το αγόραζα.
Οι επιλογές μου καθορίζονταν αυστηρά από τα βιβλία που έφταναν σ’ αυτό το βιβλιοπωλείο-πρακτορείο. Κάθε μέρα, όταν τέλειωνε το σχολείο, είτε ήταν μεσημέρι είτε ήταν βράδυ, κατέβαινα με το ποδήλατο μέχρι το βιβλιοπωλείο αυτό και κοίταζα αν υπήρχε κάτι καινούριο στη βιτρίνα. Όλα τα βιβλία ήταν φτηνές εκδόσεις, Δαρεμάς στην πλειοψηφία τους. Ανάμεσα στα βιβλία που αγόρασα τότε – θυμάμαι την «Πείνα» του Κνουτ Χαμσούν, το «Κατηγορώ» του Ζολά, «Τα σταφύλια της οργής» του Στάινμπεκ και την βιογραφία του Βαν Γκογκ από τον Ίρβιν Στόουν – ήταν και πάρα πολλές πεζές μεταφράσεις έργων του Σαίξπηρ.
Έκανα πρόσφατα μια ανάρτηση παρακινημένος από ένα βίντεο που είδα από εκδήλωση εις μνήμην του Κωστή Παπαγιώργη όπου δήλωνα, όπως και ο Παπαγιώργης, ότι δεν μου αρέσει η ποίηση. Μέχρι τώρα τη δήλωση αυτή δεν την έκανα δημόσια αλλά μόνο σε συζητήσεις με φίλους. Μπορώ να εξομολογηθώ τώρα ότι τον Νίτσε δεν μπόρεσα ποτέ να τον διαβάσω ολόκληρο εξαιτίας της ποιητικής του γλώσσας. Με συγκινούσε περισσότερο η βιογραφία που έγραψε γι’ αυτόν ο Σαρλ Αντλέρ την οποία διάβαζα και ξαναδιάβαζα, και αργότερα την βιογραφία που έγραψε ο Ντανιέλ Αλεβύ. Τον Ζαρατούστρα επιχείρησα πολλές φορές να τον διαβάσω, σε μια μετάφραση όχι του Καζαντζάκη, και ποτέ δεν κατάφερα να τον τελειώσω. Το βιβλίο αυτό το έχασα, αλλά ούτε και τη μετάφραση αυτή του Καζαντζάκη κατάφερα να τελειώσω, παρά τις κάποιες απόπειρες που έκανα επίσης. Τώρα όμως είπα ότι θα την τελειώσω οπωσδήποτε.
Και άλλα βιβλία του Νίτσε δεν κατάφερα να τελειώσω. Τα σύντομα κείμενά του, αποσπασματικά, δεν με τραβούσαν ιδιαίτερα. Τα μόνα βιβλία που τέλειωσα και τα διάβασα τουλάχιστον δυο φορές ήταν τα συστηματικά του: «Η γέννηση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής», νεανικό του έργο αλλά εξαιρετικό, και «Η γενεαλογία της ηθικής», ένα έργο που με επηρέασε βαθιά. Το αγόρασα και στα γερμανικά, φοιτητής, αλλά δεν κατάφερα να το διαβάσω.
Θέλοντας να (ξανα)διαβάσω τον Νίτσε ήταν φυσικό να ξεκινήσω από τον Ζαρατούστρα, το βιβλίο του στο οποίο γίνονται οι περισσότερες αναφορές. Πιστεύω ότι αυτό που μαγεύει στον Ζαρατούστρα είναι ακριβώς αυτό που εμένα με απωθεί: η ποιητικότητα της γλώσσας (στο τέλος υπάρχουν και κανονικά ποιήματα), που έχει και το αποκαλυπτικό ύφος του κηρύγματος ενός προφήτη.   
Παρεμπιπτόντως, δεν είναι τυχαίο που διαβάζεται τόσο η «Αποκάλυψη του Ιωάννη», και μεγάλοι μας ποιητές την έχουν μεταφράσει. Όχι, δεν σκοπεύω να τη διαβάσω, ούτε στο πρωτότυπο ούτε σε μετάφραση. 
Τον Ζαρατούστρα τον διάβασα με αρκετή δυσκολία. Η ποιητικότητα της γλώσσας με ξένιζε ακόμη περισσότερο από ό,τι παλιά, αλλά πίεσα τον εαυτό μου. Και όπως κάνω για κάθε βιβλίο που διαβάζω, θα γράψω και γι’ αυτό δυο λόγια που θα αναρτήσω στο blog μου.
Πριν παραθέσω αποσπάσματα θα γράψω με συντομία μια γενική εντύπωση, αυτή που είχα σχηματίσει έτσι κι αλλιώς εδώ και χρόνια.
Ο ερημίτης Ζαρατούστρα, δηλαδή ο μοναχικός Νίτσε, βλέπει με περιφρόνηση τόσο τον όχλο όσο και τους «σοφούς». Ευαγγελίζεται τον υπεράνθρωπο που θα ξεπεράσει τον άνθρωπο. Βέβαια η ιδέα του για την «Αιώνια επιστροφή» αντιφάσκει με την ιδέα του υπερανθρώπου, αλλά ας μην το συζητήσουμε εδώ. Επίσης είναι άθεος, και τον χριστιανισμό τον βλέπει με περιφρόνηση, με την ίδια περιφρόνηση με την οποία ο χριστιανισμός αντιμετωπίζει το σώμα. Τη θεωρεί ως θρησκεία δούλων. Θαυμάζει τη δύναμη, περιφρονεί την αδυναμία. Η βούληση για δύναμη, αυτό μετράει, και όχι η απλή θέληση για ζωή.
Και τώρα αποσπάσματα (κατά τόπους τα εξομάλυνα γλωσσικά). Διαβάζουμε:
«Άλλοτε η ψυχή εκύταζε το σώμα με περιφρόνηση: τίποτα τότε δεν εθεωρούσαν υψηλότερον από την περιφρόνηση αυτή: η ψυχή ήθελε το σώμα αδύνατο, βδελυρό και λιμασμένο! Έτσι ήλπιζε πως θα γλύτωνε από το σώμα και από τη γη» (σελ. 8).
Γιατί, είναι και σήμερα τα πράγματα διαφορετικά; Έτσι αντιμετωπίζει πάντα το σώμα η ψυχή των χριστιανών.
Και ο Καζαντζάκης, παρά τις επιρροές που έχει από τον Νίτσε, με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζει το σώμα, σαν χριστιανός.
«Μ’ αρέσουν όσοι δε ζητούν, πίσω από τ’ άστρα, μιαν αιτία για να καταστραφούν ή για να θυσιαστούν· μ’ αρέσουν όσοι θυσιάζονται για τη γη, για να γίνει μια μέρα η γη κτήμα του Υπερανθρώπου» (σελ. 10).
Οι κομμουνιστές θυσιάζονται για τη γη, αν και όχι για τον υπεράνθρωπο αλλά για την ισότητα (ο Νίτσε την περιφρονεί) και την κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτοί που ζητούν σήμερα μιαν αιτία πίσω από τ’ άστρα για να καταστραφούν είναι οι ισλαμιστές.
«Ο κόσμος του φάνηκε τότε σαν έργο θεού που υποφέρει και αγωνιά» (σελ. 23). Κάπου γράφει και ο Καζαντζάκης κάτι τέτοιο, αλλά νομίζω είναι αποτέλεσμα κρυπτομνησίας και όχι λογοκλοπής.
«Αλλοίμονο, αδελφοί μου, ο θεός αυτός που δημιούργησα ήταν έργο ανθρώπινο και ανθρώπινη τρέλα, όπως είναι όλοι οι θεοί.
Δεν ήταν παρά άνθρωπος, ελεεινό κομμάτι του ανθρώπου και του εγώ: βγήκε από τη δική μου στάκτη και από τη δική μου φωτιά το φάντασμα αυτό και δεν ήλθε από κανέναν υπέργειο κόσμο.
Τι συνέβη τότε αδελφοί μου; Ανέβηκα παραπάνω από τον εαυτό μου, που πονούσε, ανέβασα τη στάκτη μου απάνω στο βουνό, εφεύρα για τον εαυτό μου μια καθαρώτερη φλόγα. Και ιδού! το φάντασμα έφυγε μακριά μου!» (σελ. 24).
Το απόσπασμα το υπογράμμισα στα πρώτα μου διαβάσματα.
«Το να έχει ο καθένας το δικαίωμα να μάθει ανάγνωση, τούτο καταστρέφει όχι μόνο τη γραφή, μα και τη σκέψη.
Άλλοτε το πνεύμα ήταν Θεός, έπειτα έγινε άνθρωπος, τώρα κατάντησε όχλος» (σελ. 31).
Πόσοι θα προσυπογράφατε το παραπάνω απόσπασμα; Εγώ πάντως όχι.
Τι θα λέγατε και γι’ αυτό;
«Λέτε: ο καλός σκοπός αγιάζει τον πόλεμο! Εγώ όμως σας λέω: ο καλός πόλεμος αγιάζει το σκοπό» (σελ. 37).
Δεν μας εξηγεί πώς εννοεί τον καλό πόλεμο και πώς τον κακό.
Το παρακάτω όμως το προσυπογράφω απόλυτα:
«Κράτος λέγεται το πιο κρύο απ’ όλα τα κρύα τέρατα. Με απάθεια ψεύδεται· και να η ψευτιά που φιδοσέρνεται από το στόμα του: -Εγώ το Κράτος είμαι ο λαός… Μα το κράτος ψεύδεται σε όλες τις γλώσσες του καλού και του κακού: και ό,τι λέει είναι ψέμα, και ό,τι έχει το έχει κλεμμένο» (σελ. 38).
«Αληθινά, όποιος κατέχει λίγα, κατέχεται κι από λίγα: ευλογημένη ας είναι η μικρή φτώχεια! (σελ. 40).
Σα να μιλάει ο «Φτωχούλης του Θεού». Ο Σαρτρ το είχε πει πιο σύντομα στο «Ο υπαρξισμός είναι ανθρωπισμός»: Τα πράγματα μας κατέχουν. Εμένα με κατέχουν οι εξωτερικοί σκληροί μου δίσκοι, κάπου 70 ΤΒ.
«Μακριά από την αγορά και τη δόξα αυξάνει κάθε μεγάλο: μακριά από την αγορά και τη δόξα κατοικούσαν πάντα οι δημιουργοί των νέων αξιών» (σελ. 41).
Αλήθεια, τι θα ήταν σήμερα ο Νίτσε αν δεν του έδιναν πρόωρη συνταξιοδότηση από το πανεπιστήμιο της Βασιλείας;
Για τις γυναίκες γράφει αρκετά πράγματα στο κεφάλαιο «Η γριά και η νέα γυναικούλα» για τα οποία θα ανατρίχιαζαν φεμινίστριες και μη. Εγώ θα παραθέσω το τέλος: «Πηγαίνεις στις γυναίκες; Μη ξεχνάς το καμτσίκι» (σελ. 53).
Στην Κρήτη το μαστίγιο το λέμε καμτσίκι. Όμως πού το είδα αυτό το μαστίγιο τελευταία, πού το είδα… Α, ναι, στις «50 αποχρώσεις του γκρι».
«Γάμο, έτσι τα λένε όλα αυτά· και λένε πως ο γάμος τους εσφραγίστηκε στον ουρανό» (σελ. 56).
Την εικόνα αυτή τη βρήκα στον Πρατικάκη, στον Λειβαδίτη, νομίζω στον Τσέχωφ, φαίνεται να ανήκει στην ρώσικη λαϊκή παράδοση, και δεν ξέρω πού αλλού. Άρα η Ur-εικόνα βρίσκεται πιο πίσω από τον Ζαρατούστρα.
Το παρακάτω είναι απολαυστικό!!!
«Πολλές μικρές τρέλες-αυτό λέτε σεις έρωτα. Κι ο γάμος σας θέτει τέλος σε πολλές τρέλες, με μια πολύχρονη κουταμάρα» (σελ. 56).
Το πρώτο μέρος κατά τη γνώμη μου είναι και το καλύτερο. Στο τέλος του βλέπω υπογραμμισμένο ένα απόσπασμα που με εκφράζει απόλυτα, και σε σχέση με τον Νίτσε:
«Μόνος πηγαίνω τώρα, ω μαθητές μου! Και σεις επίσης θα τραβήξετε μόνοι το δρόμο σας. Έτσι το θέλω.
Αληθινά σας συμβουλεύω: αλαργάρετε από μένα και φυλαχθήτε από τον Ζαρατούστρα! Κι ακόμη καλύτερα: Να τον ντρέπεσθε! Ίσως σας εξαπάτησε… Δεν αγαπά κανείς το δάσκαλό του όταν μένει πάντα μαζί του μαθητής. Και γιατί δεν θέλετε να ξεσχίσετε το στεφάνι μου;
Με σέβεσθε· μα τι θα γίνει όταν ο σεβασμός σας μια μέρα γκρεμισθεί; Προσέχετε μη σκοτωθείτε από το άγαλμα.
Λέτε πως πιστεύετε στον Ζαρατούστρα. Μα τι σημασία έχει ο Ζαρατούστρας; Είσθε οι πιστοί μου: μα τι σημασία έχουν όλοι οι πιστοί;
Δεν ζητήσατε ακόμη τους εαυτούς σας: τότε με βρήκατε. Έτσι κάνουν όλοι οι πιστοί· γι’ αυτό τόση λίγη σημασία έχει κάθε πίστη.
Τώρα σας προστάζω εμένα να χάσετε και τους εαυτούς σας να βρείτε· και μόνο σα μ’ απαρνηθείτε όλοι θα ’ρθω πάλι σε σας (σελ. 62).
Διαβάζουμε:
«Θέλομε να εκδικηθούμε και να βρίσομε όλους όσους δεν μας μοιάζουν» (σελ. 81).
Μα πώς;
Δεν έμαθε ο Ζαρατούστρα ότι η έλξη του αναφορικού πέθανε;
Δεν ξέρει ο Καζαντζάκης ελληνικά;
Έπρεπε να γράψει: …όλους όσοι δεν μας μοιάζουν.
Και για τους σοφούς που λέγαμε:
«Στην ερημιά έζησαν πάντα οι αληθινοί, τα ελεύθερα πνεύματα, οι κύριοι της ερήμου· αλλά στις πολιτείες κατοικούν οι ένδοξοι και καλοθρεμμένοι σοφοί-τα φορτηγά ζώα· γιατί πάντα τραβούν, σαν γαϊδούρια, τα κάρα του λαού (σελ. 85).
«Άλλο είναι η εγκατάλειψη κι άλλο η μοναξιά» (σελ. 151) μας λέει ο Νίτσε. Στην επόμενη σελίδα έχουμε μια αποστροφή στη μοναξιά.
«Ω μοναξιά! Ω συ πατρίδα μου μοναξιά! Πόσο ευτυχισμένη και τρυφερή η φωνή σου μου κουβεντιάζει! Δεν ερωτιώμασθε καθόλου, δεν έχομε παράπονα ο ένας από τον άλλο, περνούμε άδολα μαζί ανοιγμένες θύρες! Γιατί όλα σου είναι ανοικτά και φωτεινά· κι οι ώρες ακόμα τρέχουν εδώ ελαφρότερες. Γιατί στο σκοτάδι βαρύτερος περνά ο καιρός, παρά στο φως» (σελ. 152).
«Αληθινά, δεν μ’ αρέσουν όσοι θαρρούν όλα τα πράγματα καλά και που ονομάζουν τον κόσμο τούτον τον καλύτερο απ’ όλους τους κόσμους. Τους αποκαλώ ικανοποιημένους» (σελ. 160).
Δεν του αρέσει ο Λάιμπνιτς.
«Καρδιά έχει εκείνος που γνωρίζει το φόβο, μα που εκβιάζει το φόβο, εκείνος που βλέπει την άβυσσο, μα με περηφάνια» (σελ. 238).
Και πάλι καζαντζακική κρυπτομνησία.
Διαβάζω Νίτσε με διάμεσο-μεταφραστή τον Καζαντζάκη. Και θυμήθηκα τις τρεις προσευχές που απευθύνει η ψυχή στο θεό («Ο Φτωχούλης του θεού»).
Πρώτη προσευχή: θεέ μου, μη με αφήσεις ατέντωτο γιατί θα σαπίσω.
Δεύτερη προσευχή: θεέ μου, μη με παρατεντώσεις γιατί θα σπάσω.
Τρίτη προσευχή: θεέ μου, παρατέντωσέ με κι ας σπάσω.
Ο θεός εισάκουσε την πρώτη προσευχή της δικής μου ψυχής: δεν με άφησε ατέντωτο να σαπίσω.
Του Καζαντζάκη εισάκουσε τη δεύτερη προσευχή: δεν τον παρατέντωσε, δεν έσπασε.
Του Νίτσε άκουσε την τρίτη προσευχή: τον παρατέντωσε και έσπασε. Ως γνωστόν τα τελευταία χρόνια της ζωής του είχε καταρρεύσει ψυχικά και νοητικά.
Όμως για τον Νίτσε πιστεύω θα ξαναγράψουμε.

Friedriech Nietzsche, Το λυκόφως τον ειδώλων (μετ. Μ.Ε.Ανδρουλιδάκη) Ενωμένοι εκδότες 1962, σελ. 288
  Μετά το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» σειρά στο πρόγραμμά μας «(ξανα)διαβάζοντας τον Νίτσε» έχει το «Λυκόφως των Ειδώλων».
  Όπως έγραψα και στην ανάρτησή μου για τον Ζαρατούστρα, ο Νίτσε δεν έχει την υπομονή να γράψει συστηματικά. Οι μοναδικές εξαιρέσεις στα έργα του, από όσα τουλάχιστον έχω διαβάσει, είναι «Η γέννηση της τραγωδίας» και «Η γενεαλογία της ηθικής». Ακόμη και ο «Αντίχριστος», το έργο που ακολουθεί το Λυκόφως στον ίδιο τόμο αλλά δεν αναγράφεται στο εξώφυλλο, ενώ έχει συγκεκριμένο θέμα, ένα αντιχριστιανικό λίβελο, δεν είναι συστηματικό. Αποτελείται, όπως και το Λυκόφως εξάλλου, από μικρά κείμενα που φαίνεται να τα έγραψε σαν ποιητής, μικρά δοκίμια που του προέκυψαν σαν αστραπές έμπνευσης, πολλά από τα οποία συρρικνώνονται σε αποφθέγματα και αφορισμούς. Το ίδιο και η «Χαρούμενη γνώση» που διαβάζω τώρα. Αλλά γι’ αυτή θα γράψουμε αργότερα, αφού τη διαβάσω.
  Τα μίνι δοκίμια του Λυκόφωτος ομαδοποιούνται σε διάφορες θεματικές. «Το πρόβλημα του Σωκράτους» είναι η πρώτη, «Η λογική στη φιλοσοφία» η δεύτερη, και πάει λέγοντας.
  Για να είμαστε ειλικρινείς, ο πιο σωστός τίτλος θα ήταν «Η αποκαθήλωση των ειδώλων», μια αποκαθήλωση που την κάνει ο Νίτσε, ένας εικονοκλάστης σε μια εικονολατρική εποχή. Αποκαθηλώνει τον Σωκράτη αλλά και τον μαθητή του Πλάτωνα, για να ακολουθήσουν οι… αλλά αυτούς θα τους αναφέρουμε παρακάτω. 
  Όμως μια αποκαθήλωση των πάντων θα καταντούσε ύποπτη, και εξάλλου δεν θα ήταν ρεαλιστική. Δεν μπορεί να μη θαυμάζει και κάποιους!
  Ένας τέτοιος είναι ο Θουκυδίδης. Όμως ο Θουκυδίδης είναι ιστορικός. Ο Ηράκλειτος εντούτοις είναι φιλόσοφος. Όσο για τον Γκαίτε, αυτός ήταν αναγεννησιακός, homo universalis, κι ας έζησε σε μεταγενέστερη εποχή.
  Και μια και μιλάμε για τον Γκαίτε δεν βλέπω, στο έργο του αυτό τουλάχιστον, να συμμερίζεται τον θαυμασμό του για τους Έλληνες. Αντίθετα εκστασιάζεται μπροστά στους Ρωμαίους.
  Πάλι θα συνοψίσω πριν περάσω στο σχολιασμό αποσπασμάτων. Περιφρονεί τους σοφούς, δηλαδή τους πανεπιστημιακούς στην κοινότητα των οποίων έπαψε πια να ανήκει, αλλά και τον όχλο. Ο ανώτερος άνθρωπος τον συγκινεί, και σαν σπαρτιάτης θα έριχνε ευχαρίστως κάθε άρρωστο στον Καιάδα. Τον χριστιανισμό τον θεωρεί σαν σύμπτωμα παρακμής και την ηθική του ηθική δούλων, ενώ το σοσιαλιστικό ιδανικό της ισότητας το χλευάζει. Γενικά τους χλευάζει όλους, και τον απαίδευτο όχλο και τους πεπαιδευμένους σοφούς. Λατρεύει τα ένστικτα, κάθε κακό το αποδίδει στην καταπίεσή τους.
Αν ξέχασα κάτι θα το συζητήσουμε σχολιάζοντας κάποια αποσπάσματα.
  «Αυτή η τάση να θεωρώ τους μεγάλους σοφούς σαν τύπους παρακμής γεννήθηκε σ’ εμένα ακριβώς, σε μια περίπτωση που η προκατάληψη των καλλιεργημένων και μη, αντιτίθεται με μεγάλη σφοδρότητα: Ανακάλυψα στον Σωκράτη και στον Πλάτωνα συμπτώματα παρακμής, τα όργανα της ελληνικής αποσυνθέσεως, των ψευδοελληνιστών, των ανθελληνιστών (Η καταγωγή της τραγωδίας, 1872)» (σελ. 9-10). «Όλα στο Σωκράτη είναι υπερτονισμένα, πλαστά, εξεζητημένα. Ταυτόχρονα όλα είναι γεμάτα μυστικά, κρυψίνοια, οπισθοβουλία» (σελ. 11).  «Ο Σωκράτης υπήρξε ο γελωτοποιός που θεωρήθηκε σοβαρός» (σελ. 12). «Η Σωκρατική ειρωνεία δεν ήτανε μια έκφραση επαναστατική; Λαϊκής αγανακτήσεως;» (σελ. 13). 
  Και θυμήθηκα:
  Απόλυτα νιτσεϊστής κι εγώ, εικονοκλάστης και εγώ και πνεύμα αντιλογίας, διάβασα τα σχετικά αποσπάσματα στην τάξη, στο μάθημα των αρχαίων ελληνικών. Πήγαινα τότε Α΄ λυκείου. Καθηγητή είχαμε τον Δημήτρη Παπαδάκη, εξαιρετικό φιλόλογο με σημαντική συνεισφορά στα γράμματα. Χρόνια αργότερα, στους «Κρητικούς ορίζοντες», περιοδική έκδοση του Λογοτεχνικού Συνδέσμου Ηρακλείου, μου δημοσίευσε ένα κείμενο για τον Παλαμά. 
  Εκτός από το ότι ήταν εξαιρετικός φιλόλογος ήταν και απόλυτα  δημοκράτης, και άκουγε κάθε αντίθετη άποψη. Και βέβαια εδώ πρόκειται για Νίτσε, όμως δεν αντέδρασε καθόλου όταν σε μια εργασία μου αποκαθήλωσα ένα είδωλο της παράδοσής μας, τον Διγενή Ακρίτα. Έγραψα, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι ο James Bond ήταν καλύτερος γιατί αυτός χρησιμοποιούσε όχι κυρίως τη σωματική του δύναμη αλλά το μυαλό του.
  Θυμήθηκα πάλι που στη συνέντευξη στο περιοδεύον με ρώτησε ο αξιωματικός τι θέλω να σπουδάσω. Του είπα –Αγγλική φιλολογία. –Γιατί; με ρώτησε. –Γιατί είναι πιο εύκολα, του απάντησα. Θύμωσε, και είπε ότι αυτό είναι χαρακτηριστικό της ιδιοτέλειας. Τώρα πώς από αυτή την απάντηση μπορεί να βγει τέτοιο συμπέρασμα δεν καταλαβαίνω. Εγώ σήμερα θα τον αντέκρουα σε αυτό το επίπεδο, όμως τότε τον αντέκρουσα διαφορετικά. Άρχισα να του βγάζω ένα λογίδριο για το πόσο η ιδιοτέλεια είναι χρήσιμη στη ζωή (σήμερα θα έλεγα ότι έχει «αξία επιβίωσης»), κ.λπ. κ.λπ. Δεν θυμάμαι τη συνέχεια της κουβέντας.
  Στην πρώτη λυκείου γράφαμε εκθέσεις πάνω σε χαρακτήρες (ο φιλάργυρος, ο τεμπέλης κ.ά), ενώ στη δευτέρα και στη τρίτη θα γράφαμε εκθέσεις ιδεών. Ο Παπαδάκης μου είπε ότι με τον τρόπο που έγραφα τις εκθέσεις μου θα ήταν ακόμη καλύτερες τότε.
  Αμ δε!
  Στην πρώτη έκθεση που γράψαμε στην Β΄ Λυκείου και στην οποία αναφέρθηκα στον Νίτσε, ο καθηγητής (ας μην αναφέρω το όνομά του, έχει πεθάνει κιόλας) με κατακεραύνωσε. Εν απουσία μου. Ήμουν άρρωστος, και ο φίλος μου ο Γιώργος ο Μαυρόματος, με τον οποίο συμμεριζόμαστε την ίδια αγάπη για τον Νίτσε, μου μετέφερε τα όσα είπε. Θεώρησε σκόπιμο να πει στην τάξη δυο λόγια για το τι είναι ο Νίτσε. Τους μίλησε για το δίκιο του ισχυροτέρου, και για να το δώσει πιο παραστατικά έδωσε και παράδειγμα. –Ξέρετε τι σημαίνει δίκιο του ισχυροτέρου; Έχω εγώ μια όμορφη κόρη, και επειδή εσύ είσαι πιο δυνατός από εμένα έρχεσαι και μου την αρπάζεις και… Δεν θυμάμαι ποια λέξη χρησιμοποίησε ο Γιώργος, που μπορεί να μην ήταν η ίδια που χρησιμοποίησε ο ίδιος, πάντως το νόημα είναι αυτό που υποδηλώνουν οι τελείες.
  Μου έβαλε ένα πολύ κακό βαθμό.
  Είχε βέβαια και κάποιους άλλους λόγους γι’ αυτό.
  Στο εισαγωγικό μάθημα του Κρίτωνα μας μίλησε για τη θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα. Κατέληξε λέγοντας, περίπου: -Υπάρχουν  όντως οι ιδέες στον ουρανό; Εν τάξει, αυτά λέει ο Πλάτωνας, εμείς τι να πούμε.
  Θεώρησα αφελή την κατάληξη αυτή και χαμογέλασα. Περίμενα να μας αναπτύξει γιατί ο Πλάτωνας τη συγκεκριμένη εποχή κατέληξε σε μια τέτοια φιλοσοφία, και βέβαια δεν νομίζω να συζητάει στα σοβαρά κανείς σήμερα αν υπάρχουν οι πλατωνικές ιδέες στον ουρανό. Κατάλαβε πολύ καλά ότι το χαμόγελό μου ήταν ειρωνικό (τι να κάνω, είμαι γελαδερός, έχω γράψει αλλού γι’ αυτό), και μη ξέροντας πώς αλλιώς να αντιδράσει μου είπε να αλλάξω θέση γιατί λέει δεν με έβλεπε. Εγώ αρνήθηκα, λέγοντάς του ότι με βλέπει μια χαρά, αφού ο μπροστινός μου ήταν στην άκρη του θρανίου. Νομίζω δεν επέμεινε, αλλά το κράτησε μανιάτικο.
  Εγώ, μετά τον κακό βαθμό που μου έβαλε στην έκθεση, κάπου 12, έπαψα να ασχολούμαι μ’ αυτήν. Επειδή όμως παρόλα αυτά ήμουν καλός, έγραφα τρεις εκθέσεις το δίωρο, μια για μένα και από μια για δυο φίλους που δεν ήταν και τόσο καλοί στην έκθεση. Έπαιρναν κι αυτοί το δωδεκαράκι τους. Ποτέ δεν το πήρε χαμπάρι.
  Τελικά, αν το καλοεξετάσεις, προσθέτοντας τους τρεις αυτούς βαθμούς, ξεπερνούσα το άριστα, το είκοσι δηλαδή, κατά πολύ.
  Ίσως από αυτό μου έμεινε η συνήθεια να μη πολυψειρίζω τα κείμενά μου. Επί πλέον έχω και την αντίληψη ότι η ζωή είναι λίγη, και δεν θέλω να τη σπαταλώ διορθώνοντας ξανά και ξανά.
  Είπαμε, στις βιβλιοκριτικές μου αυτοβιογραφούμαι. Συνεχίζουμε.
  «Είναι μια περίπτωση παρακμής το να υποχρεώνεται ο άνθρωπος να μάχεται τα ένστικτα. Όταν η ζωή ευρίσκεται στο στάδιο της ανόδου, ευτυχία και ένστικτα είναι ταυτόσημα» (σελ. 15).
  Προσυπογράφω, παρά το ότι πιστεύω στο σπέρμα αληθείας που περιέχει το βιβλίο του Φρόιντ «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας». Ο μεσαίωνας, είτε ο χριστιανικός είτε ο σημερινός ισλαμικός, που καταδικάζει το σεξουαλικό ένστικτο, δεν μπορεί παρά να είναι παρακμιακός.
  «ΣΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΗΣ ΖΩΗΣ-Ό,τι δεν με οδηγεί στο θάνατο με κάνει πιο ισχυρό» (σελ. 18). Τον αφορισμό αυτό τον συναντάω αραιά και πού. Είχα ξεχάσει ότι είναι του Νίτσε.
  «Οι άνθρωποι του μέλλοντος, όπως εγώ, είναι λιγότερο αντιληπτοί από εκείνους που είναι σύμφωνοι με την εποχή τους, αλλά τους ακούνε καλύτερα. Για να εκφραστώ ακριβέστερα ακόμη: Ουδέποτε μας καταλαβαίνουν – Από κει πηγάζει η αυθεντία μας» (σελ. 19).
  Αυτό πιστεύω ότι το κατάλαβα. Όμως εγώ δεν είμαι τέτοια περίπτωση. Κανένας τον οποίο δεν καταλαβαίνω δεν είναι για μένα αυθεντία, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τον διαβάζω, δηλαδή δεν συνεχίζω μετά τις πρώτες γραμμές, σπάνια μετά τις πρώτες σελίδες.
  Μιλώντας για ένα βιβλίο του Κορνάρου (όχι του Βιτσέντζου, αυτόν σίγουρα δεν την ήξερε, αλλά κάποιου άλλου) γράφει: «Είμαι πεπεισμένος ότι κανένα βιβλίο (εκτός από τη βίβλο, φυσικά) δεν έκαμε ποτέ τόσο κακό…» (σελ. 39).
  Καλά λέω εγώ ότι δεν χρειάζεται να τη διαβάσω.
  «Το ν’ αναγάγουμε κάτι άγνωστο σε κάτι γνωστό ανακουφίζει, ηρεμεί και ικανοποιεί το πνεύμα και προκαλεί εξάλλου ένα αίσθημα της δυνάμεως. Το άγνωστο προκαλεί τον κίνδυνο, την ανησυχία, τη φροντίδα» (σελ. 44).
  Αυτή είναι μια από τις πιο προσφιλείς μου ιδέες.
  Οι «Περιπλανήσεις στο παρελθόν», μια από τις θεματικές ενότητες, στην πραγματικότητα είναι περιπλανήσεις στο νεκροταφείο, που γίνονται με στόχο να θάψει ακόμα πιο βαθιά κάποιους νεκρούς. Μαζί με τους νεκρούς βέβαια θάβει και κάποιους ζωντανούς όπως τον Ερνέστ Ρενάν. Συναντήσαμε στις περιπλανήσεις αυτές, εκτός από τον Ρενάν, και τον Σαιν Μπεβ, τον Ρουσώ, τη Γεωργία Σάνδη, τον Καρλάυλ, τον Δαρβίνο!!! (θα είχε και ένα ελαφρυντικό αν τον τσάκωνε η ιερά εξέταση), τον Σοπενχάουερ, ο οποίος τόσο τον επηρέασε στα νιάτα του, κ.ά.
  «Ηθική για τους γιατρούς.-Ο ασθενής είναι ένα παράσιτο της κοινωνίας. Αφού φθάσει σε μια ορισμένη κατάσταση είναι ανάρμοστο να ζει περισσότερο» (σελ. 86).
  Βέβαια το πρόβλημα της ευθανασίας δεν τίθεται με τους όρους που θέτει ο Νίτσε αλλά με όρους που απεχθάνεται, στη βάση των οποίων βρίσκεται ο οίκτος, να μην υποφέρει δηλαδή άλλο ο ασθενής.
  «…η μαρτυρία του Δοστογιέφσκι είναι σημαντική – του Δοστογιέφσκι, του μόνου ψυχολόγου  από τον οποίο, ας λεχθεί παρεμπιπτόντως, είχα κάτι να διδαχθώ. Αυτό είναι ένα από τις πιο ευτυχισμένες συμπτώσεις της τύχης στη ζωή μου, πολύ περισσότερο από την ανακάλυψη του Στεντάλ» (σελ. 100).
  Παρεμπιπτόντως η μετάφραση δεν με ικανοποίησε. Θα μπορούσα να βρω μια καλύτερη, αλλά στην ηλικία που είμαι διαβάζω πια και για άλλους λόγους. Με συγκίνηση ξαναπιάνω στα χέρια μου τα βιβλία του Νίτσε που πρωτοδιάβασα μαθητής και βλέπω τις υπογραμμίσεις που έκανα τότε, και δεν θα ήθελα με τίποτα να χάσω αυτή τη συγκίνηση.
  Σύμπτωση: κι εγώ ξεχωρίζω Ντοστογιέφσκι και Στεντάλ. Είχα την τύχη να γνωρίσω τον πρώτο νωρίς, δευτέρα γυμνασίου, και την ατυχία να γνωρίσω τον δεύτερο αργά, κάπου στα πενήντα μου.
  «Ο χριστιανισμός, που περιφρονούσε το σώμα υπήρξε μέχρι σήμερα η μεγαλύτερη συμφορά της ανθρωπότητας» (σελ. 102).
  Να το ξαναγράψω; Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού – και χωρίς παρενέργειες. Η θρησκεία των προγόνων μας είναι σίγουρα καλύτερη (η λατρεία της Αφροδίτης μου αρέσει ιδιαίτερα, αν και οι σημερινοί δωδεκαθεϊστές μου φαίνονται φαιδροί), όμως τι να κάνουμε, μας έτυχε αυτή η αίρεση του Ιουδαϊσμού. Θα μπορούσε να μας είχε τύχει και η χειρότερη, το Ισλάμ.
  Με μια εκπληκτική έκρηξη ειλικρίνειας ο Νίτσε γράφει αυτοπροσωπογραφούμενος: «Γενικά δεν μ’ αρέσει να επιδοκιμάζω, προτιμώ να αντιλέω και μάλιστα να αρνούμαι τα πάντα (σελ. 108).
  «Νομίζω ότι ο Πλάτων ρίχνει ανάμικτες όλες τις μορφές του ύφους, έτσι είναι ο πρώτος αντιπρόσωπος της παρακμής του ύφους» (σελ. 109).
  Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ ότι ο Πλάτων ήταν μεταμοντέρνος, μολονότι το έχω περιγράψει σε δυο κείμενά μου, ένα για τον Πρωταγόρα και ένα για το Συμπόσιο.
  Τα παρακάτω είναι από τον «Αντίχριστο», ο οποίος φέρει τον υπότιτλο «Δοκίμιο μιας μεταξιώσεως όλων των αξιών», ενώ σαν κεφαλίδα στο κείμενο, μετά τον πρόλογο, διαβάζουμε: «Δοκίμιο μιας κριτικής του χριστιανισμού». 
  «Να σβήσουν οι αδύνατοι και οι εκφυλισμένοι (15σύλλαβος): είναι το πρώτο αξίωμα της αγάπης για τους ανθρώπους. Ακόμη και να τους βοηθήσουν να εξαθανισθούν! (ναι, εξαθανισθούν, η επιμέλεια δεν είναι καλύτερη από τη μετάφραση). Τι είναι πιο βλαβερό από οποιαδήποτε άλλη κακία; Οι οίκτοι που νοιώθουμε στη ζωή για τους αδύνατους και τους αδύνατους (ναι, έτσι, δις) και τους ξεπεσμένους, δηλαδή ο Χριστιανισμός» (σελ. 122).
  Σε λιγότερο από έναν αιώνα θα έβρισκε πολλούς ένθερμους θιασώτες αυτής της αντίληψης.
  «Όπου λείπει η θέληση της δυνάμεως εκεί υπάρχει ο εκφυλισμός» (σελ. 124). Αυτός είναι ο πυρήνας της νιτσεϊκής σκέψης.
   Δεν θυμάμαι να βρήκα το όνομα του Καντ σ’ αυτούς που θάβει ο Νίτσε στην ενότητα που ανέφερα, στον «Αντίχριστο» όμως τον θάβει κανονικά. Στην νεκρώσιμη ακολουθία που του κάνει ακούω και τα παρακάτω:
  «Αν προσέξουμε πως σε όλους σχεδόν τους λαούς ο φιλόσοφος δεν αποτελεί παρά την εξέλιξη του ιερατικού τύπου, αυτή η ιερατική κληρονομιά, αυτή η νοθεία του ίδιου του εαυτού του, δεν εκπλήττει κανένα πια» (σελ. 130).
  Κι εγώ είμαι εξίσου πεπεισμένος ότι «ο φιλόσοφος δεν αποτελεί παρά την εξέλιξη του ιερατικού τύπου», γι’ αυτό άλλωστε δεν μου αρέσει, ήδη από τα μεταφοιτητικά μου χρόνια, η φιλοσοφία, ενώ αντίθετα κερδίζουν τον αμέριστο θαυμασμό μου επιστήμονες που φιλοσοφούν, όπως ο οικονομολόγος Μαρξ, ο ηθολόγος Κόνραντ Λόρεντς και ο ψυχολόγους Σίγκμουντ Φρόιντ. 
  Συχνά πυκνά στο έργο του συγκρίνει τον χριστιανισμό με τον ιουδαϊσμό, και αρκετά συχνά με τον βουδισμό. Μου κάνει εντύπωση που στον μουσουλμανισμό κάνει μόνο μια αναφορά, στην παρακάτω παράγραφο:
  «Τι δανείσθηκε ο Μωάμεθ μετέπειτα από τον Χριστιανισμό; Την έμπνευση του Αγίου Παύλου, τον τρόπο της ιερατικής τυραννίας για να σχηματίσει κοπάδια: την πίστη στην αθανασία-δηλαδή, τη θεωρία της “κρίσεως”» (σελ. 169).
  «Αναγνωρίζω πως διαβάζω λίγα βιβλία με τόση δυσκολία, όσο τα Ευαγγέλια»(σελ. 28) και «…θα έκαναν καλά οι άνθρωποι να φορούν γάντια όταν διαβάζουν την Καινή Διαθήκη» (σελ. 174). Να ένας λόγος λοιπόν να μην επιχειρήσω ποτέ να τη διαβάσω. Τα γάντια τα έχω για τη μηχανή.
  Ένα ακόμη θάψιμο: «Ο Επίκουρος είναι ένας παρακμάζων τύπος: Για πρώτη φορά έχει χαρακτηρισθεί έτσι από εμένα. Ο φόβος για τη λύπη, ακόμα και στην ελάχιστη λύπη, αυτός ο φόβος δεν μπορεί να καταλήξει αλλού, παρά μόνο σε μια αγάπη της θρησκείας» (σελ. 153).
  Ποιοι άλλοι μετά απ’ αυτόν τον έχουν χαρακτηρίσει έτσι δεν μας λέει. Όμως υπήρξαν άραγε; Ή απλώς κάποιοι που αναμάσησαν τον Νίτσε;
  Το 45 μου άρεσε πάρα πολύ. Εκεί ο Νίτσε κάνει στα ευαγγέλια ότι κάνω εγώ στις βιβλιοκριτικές μου: παραθέτει αποσπάσματα και τα σχολιάζει βέβαια τα σχολιάζει δεικτικά, πράγμα που δεν κάνω εγώ παρά σπάνια, αλλά αυτό δεν έχει σημασία.
  «Αλλά εάν κάποιος εσκανδάλιζε έναν εξ’ αυτών των μικρών, οι οποίοι πιστεύουν, θα ήτο προτιμότερο να του δέσουν μια πέτρα του μύλου και να τον ρίξουν εις την θάλασσαν» (Κατά Μάρκον, ΙΧ, 42). –Πόσο είναι Ευαγγελικό αυτό! (σελ. 172).
  «Αληθώς λέγω υμίν πολλοί εκ των παρόντων δεν θα αποθάνουν πριν ίδουν ερχομένην την βασιλείαν του Θεού. (Κατά Μάρκον, ΙΧ, 1). Μεγάλο ψέμα!...
  Το ήξερα αυτό. Μας το έλεγε συχνά ο συγχωρεμένος ο Σάββας Αγουρίδης, διακεκριμένος θεολόγος, στο φιλολογικό-φιλοσοφικό καφενείο του Ιάσωνα Ευαγγέλου, ότι οι πρώτοι χριστιανοί ήσαν πεπεισμένοι ότι όπου να ’ναι έρχεται η βασιλεία των ουρανών.
  «Φαίνεται ότι υπάρχει μεταξύ των χριστιανών, αν έχω καταλάβει καλά, ένα είδος κριτηρίου της αλήθειας, που ονομάζεται “Απόδειξη της δυνάμεως”. “Η πίστη σώζει, άρα είναι αληθινή» (σελ. 179).
  Την ίδια εποχή οι αμερικανοί πραγματιστές (John Dewy, William James) υποστήριζαν ότι κριτήριο της αλήθειας είναι η αποτελεσματικότητα στη δράση. Κάνε Παναγία μου το θαύμα σου, ΚΑΙ για να αποδειχθεί ότι αυτό που πιστεύω είναι αληθινό.
  «Οι πεποιθήσεις είναι οι εχθροί οι πιο επικίνδυνοι για την αλήθεια, πιο πολύ κι από τα ψέματα» (σελ. 187).
  Έφτασα ήδη τις πέντε σελίδες, Νίτσε είναι αυτός, θα κλείσω προσυπογράφοντας το παραπάνω.

Friedriech Nietzsche, Η χαρούμενη γνώση (μετ. Μίνα Ζωγράφου) εκδόσεις Δαρεμά 1961, σελ. 294

  Μετά το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα», το «Λυκόφως των θεών» και τον «Αντίχριστο» σειρά έχει η «Χαρούμενη γνώση».
  Αυτά που παρατηρήσαμε στο Λυκόφως και στον Αντίχριστο τα παρατηρούμε και εδώ: απόρριψη του χριστιανισμού και της ηθικής που πρεσβεύει, λατρεία της δύναμης και των ενστίκτων, περιφρόνηση των «σοφών». Η φόρμα είναι η γνωστή, μικρά δοκίμια και σύντομοι αφορισμοί. Και καθώς ο Νίτσε έχει μια ποιητική στόφα, το βιβλίο τελειώνει με ποιήματα (απ’ αυτά ξεχωρίσαμε την «Ευλαβική Βέππα»). Θα προχωρήσουμε κατ’ ευθείαν στον σχολιασμό αποσπασμάτων. 
  «Ένας φιλόσοφος που πέρασε και που ξαναπερνάει διαρκώς από πολλές καταστάσεις υγείας, περνάει και από άλλες τόσες φιλοσοφίες: δεν μπορεί, κάθε φορά, να κάνει διαφορετικά παρά να εκπνευματοποιεί την κατάστασή του, και να της δίνει την πιο κατάλληλη για τα αισθηματικά πράγματα απόσταση: αυτή την τέχνη της μεταμόρφωσης ονομάζουμε φιλοσοφία» (σελ. 9).
  Με το εφέ της υπερβολής διατυπώνει μια ουσιαστική αλήθεια. Σίγουρα η απαισιοδοξία του Σοπενχάουερ είναι αποτέλεσμα της κατάθλιψής του, κατάθλιψη κληρονομική, η οποία οδήγησε τον πατέρα του στην αυτοκτονία. Αυτή είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Η παράμετρος υγεία είναι σίγουρα μια από τις παραμέτρους που καθορίζουν τις αντιλήψεις ενός φιλοσόφου, αλλά σπάνια μπορεί να είναι η κύρια.
  «Είν’ αλήθεια πως ο καλός Θεός βρίσκεται παντού; Ρωτούσε ένα κοριτσάκι τη μητέρα του. Αυτό το βρίσκω πολύ άπρεπο…» (σελ. 11).
  Σπίρτο το κοριτσάκι!!!
  «ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗ ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ
Μη φουσκώνεις: Το παραμικρό τσίμπημα θα σε κάνει να σκάσεις» (σελ. 16).
  Εγώ θα συμβούλευα: Καλύτερα καβάλα το καλάμι. Δεν υπάρχει περίπτωση να πέσεις.
  «ΣΥΜΒΟΥΛΗ
Τη δόξα σκοπεύεις;
Τότες θυμήσου τούτο δω:
Απαρνήσου ταυτόχρονα κι αυθόρμητα
Τη δόξα» (σελ. 22).
  Δεν νομίζω να την ακολούθησε ποτέ κανείς. Εξάλλου ο λαός λέει: -Άγιε Νικόλα βοήθα με. –Αλλά κούνα κι εσύ τα χέρια σου. Όλοι (ή σχεδόν όλοι) οι υποψήφιοι για βραβεία δεν περιμένουν να τους πέσει η δόξα του βραβείου στο κεφάλι σαν ώριμο μήλο.
  «…είχαν τιμωρήσει με θάνατο γυναίκες που τις είχανε πιάσει να πίνουν κρασί» (σελ. 66).
  Ποιοι;
  Οι Ρωμαίοι.
  Ούτε οι ισλαμιστές, που απαγορεύουν τα αλκοολούχα ποτά, δεν κάνουν κάτι τέτοιο (ή, τουλάχιστον, δεν έχω υπόψη μου).
  Πόσο ανώτεροι είμαστε εμείς οι Έλληνες!!!
  Οι αρχαίες Αθηναίες είχαν τη φήμη ότι ήσαν μεγάλες μπεκρούδες.
  Θα τολμούσα να πω ότι και οι σύγχρονες δεν πάνε πίσω.
  Άξιες απόγονοι!!!
  «Ο γέρο-Αριστοτέλης έλεγε πως μια κοντή γυναίκα δεν είναι ποτέ όμορφη» (σελ. 84).
  Αν είχε δει τη Shakira θα άλαζε γνώμη.
  Το κοροϊδεύουμε κάθε φορά που το ακούμε, όμως εγώ το βρήκα δυο τρεις φορές γραμμένο: «Από ανέκαθεν» (σελ.92). Ακόμη σε μια απαρίθμηση διαβάζω: «…τον Προσπέρ Μεριμέ, τον Ραλφ Βάλντο, τον Έμερσον…» (σελ. 100). Όμως μου αρέσει που συνάντησα κάμποσες φορές την έλξη του αναφορικού («απ’ όλους όσους αυτοβασανίζονται…» σελ. 61), στην οποία όσο επιμένω εγώ άλλο τόσο επιμένουν και οι επιμελητές να με διορθώνουν.
  «Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σχεδόν πάντα οι μεγάλοι δάσκαλοι της πρόζας ήτανε ποιητές, είτε στα φανερά είτε στα κρυφά…» (σελ. 99).
  Το απόσπασμα αυτό το παραθέτω για τους φίλους μου ποιητές, για να το χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα. Εγώ δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη.
  «Τι είναι η μελαγχολία του Άμλετ, όσο μεγάλη κι αν ήτανε, μπροστά στη μελαγχολία του Βρούτου; (σελ. 104).
  Εξαιρετικό το μικρό δοκίμιο «Για τη δόξα του Σαίξπηρ». Κι εμένα με συγκίνησε περισσότερο ο Βρούτος όταν διάβασα τον Σαίξπηρ μαθητής, στις πεζές μεταφράσεις των εκδόσεων Δαρεμά.
  «ΑΝΑΓΚΗ. Νομίζουμε πως η ανάγκη δημιουργεί το πράγμα μα συχνά, το πράγμα είν’ εκείνο που δημιουργεί την ανάγκη» (σελ. 156). Τελικά το είπε πρώτος ο Νίτσε.
  «Όποιος αγαπάει τον εαυτό του, μαθαίνει με τον ίδιο τρόπο ν’ αγαπάει και άλλα πράγματα» (σελ. 209). Να που και αυτό το πρωτοείπε ο Νίτσε.
  «ΣΕΒΑΣΜΟΣ. Οι πατέρες κι οι γιοι σέβονται περισσότερο ο ένας τον άλλο παρά οι μητέρες κι οι κόρες» (σελ. 160). Ο Σακούροφ γύρισε την ταινία «Πατέρας και γιος» (και «Μητέρα και γιος»), αλλά δεν γύρισε ταινία με τίτλο «Μητέρα και κόρη». Δεν νομίζω για το λόγο που αναφέρει ο Νίτσε. Πιστεύω ότι αυτό αποτελεί μια ακόμη έκφραση του φαλλοκρατικού «Έλα τώρα, ποιος νοιάζεται για τις γυναίκες…». Ακόμη και ο Φρόιντ (όπως και όλη η φροϊδική φιλολογία εξάλλου) το οιδιπόδειο σύμπλεγμα θα τονίσει, ενώ μόλις που αναφέρεται στο σύμπλεγμα της Ηλέκτρας.
  «Η ταπεινοφροσύνη των Ελλήνων ήταν εκείνη που επινόησε την ονομασία “φιλόσοφος” κι άφησε στους θεατρίνους του πνεύματος το μεγαλείο να ονομάζονται σοφοί… η ταπεινοφροσύνη αυτών των τεράτων της αλαζονείας και της αυτοϋπεροχής που ονομάζονται Πλάτωνας ή Πυθαγόρας» (σελ. 234).
  Και σ’ αυτό το βιβλίο μιλάει για φιλοσόφους, δηκτικά τις περισσότερες φορές («…του Έγελου… αυτού του χαϊδεμένου κοριτσιού…» σελ. 244). Όντως ένας σοφός δεν μπορεί να γίνει σοφός πριν γίνει φιλόσοφος, αλλά δύσκολα θα μπορούσες να ονομάσεις φιλόσοφο ένα νεαρό που αποζητάει τη σοφία, αλλά λόγω του νεαρού της ηλικίας του βρίσκεται ακόμη «στο πρώτο σκαλί» όπως θα έλεγε και ο Καβάφης.
  Αφήνω τελευταίο έναν αφορισμό:
  «Το γέλιο είναι μια πονηρή διασκέδαση που την κάνουμε με καθαρή συνείδηση» (σελ. 155).
  Επειδή στη φιλοσοφία είμαι «απλοϊκός ρεαλιστής» ο αφορισμός αυτός, που έχει τη μορφή του ορισμού και έτσι τον είδα αρχικά, με ξένισε. Καθώς λοιπόν τον είδα σαν ορισμό, και σαν τέτοιο ανεπαρκή, πρότεινα τον δικό μου και τους έβαλα και τους δυο σε ψηφοφορία στο facebook, ενώ ρώτησα και φίλους. Φυσικά δεν αποκάλυψα την πατρότητά τους. Ο δικός μου ήταν: «Γέλιο είναι η ανακλαστική αντίδραση σε κάτι κωμικό, χιουμοριστικό, σατιρικό κ.λπ. που μας γεμίζει με μια χαρούμενη διάθεση». Βάζοντάς τους σε ψηφοφορία ήθελα να επιβεβαιώσω κάτι που έχω υποστηρίξει και αλλού, ότι τα υφολογικά σχήματα, τα εφέ, συχνά μας παρασύρουν ως προς το αληθινό περιεχόμενο μιας δήλωσης. Σε έναν άλλο αφορισμό ο Νίτσε γράφει: «Ο ποιητής θεωρεί τον ψεύτη σαν ομογάλακτο αδελφό του που του ’κλεψε το γάλα και γι’ αυτό, ο αδελφός αυτός έμεινε φτωχός και δεν κατάφερε ούτε ήσυχη συνείδηση να ’χει» (σελ. 160). Από τη στιγμή που ο ποιητής λέει ψέματα και τα κάνει να φαντάζουν σαν αλήθειες (κάτι ήξερε ο Πλάτων που τον εξόρισε από την ιδανική πολιτεία του), είναι πολύ πιο εύκολο μια μισή αλήθεια να την κάνει να φαντάζει σαν ολόκληρη. Στην προκειμένη περίπτωση η μισή αλήθεια του αφορισμού αυτού (που όμως πρέπει να ομολογήσω ότι αδυνατώ να την συλλάβω) περνάει σαν η ολόκληρη αλήθεια ενός ορισμού.
  Κάθε ορισμός είναι αναγκαστικά ελλιπής, αλλά φιλοδοξεί να καλύψει μια όσο γίνεται ευρύτερη περιοχή αυτού που ορίζει. Αυτό το ήξερε ο Αριστοτέλης, και γι’ αυτό έδωσε τον ορισμό της τραγωδίας σε μια ολόκληρη παράγραφο, προσπαθώντας να την περιγράψει όσο γινόταν πιο πλατιά.
  Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι έβαζα σε ψηφοφορία δυο ανόμοια πράγματα. Του Νίτσε είναι όπως είπα ένας αφορισμός, ένα ευφυολόγημα, ενώ ο δικός μου είναι (ή τουλάχιστον φιλοδοξεί να είναι) ένας ορισμός. Οι περισσότεροι, παρά τις προβλέψεις μου, επέλεξαν τον δικό μου. Η φίλη μου η Μαρίτα μάλιστα προκρίνοντάς τον έκανε αναφορά στον Αριστοτέλη.
  Το λάθος μου το κατάλαβα όταν διάβασα το παρακάτω:
  «…τη λογική, δηλαδή την τέχνη του να εκβιάζουν την επιδοκιμασία με συλλογισμούς» (σελ. 231). Είναι προφανές ότι ενώ η φράση αυτή έχει τη μορφή ορισμού, στην πραγματικότητα είναι ένας αφορισμός.
  Το τελευταίο βιβλίο του Νίτσε που κατάφερα να βρω, εκείνης της εποχής, είναι η «Αυγή», και αυτή διαβάζω τώρα. Ο «Μυστικισμός» και  το «Ecce homo» δεν ξέρω πού βρίσκονται. Η «Θέληση της δυνάμεως» και το «Πέραν του καλού και του κακού» ήταν του φίλου μου του Γιώργου του Μαυρόματου.
  Να σημειώσω τέλος ότι φοιτητής, προπονώντας τα γαλλικά μου, μετάφρασα τα «Ζητήματα μεθόδου» του Σαρτρ και τη «Γέννηση της φιλοσοφίας στον αιώνα της ελληνικής τραγωδίας», από τα πρώτα έργα του Νίτσε. Οι μεταφράσεις αυτές μαζί με τη μετάφραση ενός βιβλίου για τον Σαρτρ, του Μωρίς Γκαστόν, από τα αγγλικά αυτή, έμειναν ανέκδοτες.
 

Friedriech Nietzsche, Η αυγή (μετ. Ε. Ανδρουλιδάκη), Πηγή γνώσεων 1963, σελ. 365

  Και με την «Αυγή» τελειώνουμε, προς το παρόν τουλάχιστον, το «(ξανα)διαβάζοντας τον Νίτσε». Έχουμε ήδη αναφερθεί στα θέματα που κυρίως τον απασχολούν μιλώντας για τα άλλα τέσσερα έργα του που διαβάσαμε. Στα θέματα αυτά επανέρχεται συνεχώς στα μικρά δοκίμια αυτών των έργων (και τα οποία χαρακτηρίζονται εδώ όλα αφορισμοί, παρά το ότι αρκετά συχνά ξεπερνούν σε έκταση τη μια σελίδα), ακόμη και στο Ζαρατούστρα, ακόμη και σε εκείνα τα έργα στα οποία υπάρχει μια συγκεκριμένη θεματική όπως στο Λυκόφως και στον Αντίχριστο. Στους τίτλους των κεφαλαίων των πέντε «βιβλίων», δηλαδή ενοτήτων, συναντάμε τις λέξεις «ηθικότητα», «ηθικών» και «ηθικής». Στην ηθική θα αφιερώσει το μοναδικό συστηματικό έργο του, τη «Γενεαλογία της ηθικής», λίγα χρόνια αργότερα.  Η χριστιανική ηθική είναι εκείνη που τον απασχολεί περισσότερο. Θα προχωρήσουμε αμέσως στο σχολιασμό κάποιων αποσπασμάτων.
  Επειδή στην προηγούμενη ανάρτησή μας για τη «Χαρούμενη γνώση» αναφερθήκαμε σε ορισμούς και αφορισμούς, θα παραθέσουμε δυο ακόμη (αφ)ορισμούς:
  «Τι είναι παράδοση;
Μια ανώτερη εξουσία στην οποία υπακούει κανείς όχι επειδή διατάζει το ωφέλιμο αλλά επειδή απλώς διατάζει» (σελ. 22).
  Τον παρακάτω τον προσυπογράφω απόλυτα:
  «Η εξέλιξη δεν θέλει την ευτυχία-θέλει μόνο την εξέλιξη και τίποτα περισσότερο» (σελ. 107).
  Για να μην υπάρξει παρεξήγηση να πούμε ότι ο Νίτσε είναι αντιδαρβινιστής. Εξάλλου δεν τα πάει καλά παρά με ελάχιστους του παρελθόντος (ανάμεσα σ’ αυτούς είναι ο Γκαίτε, ο Αριστοτέλης και ο Θουκυδίδης) και νομίζω με κανένα του παρόντος.
  Διαβάζουμε:
 «Διδάσκει (ο Καντ) ότι πρέπει να είμαστε αναίσθητοι μπροστά στον ξένο πόνο (τα πλαγιαστά δικά μου, για να τονίσω τον δεκαπεντασύλλαβο), αν οι ευεργεσίες μας πρέπει να έχουν κάποια ηθική αξία, πράγμα που ονομάζει ο Σοπενχάουερ, με μια οργή κατανοητή σ’ αυτόν, καντιανή βλακεία» (σελ. 138).
  Τελικά στις δηκτικές κρίσεις τους ο Σοπενχάουερ και ο Νίτσε είναι συγγενικές ψυχές, παρά τη διαφορά στη φιλοσοφία τους.
  Προτείνει και ένα πολιτικό όρκο, όχι όμως για τους άπιστους:
  «Αν ψεύδομαι τώρα δεν είμαι πια ένας τίμιος άνθρωπος και καθένας έχει το δικαίωμα να μου το πει κατά πρόσωπο» (σελ. 160).
  Το επιχείρημα;
  «Δεν θα επικαλεστείς μάταια το όνομα του κυρίου σου, του θεού σου».
  Το σύντομο 186 είναι αφορισμός. Έχει τίτλο «Ζητιάνοι».
  «Πρέπει να εξαλείψουμε τους ζητιάνους, γιατί θυμώνουν όταν τους δίνουμε ελεημοσύνη, γιατί θυμώνουν επίσης και όταν δεν τους δίνουμε ελεημοσύνη» (σελ. 178).
  Δεν με παρασύρει το οξύμωρο του ευφυολογήματος (είναι απίθανο να θυμώνουν και στις δυο περιπτώσεις). Εγώ, σαν απλοϊκός ρεαλιστής, ξέρω ότι όταν δώσεις στο ζητιάνο ελεημοσύνη, τουλάχιστον σε ευχαριστεί, αν δεν σε γεμίσει με χίλιες ευχές. Ο Νίτσε εδώ δεν είναι ειλικρινής στην αιτιολόγησή του-που πιστεύω όμως ότι δεν την προτείνει στα σοβαρά. Οι ζητιάνοι, πολλοί από αυτούς με σωματικά προβλήματα, μπαίνουν εμπόδιο στην έλευση του υπερανθρώπου. Αναρωτιέμαι όμως αν θα είχε τη δύναμη να γυρίσει τη στρόφιγγα στους θαλάμους των αερίων που θανάτωναν τους τσιγγάνους, κάποιοι από τους οποίους θυμάμαι, στα παιδικά μου χρόνια, επιδίδονταν στη ζητιανιά.
  «Η ζωή είναι μια περιπέτεια. Είτε από τη μια είτε από την άλλη όψη την πάρετε τη ζωή θα διατηρήσει πάντοτε αυτό το χαρακτήρα (κι άλλος δεκαπεντασύλλαβος)» (σελ. 228). Στη «Χαρούμενη γνώση» ο Νίτσε είχε αναφερθεί πιο διεξοδικά στο vivere pericolosamente.
  «Ο Λίβινγκστον άκουσε μια μέρα κάποιον να λέει: Ο Θεός δημιούργησε τους λευκούς και τους μαύρους ανθρώπους, αλλά ο διάβολος δημιούργησε τις ανάμεικτες φυλές» (σελ. 241). Ο Νίτσε, αφού μιλάει σε δυο ακόμη παραγράφους για την καθαρότητα της φυλής καταλήγει: «Οι αρχαίοι Έλληνες αποτελούν το πρότυπο μιας φυλής και ενός πολιτισμού έτσι εξαγνισμένου και θα πρέπει να ελπίζουμε ότι η δημιουργία μιας φυλής και ενός πολιτισμού Ευρωπαϊκού καθαρού θα επιτευχθεί επίσης μια μέρα» (σελ. 242).
  Πρέπει να παραδεχθούμε ότι οι ευρωπαίοι κάνουν ό,τι μπορούν γι’ αυτό. Οι ιταλοί μάλιστα έφτασαν στο σημείο να βουλιάξουν ένα πλοίο με λαθρομετανάστες.
  Κι άλλος αφορισμός, ο 282, που έχει τίτλο «Κίνδυνος της ομορφιάς».
  «Η γυναίκα αυτή είναι ωραία κι έξυπνη, αλλοίμονο! Πόσο πιο έξυπνη θα είχε γίνει αν δεν ήταν ωραία» (σελ. 281).
  Δεν ξέρω γιατί ο παραπάνω αφορισμός μου θύμισε τα ανέκδοτα με τις ξανθιές.
  Πάντως δεν αποκλείεται να έχει δίκιο ο Νίτσε. Κάποιος φοιτητής, πριν πολλά χρόνια (οι παλιοί μπορείτε να φανταστείτε πριν πόσα περίπου χρόνια), δήλωνε ότι δεν θα παντρευτεί αν δεν συναντήσει μια γυναίκα με την ομορφιά της Ούρσουλα Άντρες και το μυαλό της Ρόζας Λούξεμπουργκ.
  Ακόμη είναι ανύπαντρος.
  Όλοι με ξέρουν για υπναρά. Στο αναμνηστικό έντυπο της σειράς μου στη Σχολή Αξιωματικών του Κέντρου Εκπαιδεύσεως Εφοδιασμού Μεταφορών στη Σπάρτη, τον Αύγουστο του 1973, το σατιρικό σκίτσο που σκαρφίστηκαν για μένα είχε σαν λεζάντα «Μπάμπη ξύπνα, πάμε για ύπνο». Τη σιέστα μου τη βάφτισε αγαπητή φίλη sacrada. Γι’ αυτούς που δεν θέλουν να κοιμούνται πολύ με το επιχείρημα ότι θα έχαναν χρόνο από τη ζωή τους παραθέτω όλο το 376 που έχει τίτλο «Το να κοιμάται κανείς πολύ».
  «Τι μπορεί να κάνει κανείς για να σταθεί όταν είναι κουρασμένος από τους άλλους και από τον εαυτό του;
  Ο ένας συνιστά τα χαρτιά, ο άλλος το χριστιανισμό, ένας τρίτος τον ηλεκτρισμό (αυτό δεν το κατάλαβα). Το ανώτερο όμως αγαπητέ μου μελαγχολικέ είναι το να κοιμάσαι πολύ, στην κυριολεξία και στη μεταφορική έννοια (εντάξει, το «στη μεταφορική έννοια» μπορούμε να το διαγράψουμε).


  Έτσι θα κατορθώσει κανείς να εξασφαλίσει και πάλι το πρωϊνό του (εγώ, αν είχα κακοκοιμηθεί τη βραδιά που μας πέρασε δεν θα καθόμουν τώρα να γράφω αυτές τις γραμμές). Μια δύναμη φρονήσεως στη ζωή είναι το να ξέρει κανείς να παρεμβάλει πότε πότε τον ύπνο σε όλες του τις μορφές» (σελ. 375).
  Το 417 είναι το ωραιότερο που έχω διαβάσει στο Νίτσε. Έχει τίτλο «Τα όρια της ταπεινοφροσύνης».
  «Υπάρχουν ασφαλώς πολλοί που έχουν φτάσει στην ταπεινοφροσύνη και λένε: Πιστεύω επειδή είναι ανόητο (credo, quia absurdum est, γράφω εγώ το λατινικό), υπάρχουν άλλοι που προσφέρουν τη λογική τους σαν θυσία. Από όσα όμως μπορώ να κρίνω, κανείς ακόμη δεν έφθασε σ’ αυτή την ταπεινοφροσύνη, που εν τούτοις δεν απομακρύνεται από την άλλη περισσότερο από ένα βήμα και λέει: Πιστεύω επειδή είμαι ανόητος» (σελ. 288).
  Διαβάζουμε:
  «Η φιλοσοφία επιδιώκει ό,τι επιδιώκουν όλες οι τέχνες και όλα τα ποιήματα. Να διασκεδάσει πριν απ’ όλα» (σελ. 296).
  Δεν ξέρω αν το έχω ξαναγράψει, είναι όμως πολύ παλιά μου πεποίθηση, που τη σχημάτισα όταν διάβασα το βιβλίο του Johan Huizinga «Ο άνθρωπος και το παιχνίδι», ότι και η φιλοσοφία είναι κατά βάση ένα παιχνίδι.
  Και πιο κάτω, στην ίδια σελίδα:
  «Τώρα ήδη ακούονται φωνές αντίθετες, κατά της φιλοσοφίας, φωνές που κραυγάζουν: -Επιστροφή στην επιστήμη, στη φύση και στο φυσικό της επιστήμης».
  Είμαι κι εγώ μια τέτοια φωνή, μόνο που διαφωνώ ως προς τη διατύπωση: η επιστήμη έπεται της φιλοσοφίας, κυριολεκτικά της έχει τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να μιλάμε για επιστροφή.
   Ο Νίτσε γράφει τα περισσότερα έργα του όπως ένας ποιητής τα ποιήματά του. Σε στιγμές έμπνευσης γράφει σύντομα δοκίμια και αφορισμούς. Φαντάζομαι θα πίεσε τον εαυτό του για να γράψει ένα συστηματικό έργο όπως είναι η «Γενεαλογία της ηθικής». Σε κανένα έργο του δεν θα δει κανείς βιβλιογραφία και παραπομπές.
  Τελικά κάποιοι έχουν ικανότητα σε ένα ιδιαίτερο είδος γραφής, το οποίο και προτιμούν. Σαν τον Νίτσε για παράδειγμα γράφει ο Κώστας Μαυρουδής: μικρά κείμενα-αφορισμούς, τα οποία εμπνέεται συνήθως από εικόνες, οιονεί φωτογραφικές, τις οποίες σχολιάζει τρυπώντας το φαινομενολογικό τσόφλι τους ενώ διαθλάται ταυτόχρονα σε συνειρμούς και, προπαντός, σε συγκρίσεις και αναλογίες. Αυτό κάνει στη «Στενογραφία» για παράδειγμα, ενώ στην βραβευμένη «Αθανασία των σκύλων» επιλέγει ένα προσχηματικό θεματικό άξονα που λειτουργεί όπως το στημόνι σε ένα υφάδι, τους σκύλους. Όσο για μένα, έχω εγκαταλείψει τα «συστηματικά» έργα, και αυτό που κάνω τα τελευταία χρόνια είναι να γράφω για βιβλία και για ταινίες. Από τα βιβλία παραθέτω πάντα αποσπάσματα τα οποία σχολιάζω, συχνά χιουμοριστικά. Στο τέλος παραθέτω τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που έχω επισημάνει, και που οι συγγραφείς τους γράφουν ασυνείδητα, σαν να τους έχουν στο αίμα τους ή, όπως λέει ο Γιώργος Βέης σε κείμενα και ποιήματα του οποίου έχω επισημάνει αρκετούς, στα γονίδιά τους.

Friedriech Nietzsche, Ecce homo (μετ. Ρένου Πολίτη) Νέος σταθμός χχχ.

  Όταν στην ανάρτηση που έκανα για την «Αυγή» στις 26 Απριλίου έγραφα «Και με την «Αυγή» τελειώνουμε, προς το παρόν τουλάχιστον, το «(ξανα)διαβάζοντας τον Νίτσε» δεν φανταζόμουν ότι θα συνεχίζαμε τόσο σύντομα.
Περπατώντας στην Αιόλου έπεσα πάνω σε ένα καροτσάκι που πουλούσε βιβλία. Καθώς έχω την ακατανίκητη συνήθεια να κοιτάζω κάθε πάγκο όπου υπάρχουν βιβλία, όπως μια γυναίκα έχει την ακατανίκητη συνήθεια να κοιτάζει κάθε βιτρίνα με ρούχα, στάθηκα να χαζέψω. Όλα πουλιόντουσαν πέντε ευρώ. Βρήκα τέσσερα του Νίτσε, όμως το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» το είχα διαβάσει. Αρχικά αγόρασα μόνο τα δύο γιατί το τρίτο ήταν πολύ μικρό, μόλις 93 σελίδες, δεν άξιζε να δώσω πέντε ευρώ γι’ αυτό. Εξάλλου ο τίτλος με υποψίαζε: «Η θεωρία του σκοπού της ζωής». Δεν θυμόμουν ο Νίτσε να έχει γράψει έργο με τέτοιο τίτλο, και το πιο πιθανόν είναι, σκέφτηκα, να πρόκειται για μια επιλογή από μικρά δοκίμια διαφόρων έργων του. Ψάχνοντας τώρα στη βικιπαίδεια το επιβεβαίωσα.
Επιστρέφοντας για να αγοράσω νερό από ένα περίπτερο είπα ας πάει το παλιάμπελο, και το πήρα. Το διάβασα και επιβεβαίωσα αυτό που είχα υποψιαστεί: Όλα τα κείμενα τα είχα ξαναδιαβάσει. Μη θέλοντας να κάνω ξεχωριστή ανάρτηση θα παραθέσω μόνο το παρακάτω απόσπασμα από το προτελευταίο δοκίμιο που έχει τίτλο «Η κτηνωδία δίχως τύψεις».
«Ας μη γελιόμαστε. Και το κακό γούστο έχει τα δικαιώματά του, σαν το καλό γούστο, και μάλιστα έχει ένα προτέρημα όταν αντιπροσωπεύει τη μεγάλη ανάγκη, τη βέβαιη ικανοποίηση, τη γλώσσα, κατά κάποιο τρόπο, όλων, δηλαδή μια μάσκα κι ένα ύφος που γίνονται αμέσως κατανοητά. Ενώ το καλό γούστο, το ξεχωριστό γούστο, έχει πάντα κάτι το ασυνήθιστο, το παρακινδυνευμένο. Δεν είναι σίγουρο ότι το κατανοούν, ούτε είναι, ούτε υπήρξε, ποτέ δημοφιλές (δημοφιλής γράφει, αλλά δεν αναγράφεται μεταφραστής για να τον εκθέσω, ούτε άλλωστε και χρόνος έκδοσης στο βιβλίο, μόνο ο εκδοτικός οίκος, Νέος Σταθμός).
Το γούστο παραπέμπει στον δέκτη, ενώ σήμερα η συζήτηση γίνεται για το μέσο, με τους όρους «λογοτεχνία-παραλογοτεχνία» και όχι «καλό γούστο-κακό γούστο». Με ανάλογους όρους μιλάει και ο Ρολάν Μπαρτ, ξεχωρίζοντας τα έργα σε scriptible και lisible.  
Το ίδιο σκέφτηκα και για το άλλο βιβλίο που αγόρασα, το «Φιλοσοφία», ότι δηλαδή και αυτό θα ήταν μια επιλογή δοκιμίων. Όμως για τις σχεδόν τετρακόσιες σελίδες του άξιζε να δώσω τα πέντε ευρώ.
Εδώ έπεσα έξω. Το έργο διαπίστωσα ότι ήταν μια επανέκδοση, και μάλιστα κλεψίτυπη, της «Χαρούμενης γνώσης» που διάβασα το Πάσχα στην Κρήτη. Έτσι θα μιλήσουμε μόνο για το «Ιδέ ο άνθρωπος».
Αυτό το βιβλίο το είχα διαβάσει όλο όταν ήμουν μαθητής. Είναι αυτοβιογραφικό, αν και μόνο εν μέρει, και έχω δηλώσει επανειλημμένα ότι μου αρέσουν οι (αυτο)βιογραφίες. Όμως αυτό που αγόρασα δεν ήταν επανέκδοση αλλά διαφορετική μετάφραση, την οποία υπογράφει ο Ρένος Πολίτης, από τις ίδιες εκδόσεις, Νέος Σταθμός. Δεν αναγράφεται πού εδρεύουν παρά μόνο το τηλέφωνο του εκδότη που είναι υπεραστικό (Ψάχνοντας στη google βλέπω ότι είναι Νέα Μάκρη). Επίσης δεν αναγράφεται χρόνος έκδοσης, όμως ο μεταφραστής σε υποσημείωση αναφέρει ότι το μετέφρασε στο Τουρίνο από 15 Οκτώβρη έως 4 Νοέμβρη 1988. Ακόμη, σε αυτή την έκδοση υπάρχουν επί πλέον δυο «Πρόσθετα κείμενα» για τον Νίτσε, χωρίς όμως να αναφέρεται η πατρότητά τους.
Στην εισαγωγή του Γ. Ζερβού διαβάζουμε:
«Ο Νίτσε, όπως ήταν μεγάλος ποιητής – πάντα οι μεγάλοι φιλόσοφοι έχουν δυνατή ποιητική έμπνευση – δεν μπορούσε να υποτάξει το λυρισμό του σε μια αυστηρά λογική συνέχεια, ούτε και να διατυπώσει τη σκέψη του με συστηματική αλληλουχία» (σελ. 9).
Διαφωνούμε μόνο με το «πάντα». Αυτός ήταν άλλωστε ο λόγος που με δυσκόλευε να διαβάσω τον Νίτσε, και που τα μόνα έργα του που κατάφερα να διαβάσω ως το τέλος, από όσο θυμάμαι, ήσαν η «Γενεαλογία της ηθικής», «Η γέννηση της τραγωδίας» και το αυτοβιογραφικό «Ιδέ ο άνθρωπος». 
Στην αυτοβιογραφία αυτή αναφέρεται στην καταγωγή του (από την πλευρά του πατέρα του κατάγεται από Πολωνούς ευγενείς), δίνει το ψυχολογικό του πορτραίτο και στη συνέχεια μιλάει για τους όρους συγγραφής των έργων του, κάτω από ποιες συνθήκες και σε ποια ψυχολογική κατάσταση ήταν όταν τα έγραψε. Όποιος θέλει να διαβάσει Νίτσε, καλό θα ήταν να διαβάζει παράλληλα με το κάθε έργο το σχετικό απόσπασμα του Ecce homo που αναφέρεται σ’ αυτό. Εμείς θα προχωρήσουμε σε «διάλογο» με κάποια αποσπάσματα που επιλέξαμε χωρίς να αναφερθούμε στις γενικές του αντιλήψεις, για τις οποίες έχουμε ήδη γράψει στις παρουσιάσεις των έργων του που διαβάσαμε.
«…στη διάρκεια της χρονικής περιόδου που η ζωτικότητά μου είχε φτάσει στο κατώτερό της επίπεδο, έπαψα να ’μαι πεσιμιστής· το ένστικτο της “αυτοανασύστασής” μου, μου απαγόρευε να επαγγέλλομαι μια φιλοσοφία της φτώχειας και της αποθάρρυνσης» (σελ. 30). Οι τρεις απόπειρες αυτοκτονίας για τις οποίες διαβάζουμε σε ένα από τα «πρόσθετα κείμενα» έγιναν πιο πριν. «Τρεις φορές παίρνει μεγάλες δόσεις χλοράλ, ελπίζοντάς τις θανάσιμες. Υπάρχει όμως μέσα του, δεμένος με τον καταπονημένο νευροπαθή, ένας πνευματικός αθλητής που έχει να εκτελέσει το χρέος του. Τρεις φορές ξεφεύγει από το δηλητήριο. Δεν θα έχουν να πουν πως μια γυναίκα υπήρξε η αφορμή του θανάτου του, ότι μια γυναίκα τον εξουσίαζε – θα επιζήσει της πληγής του» (σελ. 223). Η γυναίκα αυτή ήταν η Λου Σαλομέ.   
Θυμάμαι κι εγώ, όταν στα δεκατέσσερά μου έπαψα να πιστεύω στο θεό, σαν αντίδραση έπαψα να βρίζω (και όχι μόνο Χριστούς και Παναγίες), τότε ακριβώς δηλαδή που δεν είχα κανένα φόβο για κάποια θεϊκή τιμωρία. Ξανάρχισα να βρίζω όταν έπαψα να είμαι φονταμενταλιστής άθεος. Μετά από αρκετά χρόνια (δεν θυμάμαι από πότε) δήλωνα άθεος χριστιανός ορθόδοξος. Τώρα το τι πιστεύω είναι αρκετά περίπλοκο (ή ίσως πολύ απλό, όμως έξω από το πλαίσιο του γνωστού διπολικού σχήματος μέσα στο οποίο συζητείται το θέμα) για να το αναπτύξω εδώ.
«…για μένα, το αίσθημα της φιλανθρωπίας δεν συνίσταται στο να νοιώθω πλησίον με τον άνθρωπο, έτσι όπως είναι, αλλά να ανέχομαι να τον νιώθω κοντά μου. –Η ανθρωπιά μου είναι μια συνεχής νίκη πάνω στον ίδιο μου τον εαυτό.
Ωστόσο, έχω ανάγκη μοναξιάς, θέλω να πω θεραπείας, επιστροφής στον εαυτό μου· την ανάσα ενός ελαφρού αέρα που να παιχνιδίζει ελεύθερα… Ολόκληρος ο Ζαρατούστρα μου δεν είναι παρά ένας διθύραμβος προς τιμήν της μοναξιάς…» (σελ. 50).
Ε, ας παραθέσουμε και κάτι χωρίς να το σχολιάσουμε.
«…θα μπορούσα να συμβουλέψω όσο γίνεται πιο έντονα, σ’ όλες τις ευφυείς φύσεις την απόλυτη αποχή από κάθε αλκοολούχο ποτό, αυτό που τους χρειάζεται είναι το νερό…In vino veritas· εν τω οίνω η αλήθεια· φαίνεται πως και πάνω σ’ αυτό ακόμη, διαφωνώ μ’ όλο τον κόσμο» (σελ. 61).
Το νερό το συνιστούν σε όλους οι γιατροί, και τα αλκοολούχα ποτά με μέτρο.
Και εγώ διαφωνώ με πολλά γνωμικά. Το in vino veritas δεν το καταλαβαίνω. Εκτός κι αν εννοεί ότι όταν γίνεις σταφίδα στο μεθύσι σού λύνεται η γλώσσα και λες πράγματα-αλήθειες που δεν θα τα έλεγες νηφάλιος.
«Πρέπει να μένει κανείς καθισμένος όσο το δυνατό λιγότερο· να μη δίνει πίστη σε μια σκέψη που δεν του έχει έρθει στο ύπαιθρο, την ώρα που κινείται ελεύθερα… Το να ’σαι σπιτόγατος – το έχω πει κιόλας- να το αληθινό αμάρτημα ενάντια στο πνεύμα» (σελ.61).
Να λοιπόν που και ο Νίτσε πιστεύει στις αμαρτίες!!! Όχι, δεν συμφωνώ με το παραπάνω. Στην εποχή του δεν υπήρχαν υπολογιστές, και καθώς γράφει σύντομα δοκίμια και αφορισμούς, του είναι εύκολο να καθίσει στην άκρη ενός μονοπατιού, να βγάλει το σημειωματάριό του και να καταγράψει τις σκέψεις του… Ξέχασα, αυτό μπορεί να γίνει και με αυτά τα ipad ή ipod ή πώς τα λένε. Εγώ όμως έχω ένα φτηνιάρικο κινητό.
«Ο Σταντάλ-μια από τις πιο όμορφες συναντήσεις στη ζωή μου… Ίσως μάλιστα ζηλεύω τον Σταντάλ· με ξεπέρασε, κάνοντας ένα από τα καλύτερα λογοπαίγνια άθεου, ένα λογοπαίγνιο που θα μπορούσε να ’ναι δικό μου-“Η μοναδική δικαιολογία του θεού είναι το ότι δεν υπάρχει”» (σελ. 69-70).
Αλήθεια, ποιος από τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης μπορεί να υπερηφανευθεί ότι είπε έστω και μια φορά στη ζωή του για κάποιον, «…με ξεπέρασε»;
Στα βιβλία που διάβασα μέχρι τώρα είδα τον Νίτσε κυρίως να θάβει. Εδώ επαινεί. Ανάμεσα στα πολλά ονόματα που διαβάζω είναι και του Γκυ ντε Μωπασάν, που τόσο μας άρεσε ο «Φιλαράκος» του. Διαβάζω όμως πιο κάτω «…στον Ίψεν για παράδειγμα, την τυπική αυτή γεροντοκόρη…» (σελ. 106).
Δεν πα να ’ναι Νίτσε, τέτοιους χαρακτηρισμούς τους θεωρώ κατινίστικους.
Δεν πα να ’ναι Νίτσε, διαφωνώ μαζί του όταν διαφωνεί με τον Αριστοτέλη για την τραγωδία. Και το να χαρακτηρίζει την τραγωδία ως την «υπέρτατη τέχνη της κατάφασης στη ζωή» (σελ. 116) το θεωρώ άσχετο. Όμως η σύλληψή του για το διονυσιακό και το απολλώνιο στοιχείο είναι θαυμάσια. Αργότερα πρότεινε ο Φρόιντ ένα ανάλογο δίπολο, το «αυτό», δηλαδή τα ένστικτα, και το «εγώ», τη νηφάλια διαμεσολάβηση ανάμεσα στα ένστικτα και τις κοινωνικές επιταγές. 
«Μια μέρα που ο δόκτωρ Χάινριχ ντε Στάιν μου παραπονιόταν ευγενικά πως δεν καταλάβαινε ούτε λέξη από τον Ζαρατούστρα μου του απάντησα ότι αυτό ήταν ολότελα φυσικό· και μόνο το γεγονός ότι έχεις καταλάβει, δηλαδή βιώσει έξι φράσεις, σε υψώνει ανάμεσα στους θνητούς σ’ ένα επίπεδο παραπάνω απ’ εκείνο που οι “σύγχρονοι άνθρωποι” ποτέ δεν θα ’χαν τη δυνατότητα να φτάσουν» (σελ. 93).
Κι εγώ θα ομολογήσω χωρίς καμιά τύψη (εξάλλου ο Νίτσε κατηγορεί αυτούς που νοιώθουν τύψεις) ότι σε πολλά, πάρα πολλά σημεία δεν τον καταλάβαινα, γι’ αυτό εξάλλου δεν κατάφερα να τον διαβάσω μέχρι τέλος, παρά τις επανειλημμένες απόπειρες, όταν ήμουν μικρός. Πολλοί από αυτούς που θα ισχυρισθούν ότι τον καταλαβαίνουν πλήρως στην πραγματικότητα είναι μαγεμένοι από το ποιητικό του ύφος. Εγώ όμως έχω δηλώσει, και δημόσια πρόσφατα, ότι, όπως ο Κωστής Παπαγιώργης, δεν συμπαθώ την ποίηση (εξαιρούνται οι μαντινάδες).
«Όταν στη μεταβατική περίοδο ανάμεσα σε δυο αιώνες παρακμής, μπροστά στα μάτια όλων παρουσιάστηκε μια ανώτερη δύναμη μεγαλοφυΐας και θέλησης, αρκετά ισχυρή για να δημιουργήσει μια ενιαία Ευρώπη, μια ενότητα πολιτική και οικονομική, που σκοπός της θα ’ταν να εγκαθιδρύσει μια παγκόσμια κυβέρνηση, οι Γερμανοί με τους απελευθερωτικούς πολέμους τους αποστέρησαν την Ευρώπη από τη σημασία, από αυτή τη θαυμαστή σημασία που περιείχε η ύπαρξη του Ναπολέοντα-έτσι έχουν βάρος στη συνείδησή τους όλα εκείνα που επακολούθησαν, όλα όσα συμβαίνουν τώρα, τη νοσηρότητα και τον παραλογισμό του πιο καταστροφικού απ’ όλους για την κουλτούρα εθνικισμού, του νευρωτικού εθνικισμού που απ’ αυτόν πάσχει η Ευρώπη, καθώς διαιωνίζει τον διαμελισμό της σε μικρά κρατίδια, η μικροπολιτική του καμπαναριού!» (σελ. 193-194).
Τελικά η Ευρώπη ενώθηκε. Δεν το έζησε αυτό ο Νίτσε, όμως παρακάτω στην ίδια σελίδα διαβάζουμε:
«…οι Γερμανοί θα κάνουν τα πάντα έτσι ώστε ένα καταπληκτικό πεπρωμένο [να ξαναενωθούν οι λαοί] να μη γεννήσει παρά ένα ποντίκι. Μέχρι τώρα, το μόνο που έκαναν ήταν να αποδείχνουν την ανυποληψία τους και πολύ αμφιβάλλω αν θα φερθούν καλύτερα στο μέλλον… Αχ! Πόσο εύχομαι μ’ όλη μου την καρδιά να φανώ σχετικά μ’ αυτό κακός προφήτης!».
Δυστυχώς, απ’ ό,τι φαίνεται, ο Νίτσε φάνηκε καλός προφήτης.
«Οι θρησκείες είναι υπόθεση του όχλου…» (σελ. 201).
Εν τάξει, αυτό ας μην το βάλουμε σε ψηφοφορία όπως έκανα για έναν άλλο (αφ)ορισμό του.
Το παρακάτω το διαβάζω σε ένα από τα «Πρόσθετα κείμενα».
«Ο Νίτσε το αποφασίζει. Δε θα ξανασκεφτεί πια να γράψει, σύμφωνα με τα γούστα των άλλων, ένα συστηματικό έργο» (σελ. 299).
Κι εγώ, από τότε που υπάρχει τo blog μου στο οποίο μπορώ να αναρτώ τις βιβλιοκριτικές μου, έπαψα να τις γράφω «σύμφωνα με τα γούστα των άλλων», δηλαδή των εντύπων.
Στο Νίτσε θα επανέλθουμε. Του χρωστώ πολλά. Δεν ξέρω όμως πότε.

Friedrich Nietzsche, Πέραν του καλού και του κακού (μετ. Μίνας Ζωγράφου Κ. Μεραναίου), εκδόσεις Μαρή χχ σελ. 183

   Μια ώρα πριν αναχωρήσω από το χωριό μου για το Ηράκλειο επιστρέφοντας από τις καλοκαιρινές μου διακοπές, και αφού είχα τακτοποιήσει τα πάντα και φορτώσει το αυτοκίνητο, είπα να ρίξω μια ματιά στα βιβλία που έχω σε τρία μεγάλα αποθηκευτικά πλαστικά κουτιά, μήπως υπήρχαν εκεί μέσα κάποια που θα ήθελα να διαβάσω άμεσα. Και ανακάλυψα ένα χαμένο θησαυρό, δυο βιβλία του Νίτσε που αγόρασα στα μαθητικά μου χρόνια και που θεωρούσα χαμένα, το «Πέραν του καλού και του κακού» και το «Η θέληση της δυνάμεως». Ξεκίνησα με το πρώτο.
  «Ξαναδιαβάζοντας τον Νίτσε» διάβασα όλα τα βιβλία που είχα αγοράσει μαθητής. Σε κάθε τελευταία ανάρτηση παρέπεμπα στο σύνδεσμο της προηγούμενης, έτσι ώστε αν κάποιος έχει την περιέργεια, μπορεί να δει τι έγραψα γι’ αυτόν.
  Θα ξαναγράψω σε συντομία πράγματα που έχω ήδη γράψει, αυτά που έχω στο μυαλό μου για τον Νίτσε, πριν αρχίσω να ξεφυλλίζω για να παραθέσω και να σχολιάσω αποσπάσματα.
  Ο Νίτσε γράφει σαν ποιητής. Το ύφος του είναι ποιητικό, και τα κείμενά του είναι σύντομα σαν ποιήματα, γραμμένα (σαν) σε στιγμές έμπνευσης. Συχνά καθένα φέρει έναν αριθμητικό δείκτη. Η θεματική κατάταξη πιθανότατα έγινε εκ των υστέρων.
  Και τώρα για τις βασικές ιδέες του.
  Ο Νίτσε περιφρονεί τον λαό και τη χριστιανική ηθική, την οποία θεωρεί ως ηθική δούλων. Ιδιαίτερα καταφέρεται εναντίον του οίκτου. Η αριστοκρατία είναι αυτή που δημιουργεί πολιτισμό. Υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες φυλές. Η γερμανική φυλή υποτίθεται ότι είναι η ανώτερη φυλή, όμως δεν της χαρίζεται. Και στις ανώτερες φυλές υπάρχει ο όχλος. Η θέληση για δύναμη χαρακτηρίζει τον άνθρωπο. Αν υπάρχει κάποιο νόημα στη ζωή, αυτό είναι η έλευση του υπεράνθρωπου. Μόνο οι παρακμιακοί, οι κουρασμένοι από τη ζωή, είναι απαισιόδοξοι. Η μοναξιά είναι η φυσική συνθήκη ζωής του φιλοσόφου:
  «…εφόσον είμαστε φίλοι της μοναξιάς, φίλοι από γεννησιμιού, ορκισμένοι, ζηλότυποι, της ίδιας μας της βαθειάς μεσημεριάτικης και μεσονυχτιάτικης, μοναξιάς. Να τι είδους άνθρωποι είμαστε εμείς, εμείς τα ελεύθερα πνεύματα! Και ίσως να είσαστε και σεις, εσείς οι ερχόμενοι, εσείς οι καινούριοι φιλόσοφοι» (σελ. 47).
  Και τώρα κάποια ακόμη αποσπάσματα.
  «…οι πανούργοι συνήγοροι των προκαταλήψεών τους, που τις βαφτίζουν αλήθειες…» (σελ. 12).
  Να ένας ακόμη ενδιαφέρων ορισμός για την αλήθεια. 
  «Κάτω από το κεφάλι της επιθανάτιας κλίνης του δεν βρήκανε καμιά «βίβλο», τίποτα το αιγυπτιακό, το πυθαγόρειο ή το πλατωνικό –αλλά έναν Αριστοφάνη: Πώς ο Πλάτων θα μπορούσε να υποφέρει τη ζωή – μια ζωή ελληνική που της είχε πει όχι – δίχως έναν Αριστοφάνη!» (σελ. 34).
  Θα γενικεύσω: πώς θα μπορούσαμε να υποφέρουμε τη ζωή χωρίς το γέλιο;
  «Ο Σταντάλ προσθέτει ένα τελευταίο χαρακτηριστικό στην εικόνα του ελευθεροστοχαστή φιλοσόφου, ένα χαρακτηριστικό που δεν θα ήθελα να το παραλείψω για το γερμανικό γούστο: -Για νάναι κανένας καλός φιλόσοφος, λέει αυτός ο τελευταίος μεγάλος ψυχολόγος [Μα τι, δεν είχε διαβάσει Ντοστογιέφσκι;] πρέπει νάναι ξηρός, σαφής, δίχως αυταπάτες. Ο τραπεζίτης, που έκανε περιουσία, διαθέτει ένα μέρος από τον χαρακτήρα που απαιτείται για να κάνει ανακαλύψεις στη φιλοσοφία, δηλαδή για να βλέπει καθαρά το υπάρχον» (σελ. 42).
   Ήλθε ενάμισι αιώνα αργότερα ο Σόρος, προς επιβεβαίωση, αν και έκανε αντίστροφη πορεία: ξεκίνησε ως φιλόσοφος αλλά εγκατέλειψε τη φιλοσοφία για να γίνει χρηματιστής.
   «…της τελευταίας μεγάλης ανταρσίας των σκλάβων που άρχισε με τη Γαλλική Επανάσταση» (σελ. 50).
  Και συνεχίστηκε με την Οκτωβριανή, συμπληρώνω εγώ.
  «Παντού όπου εκδηλώθηκε ως τώρα στη γη η θρησκευτική νεύρωση, τη βρίσκουμε να συνδέεται με τρεις επικίνδυνες εντολές: την μοναξιά, την νηστεία, και την αγνεία» (σελ. 50).
  Δεν το πιστεύω, αλλά το παραθέτω για τη φράση: θρησκευτική νεύρωση.
  Και μια και ο λόγος περί θρησκείας, παραθέτω ολόκληρο το 49.
  «Εκείνο που παραξενεύει στην θρησκευτικότητα των αρχαίων ελλήνων είναι η ξέφρενη αφθονία ευχαριστήσεως που αναδίνει. Τι ευγενές είδους ανθρώπων, που έχουν τέτοια στάση μπροστά στη ζωή! Αργότερα, όταν υπερίσχυσε ο όχλος στην Ελλάδα, ο φόβος κατακλύζει επίσης και τη θρησκεία, τότε προετοιμάζεται ο Χριστιανισμός» (σελ. 52).
  Το τέταρτο κεφάλαιο επιγράφεται «Γνωμικά και ιντερμέτζα». Να παραθέσουμε κάποια.
  112. Εκείνος που νοιώθει τον εαυτό του προορισμένο για τη θεώρηση (Zum Schauen) και όχι για την πίστη, βρίσκει όλους τους πιστούς θορυβώδεις και ενοχλητικούς, τους αποφεύγει (σελ. 67).
  142. Η πιο ντροπαλή φράση που άκουσα ποτέ: Στον αληθινό έρωτα η ψυχή είναι εκείνη που περιβάλλει το σώμα (σελ. 69).
  156. Η παραφροσύνη στο άτομο είναι κάτι σπάνιο, - στις ομάδες, στα κόμματα, στους λαούς, στις εποχές, είναι ο κανόνας (σελ. 70).
  183. Συνταράχτηκα, όχι για το ότι μου είπες ψέματα, αλλά γιατί ποτέ πια δεν μπορώ να σε πιστέψω (σελ. 72).
  Ξέχασα να αναφερθώ στον μισογυνισμό του Νίτσε. Παραθέτω δυο αποσπάσματα.
  144. Όταν μια γυναίκα έχει κλίση για τις επιστήμες, γενικά κάτι δεν πάει καλά στη σεξουαλικότητά της… (σελ. 69).
  Άντε τώρα να χρησιμοποιήσουν ένα τέτοιο επιχείρημα οι ταλιμπάν, που ανατινάζουν μεν ακόμη και τα δημοτικά σχολεία όπου φοιτούν κορίτσια, αλλά ταυτόχρονα προσπαθούν να «θάψουν» τη σεξουαλικότητα της γυναίκας, και όχι μόνο με τη μπούργκα.  
  147. Απόσπασμα από μια φλωρεντινή νουβέλα –από τη ζωή, άλλωστε: buona femina e mala femina vuol bastone (κι η καλή κι η κακή γυναίκα θέλει ραβδί) – Sacchetti Nov. 86. (σελ. 70).
  Και θυμήθηκα μια κατωχωρίτικη ιστορία, ανέκδοτη προς το παρόν, την έχω αναρτήσει μόνο στο blog. Ο Τζανής, ένας γραφικός τύπος του χωριού όταν εγώ ήμουν κοπέλι, λέει στη γυναίκα του:
  -Γαρεφαλιώ, βάνεις στοίχημα πως θα τις φας;
  Το Γαρεφαλιώ δεν μιλάει.
  -Γαρεφαλιώ, βάλεις δε βάλεις θα τις φας.
  «Το σεξουαλικό ένστικτο εξιδανικεύθηκε ως την αγάπη» (σελ. 78). Ο Φρόιντ μιλάει για «εξύψωση» του σεξουαλικού (και του επιθετικού) ενστίκτου σε αποδεκτές, πολιτισμικές μορφές, όμως δεν τόλμησε να θεωρήσει και την αγάπη ως τέτοια.
  «Άλλοτε, ακολουθώντας το παράδειγμα των αρχαίων Γερμανών, οι πατέρες δεν φοβόνταν να διαθέτουν, ανάλογα με το κέφι τους, τη ζωή και το θάνατο των νεογέννητων» (σελ. 82).
  Τότε που εμείς κτίζαμε Παρθενώνες.
  «Εμείς που θεωρούμε τη δημοκρατική κίνηση σαν μια μορφή παρακμής της πολιτικής διοργάνωσης, αλλά και σαν μορφή παρακμής, δηλαδή καταπτώσεως του ανθρώπου, σαν ισοπέδωση του ανθρώπου και πτώση της αξίας του…» (σελ. 90).
  Όσο κι αν θαυμάζουμε το φιλόσοφο, κάποια πράγματα δεν πρέπει να τα κουκουλώνουμε.
  Και πάλι για τη γυναίκα:
  «Η μεγάλη της τέχνη είναι το ψέμα, η πιο υψηλή της απασχόληση είναι η εμφάνιση και η ωραιότης» (σελ. 127).
  Και θυμήθηκα την έκπληξη που ένοιωσα μπροστά στην ανενδοίαστη ομολογία μιας φίλης μου: -Το ψέμα το έχω πάνω στα χείλη μου.
  Δηλαδή εντελώς πρόχειρο.
  «Αν η γυναίκα ήταν σκεπτόμενο ον…» (σελ. 127).
  Όχι μόνο είναι ψεύτρα, αλλά δεν έχει και μυαλό.
  «Το να ξεγελαστούμε αναφορικά με το θεμελιώδες πρόβλημα του «άντρα και της γυναίκας», ν’ αρνηθούμε τον βαθύ ανταγωνισμό που υπάρχει ανάμεσα στους δυο και την αναγκαιότητα μιας αιώνια εχθρικής εντάσεως, να ονειρευόμαστε ίσα δικαιώματα, την ίδια διαπαιδαγώγηση και τις ίδιες απαιτήσεις και τα ίδια καθήκοντα, όλα αυτά αποτελούν τυπικές ενδείξεις πνευματικής πλαδαρότητας» (σελ. 129).
  Ώστε οι ταλιμπάν δεν είναι καθόλου πλαδαροί.
  Σε τρεις ολόκληρες σελίδες, στα υπαριθ. 250 και 251, ο Νίτσε μιλάει για τους εβραίους, συχνά με θαυμασμό. Αλλά οι ναζί από τον Νίτσε πήραν μόνο ότι τους συνέφερε. 
  «267. Στους Κινέζους υπάρχει ένα γνωμικό που οι μητέρες το μαθαίνουν στα παιδιά τους: 小心…» (σελ. 166).
  Είπα να κάνω λίγο πλάκα, αλλά βλέποντας το κινέζικο σκέφτηκα ότι το «σιάο σιν» μπορεί να μην είναι γνωμικό, μπορεί να μη σημαίνει «κάνε μικρή την καρδιά σου», δηλαδή να μην έχεις έπαρση, αλλά να σημαίνει ακριβώς αυτό που εννοούν με τη λέξη οι κινέζοι και που λέει κάθε μητέρα στο παιδί της: να είσαι προσεκτικός. Αλλά, ξανασκέφτομαι τώρα που ξαναδιαβάζω τις παραπάνω γραμμές, ίσως η σημασία αυτή να είναι μια νεκρή μεταφορά μιας πρωταρχικής σημασίας «κράτα μικρή την καρδιά σου, μην ξύνεις τη μύτη σου για καυγά».
  Αλλά για τον Νίτσε θα μιλήσουμε άλλες τρεις φορές προς το παρόν – θεού θέλοντος.

Friedriech Nietzsche, Η θέληση της δυνάμεως (μετ. Ιωάννα Μπαζίλη), Ενωμένοι εκδότες 1961

Η «Θέληση της δυνάμεως» είναι το τελευταίο έργο του Νίτσε. Το είχε προαναγγείλει, όμως φαίνεται ότι εγκατέλειψε το σχέδιο πριν το ολοκληρώσει, και κάποια αποσπάσματα τα χρησιμοποίησε για τα έργα του «Το Λυκόφως των ειδώλων» και τον «Αντίχριστο». Μετά το θάνατό του η αδελφή του Ελίζαμπεθ εξέδωσε αδημοσίευτα αποσπάσματα με αυτό τον τίτλο, λέγεται όμως ότι παραποίησε κάποια ώστε να είναι σύμφωνα με τις αντισημιτικές της αντιλήψεις. Οι ναζί επωφελήθηκαν αρκετά απ’ αυτό το έργο.
Δεν ξέρω την έκταση της επέμβασης της αδελφής, όμως στο έργο εγώ αναγνωρίζω τον γνωστό μου Νίτσε, τον πολέμιο του χριστιανισμού, της ηθικής του που την χαρακτηρίζει ως ηθική δούλων («Αυτό το βιβλίο κηρύσσει τον πόλεμο εναντίον της ηθικής» (σελ. 48), με τα βέλη του να στρέφονται κυρίως κατά του οίκτου και της αγάπης προς τον πλησίον.
Έχω γράψει γενικά για τον Νίτσε στην προηγούμενη ανάρτησή μου για το «Πέραν του καλού και του κακού» (σε κάθε καινούρια ανάρτησή μου για τον Νίτσε δίνω τον σύνδεσμο της προηγούμενης) και έτσι θα περάσω κατευθείαν στην παράθεση αποσπασμάτων.
«Έχουμε ανάγκη από την πλάνη για να θριαμβεύσουμε πάνω σ’ αυτή την πραγματικότητα, σ’ αυτή την «αλήθεια», δηλαδή για να ζήσουμε… Πόσο είναι απαραίτητο το ψέμα στη ζωή, αυτό ακόμη αποτελεί μέρος αυτής της τρομακτικής και ύποπτης ζωής» (σελ. 14).
Όταν έγραφα το βιβλίο μου «Η αναγκαιότητα του μύθου» δεν θυμόμουνα ότι είχα συναντήσει τη βασική θέση του στον Νίτσε. Δεν το θυμόμουνα γιατί δεν είναι από τις κεντρικές ιδέες του, και ενώ έχω ξαναδιαβάσει σχεδόν όλα του τα έργα, πρώτη φορά τη συναντώ.
«Η τέχνη και τίποτα άλλο από την τέχνη! Είναι αυτή που μας πείθει να ζήσουμε, που μας πείθει να τη ζήσουμε. Η τέχνη, μόνη δύναμη που αποτελεί θαυμάσιο αντιστάθμισμα σ’ όλα όσα μας αναγκάζουν ν’ αρνηθούμε τη ζωή, δύναμη αντιχριστιανική, αντιβουδιστική, αντιμηδενιστική κατ’ εξοχήν. Η τέχνη, σωτηρία για όποιον βλέπει και θέλει να δει το φοβερό αλλοπρόσαλλο χαρακτήρα της ζωής, που φθάνει στην τραγική αντίληψη. Η τέχνη, απολύτρωση του ενεργητικού ανθρώπου εκείνου, που δεν ικανοποιείται μόνον να βλέπει το φοβερό και αμφίβολο χαρακτήρα της ζωής, αλλά τη ζει, θέλει να τη ζήσει. Ο μαχητικός άνθρωπος, ο ήρωας. Η τέχνη, απολύτρωση του ανθρώπου που υποφέρει, οδός που οδηγεί σε καταστάσεις κατά τις οποίες ο πόνος είναι εκούσιος, μεταμορφωμένος, θεοποιημένος, όπου ο πόνος είναι μια μορφή της υπέρτατης εκστάσεως» (σελ. 15-16).
Είναι ίσως το ωραιότερο απόσπασμα που έχω διαβάσει σχετικά με την τέχνη.
«Υπέρτατη κατάσταση στην οποία μπορεί να φθάσει ένας φιλόσοφος: μια διονυσιακή στάση απέναντι στη ζωή. Η συνταγή μου γι’ αυτό είναι: amor fati» (σελ. 21).
Αγάπη της μοίρας.
Ο Ζορμπάς είναι εκείνος που αποδέχεται μεν τη μοίρα, τη μοίρα σαν την υπαρξιακή κατάσταση του ανθρώπου, αλλά δεν την αγαπά. «Δεν υπογράφω», θυμάμαι τη χαρακτηριστική του δήλωση.
Φαντάζομαι και ο Καζαντζάκης.
Το ίδιο κι εγώ.
Δεν θα παραθέσω το απόσπασμα, αλλά νομίζω δεν τόνισα αρκετά την αγάπη του Νίτσε για την ελληνική αρχαιότητα και ιδιαίτερα για τους προσωκρατικούς. Φοιτητής, προπονώντας τα γαλλικά μου, μετέφρασα το «Η γέννηση της φιλοσοφίας τον αιώνα της ελληνικής τραγωδίας», μετάφραση που έμεινε ανέκδοτη.
Βρήκα όμως παρακάτω ένα άλλο, επιγραμματικό:
«Η Ελλάδα έχει για μας την αξία που έχουν οι άγιοι για την καθολική εκκλησία» (σελ. 160).
«Ίσως γνωρίζω καλύτερα από καθένα γιατί ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που ξέρει να γελά. Μόνος αυτός υποφέρει πολύ βαθιά τόσο, ώστε να είναι υποχρεωμένος να επινοήσει το γέλιο» (σελ. 26).
Θα διαφωνήσω ως προς το «μόνο ον», αλλά σίγουρα το γέλιο είναι αντικαταθλιπτικό.
«Και επί πλέον η ελάχιστη πρωτότυπη δημιουργία είναι ανώτερη από μια ανάλυση σχετική μ’ ό,τι έχουν δημιουργήσει οι άλλοι» (σελ. 31).
Τώρα με ξέσκισε!!!
Μαθαίνουμε: «Ο Βύρων δεν ανεχόταν να βλέπει γυναίκα την ώρα του φαγητού» (σελ. 41).
«Οι ανώτεροι άνθρωποι πρέπει να κηρύξουν τον πόλεμο κατά του όχλου» (σελ. 128).
Οι ανώτεροι άνθρωποι σίγουρα δεν είναι οι πολιτικοί. Αυτοί δεν κηρύσσουν τον πόλεμο κατά του όχλου, απλά τον παραμυθιάζουν για να τους ακολουθήσει.
«Δεν ενδιαφέρει το να βαδίζεις μπροστά (πράγμα που επιτρέπει κυρίως να είσαι ποιμήν, δηλαδή αυτός που έχει περισσότερο ανάγκη το ποίμνιο), αλλά το να βαδίζεις επάνω στο δικό σου δρόμο, το να μπορείς να διαφέρεις από τους άλλους» (σελ. 141).
Volonté de différer.
«Πολιτισμός σλαβο-γερμανομεσημβρινός – ο πιο ταπεινός, αλλά και ο πιο ρωμαλέος και ο πιο δραστήριος».
Πώς της ξέφυγε της αδελφής του. Ο Χίτλερ θα ανατρίχιασε διαβάζοντας αυτό το σλαβο-γερμανο…
«Η οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης θα επέλθει αναγκαστικά…» (σελ. 149).
Ναι, τρομάρα μας.
«Η απλότητα της ζωής, της ενδυμασίας, της κατοικίας, της τροφής είναι σημεία του πιο καλλιεργημένου γούστου» (σελ. 168).
Αυτό, καλύτερα να το αφήσω ασχολίαστο.
«Δεν υπάρχει τέχνη πεσιμιστική. Η τέχνη καταφάσκει. -Τι απολύτρωση να διαβάζει κανείς Ντοστογιέφσκι» (σελ. 177).
  Όμως στον «Ευρωπαϊκό μηδενισμό» (η επόμενη ανάρτηση) διαβάζω: «Ο ρώσικος πεσιμισμός (Τολστόι-Ντοστογιέφσκι)» αρ. 54. Να μην ξεχνάμε ότι κάποιες φορές οι συγγραφείς αντιφάσκουν.
 «Παραπονούνται για τη διαφθορά του πλήθους. Ας υποθέσουμε ότι απεκαλύπτετο, η ευθύνη θα ξανάπεφτε στους καλλιεργημένους εκλεκτούς. Το πλήθος δεν είναι ούτε ανώτερο ούτε κατώτερο από τους εκλεκτούς. Είναι κακό και διεφθαρμένο στο μέτρο ακριβώς που εμφανίζονται διεφθαρμένοι οι εκλεκτοί. Με τον τρόπο που ζούνε χρησιμεύουν σ’ αυτό ως αρχηγοί. Το ανεβάζουν ή το διαφθείρουν ανάλογα με το αν ανεβαίνουν ή διαφθείρονται οι ίδιοι» (σελ. 183).
Ας το αφήσουμε κι αυτό ασχολίαστο.           
«Επίσης όσο το δυνατόν ολιγότερο κράτος!» (σελ. 219).
Το ότι ο Νίτσε θα ήταν νεοφιλελεύθερος πριν τον νεοφιλελευθερισμό δεν μπορούσα να το φανταστώ.
Το πιο ενδιαφέρον τμήμα του βιβλίου για μένα είναι το τέλος του, όπου σχολιάζει συγγραφείς και μουσικούς. Μιλάει ξανά εκτενώς για τον Σταντάλ, τον οποίο εκτιμάει απεριόριστα.
Αυτά προς το παρόν για τον Νίτσε.

Friedrich Nietzsche, Ευρωπαϊκός μηδενισμός (μετ. Ι. Ζερβού), Εγκυκλοπαιδικές εκδόσεις 1962, σελ. 108.

  Διαβάζω στην εισαγωγή του μεταφραστή:
  «Το έργο αυτό («Η θέληση της δύναμης-δοκίμιο μεταμόρφωσης όλων των αξιών») που το άφησε ανεπεξέργαστο, αλλά συνολικά σχεδόν σχεδιασμένο, το είχε διαιρέσει σε τέσσερα ξέχωρα βιβλία, ως εξής:
  Βιβλίο πρώτο: «Ο Ευρωπαϊκός μηδενισμός».
  Βιβλίο δεύτερο: «Κριτική των ανώτερων αξιών».
  Βιβλίο τρίτο: «Αρχή (κανόνας) νέας εκτίμησης».
  Βιβλίο τέταρτο: «Πειθαρχία και επιλογή» (σελ. 10).
  Διαβάσαμε το βιβλίο, δεν βρήκαμε αυτή την κατάταξη. Η αδελφή του που επιμελήθηκε την μεταθανάτια έκδοση του έργου του έκανε φαίνεται διαφορετική κατάταξη. Υπάρχουν αποσπάσματα στον «Ευρωπαϊκό μηδενισμό» που δεν τα συνάντησα στη «Θέληση της δυνάμεως». Είμαι απόλυτα σίγουρος γι’ αυτό γιατί θα το θυμόμουν, όπως το παρακάτω:
  «Ο ρούσικος πεσιμισμός (Τολστόι, Ντοστογιέφσκι)· ο αισθητικός πεσιμισμός, η τέχνη για την τέχνη… ο πεσιμισμός στη θεωρία της γνώσης (Σοπενάουερ, η φαινομενοκρατία)…» (σελ. 74). Όλο το 54 είναι σημειώσεις για περαιτέρω επεξεργασία.
  Εν πάση περιπτώσει, έχοντας γράψει ήδη για τις γενικές απόψεις του Νίτσε δεν θέλω να επαναλαμβάνομαι, προχωρώ κατευθείαν στο σχολιασμό των αποσπασμάτων. Να πούμε μόνο πως η μετάφραση του Γιάννη Ζερβού έγινε το 1931, με τις γλωσσικές ιδιομορφίες της εποχής τις οποίες προσπάθησα να εξομαλύνω.
  Παρόλο που πρόκειται για έργο που δεν πρόλαβε να επεξεργαστεί ο Νίτσε, και κάποια αποσπάσματα δεν είναι παρά σκέψεις που τις κατέγραψε βιαστικά, αρκετά όμως έχουν μια διαύγεια και μια λαμπρότητα που στέκουν και χωρίς περαιτέρω επεξεργασία. Τέτοια είναι αρκετά συγκριτολογικά αποσπάσματα όπου ο Νίτσε αναφέρεται στα κύρια χαρακτηριστικά του αιώνα του και των περασμένων αιώνων, όπως και τα αποσπάσματα στα οποία αναφέρεται σε μουσικούς και συγγραφείς. Συχνά τα δυο συμπλέκονται, όπως: «Ο Καντ με τη θεωρία του «πρακτικού λόγου», με τον ηθικό φανατισμό του ανήκει εξ ολοκλήρου στον δέκατο όγδοο αιώνα» (σελ. 54).
  Ιδιοσυγκρασιακά συγκριτολόγος κι εγώ μου άρεσαν τα σχετικά αποσπάσματα, και έτσι θα παραθέσω ένα πολύ χαρακτηριστικό.
  «Ρουσσώ: Ο κανόνας βασισμένος πάνω στο αίσθημα, η φύση σαν πηγή της δικαιοσύνης, η βεβαίωση ότι ο άνθρωπος τελειοποιείται αναλόγως με το πόσο πλησιάζει στη φύση (κατά τον Βολταίρο, αναλόγως με το πόσο απομακρύνεται από τη φύση). Οι αυτές εποχές για τον ένα είναι εποχές προόδου της ανθρωπότητας και για τον άλλο εποχές αύξησης της αδικίας και της ανισότητας» (σελ. 57).
  Και:
  «Ο Ρουσσώ, μ’ όλη την [ταπεινή] καταγωγή του είναι περήφανος για ό,τι είναι αλλά γίνεται έξω φρενών όταν του το θυμίζουν… Ο Ρουσσώ βέβαια είχε διαταράξεις φρενικές, ο Βολταίρος είχε υγεία κι αλαφροσύνη σπάνιες. Ο Ρουσσώ είχε τη μνησικακία του αρρώστου· οι περιοδικές εποχές της τρέλας του είναι οι εποχές της μισανθρωπίας του και της δυσπιστίας του» (σελ. 58).
  Διαβάζουμε για το μηδενισμό:
  «Φτάνει στο ανώτατο της σχετικής δύναμής του όταν εκδηλώνεται σαν βίαιη δύναμη καταστροφής, σαν ενεργητικός μηδενισμός. Το αντίθετό του θα μπορούσε να ’ναι ο κουρασμένος μηδενισμός, που δεν επιτίθεται πια: η περιφημότερη μορφή τούτου είναι ο βουδισμός, που είναι μηδενισμός παθητικός με συμπτώματα αδυναμίας» (σελ. 19).
  Διαβάζουμε: «πέραν του καλού και του κακού» (σελ. 32). Η φράση αυτή επανέρχεται σαν λάιτ μοτίφ στα κείμενά του, και όχι μόνο σ’ αυτό το βιβλίο, όπως στα δικά μου «Η αναγκαιότητα του μύθου» και «Οι ρίζες της σύμπτωσης».
  «…εφόσον η μάζα κυβερνά, τυραννεί αυτή τους εξαιρετικούς ανθρώπους και συνεπώς τους κάνει να χάσουν την πίστη στον εαυτό τους και τους σπρώχνει στον μηδενισμό» (σελ. 38).
  Είναι κι αυτό μια άποψη, που δεν νοιώθω υποχρεωμένος να τη συμμεριστώ. 
  Θα τελειώσουμε με μια αποφθεγματική παρατήρηση για τον μηδενισμό: «Ο μηδενισμός δεν είναι αιτία, αλλά μόνο η λογική της παρακμής» (σελ. 93).
  Αλλά με τον Νίτσε θα συνεχίσουμε.

Friedriech Nietzsche, Η γενεαλογία της ηθικής (μετ. Μίνας Ζωγράφου) εκδόσεις Μαρή χχ, σελ. 167

  Τη «Γενεαλογία της ηθικής» και τη «Γέννηση της τραγωδίας» δεν είχα σκοπό να τα ξαναδιαβάσω, γιατί ήδη τα είχα ξαναδιαβάσει. Τελικά άλλαξα γνώμη, είπα να τα διαβάσω και αυτά. Έτσι, μετά τον «Ευρωπαϊκό μηδενισμό» θα γράψουμε σήμερα για τη «Γενεαλογία της ηθικής».
Το βιβλίο αυτό του Νίτσε είναι αυτό που μου άρεσε περισσότερο από όλα του τα βιβλία. Μάλιστα όταν ήλθα στην Αθήνα να δώσω πανελλαδικές – ή όπως λεγόταν εκείνη την εποχή, δεν θυμάμαι – το αγόρασα και στα γερμανικά, με τη φιλοδοξία να το διαβάσω στο πρωτότυπο. Εγκατέλειψα το εγχείρημα από την πρώτη σελίδα, το βρήκα αρκετά δύσκολο.
Το έργο αυτό είναι συστηματικό, και τα κείμενα που το απαρτίζουν, ταυτοποιημένα και αυτά αριθμητικά, είναι πιο εκτενή και πιο συνεκτικά μεταξύ τους. Πολλές από τις ιδέες του μου άρεσαν ιδιαίτερα, και μάλιστα, ενώ συνήθως υπάρχει το φαινόμενο της κρυπτομνησίας, σε μένα συνέβη ακριβώς το αντίθετο, κάποιες σκέψεις που είχα κάνει χρόνια αργότερα νόμιζα ότι ήταν ανάμνηση από τη Γενεαλογία, ενώ, ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο, δεν τις βρήκα εκεί, αλλά η πηγή έμπνευσής τους είναι σαφέστατα αυτό το βιβλίο.
Η κεντρική ιδέα του Νίτσε είναι η «μεταμόρφωση των ιδεών» (σελ. 19), μια «διολίσθηση του σημαινομένου» που τις περισσότερες φορές έχει την μορφή της «νέκρωσης» μιας μεταφοράς του σημαίνοντος.
Διαβάζουμε:
  «Ποια είναι ακριβώς από ετυμολογική άποψη η έννοια της λέξης «καλός» στις διάφορες γλώσσες; Τότε ανακάλυψα πως όλες απορρέουν από την ίδια μεταμόρφωση των ιδεών, πώς παντού, η ιδέα του «έξοχου» και του «ευγενούς» με την έννοια της κοινωνικής τάξης, είναι η βασική ιδέα απ’ όπου γεννιέται και αναπτύσσεται αναγκαστικά η ιδέα «καλός» με την έννοια του «ψυχικά έξοχου» και «ευγενής» με την έννοια του «ψυχικά προνομιούχου. Και αυτή η ανάπτυξη είναι πάντα παράλληλη μ’ εκείνη που τελικά μεταμόρφωσε τις έννοιες «λαϊκός», «πληβείος», «ταπεινός» στη συνολική έκφραση «κακός» (σελ. 19).
Αντί να συνεχίσει όμως με το «καλός» συνεχίζει με το κακός, θεωρώντας ότι η γερμανική λέξη schlecht (κακός) προέρχεται από το schlicht (απλός).
Το «ευγενής» πράγματι σήμερα δεν σημαίνει αυτόν που προέρχεται από καλή γενιά, αλλά αυτόν που έχει την συμπεριφορά εκείνη που αποδιδόταν παλιά στους ευγενείς. Ένα ακόμη παράδειγμα, μεταφορικά χρησιμοποιούμε τη λέξη «ιππότης» για να δηλώσουμε τον άνθρωπο που έχει «ιπποτική» συμπεριφορά, κυρίως απέναντι στις γυναίκες.
Με το «καλός» όμως;
Η λέξη στα αρχαία σήμαινε κυρίως τον ωραίο. Με τη σημασία αυτή χρησιμοποιείται ακόμη και σήμερα στην Κρήτη. Αργότερα, θα μπορούσε να πει ο Νίτσε, οι χριστιανοί περιόρισαν τη σημασία της λέξης, και κατέληξε να σημαίνει μόνο τον άνθρωπο που διακρίνεται για μια «εσωτερική, ηθική ομορφιά». Κάτι ανάλογο έγινε και με το λατινικό virtus, που μεταφράζουμε ως αρετή, ενώ τότε σήμαινε κυρίως την ανδρεία. Όσο για τον αγαθό (καλός καγαθός, ο ωραίος και ανδρείος), δεν είναι πια ο ανδρείος αλλά ο ηθικά καλός, για να διολισθήσει τελικά η σημασία του αγαθού στην αρνητική συνδήλωση του αγαθιάρη.
Μου άρεσαν ιδιαίτερα τα αποσπάσματα που σχετίζονται με την αμαρτία. «Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών» σημαίνει συγχώρεσε τις αμαρτίες μας, αλλά κυριολεκτικά σημαίνει «διάγραψε το χρέος μας».
Αυτό δεν γίνεται. Πρέπει να πληρώσεις αυτά που χρωστάς. Σήμερα αν δεν πληρώσεις ενδέχεται να πας φυλακή. Εκείνη την εποχή μπορεί να γινόσουν δούλος.
Και όχι μόνο. Διαβάζουμε:
«…ο δανειστής μπορούσε να εξευτελίσει και να βασανίσει με κάθε τρόπο το σώμα του οφειλέτη, όπως, παραδείγματος χάρη, να κόψει ένα μέλος του, που θα του φαινόταν ανάλογο με το μέγεθος του χρέους. Με βάση αυτή τη νοοτροπία, έγιναν παντού κι’ από νωρίς ακριβείς αξιολογήσεις, πολλές φορές φριχτές για τη λεπτολογία τους, αξιολογήσεις που είχαν τη δύναμη δικαιώματος για τα διάφορα μέλη και μέρη του σώματος. Θεωρώ ήδη πρόοδο κι’ απόδειξη μιας πιο δίκαιης, πιο υψηλής, πιο ρωμαϊκής δικαστικής αντίληψης, εκείνο το διάταγμα του νόμου της Δωδεκαδέλτου, που όριζε πως ήταν αδιάφορο αν, σ’ αυτή την περίπτωση, έπαιρνε ο δανειστής λιγότερο ή περισσότερο κρέας» (σελ. 57-58).
Στη Βενετία όμως, την εποχή που τοποθετεί ο Σαίξπηρ την τραγωδία του, φαίνεται ότι αυτό δεν ίσχυε, έπρεπε να πάρει ο δανειστής την ακριβή ποσότητα κρέατος από τον χρεώστη. Εκτός και αν δεν ήταν καλά πληροφορημένος.
Η αυτομαστίγωση που κάνουν κάποιοι φανατικοί καθολικοί, κυρίως (ή μόνο;) στην Ασία, εντάσσεται σ’ αυτή τη λογική: βασανίζομαι για να μου συγχωρεθούν οι αμαρτίες μου.
«… η σκληρότητα αποτελούσε την αγαπημένη απόλαυση της πρωτόγονης ανθρωπότητας» (σελ. 59).
Ο Νίτσε συνηγορεί με την σκληρότητα. «…την εποχή όπου η ανθρωπότητα δεν ντρεπότανε καθόλου για τη σκληρότητά της, η ζωή κυλούσε με περισσότερη γαλήνη παρά στην εποχή μας όπου βασιλεύει ο πεσιμισμός» (σελ. 60).
 Ο χριστιανισμός, μας λέει, έκανε τον άνθρωπο μαλθακό. Ξεχνάει όμως ο Νίτσε ότι τις αρένες με τις μονομαχίες και τις ζωομαχίες δεν τις επινόησαν οι αγαπημένοι του Έλληνες, αλλά οι μεταγενέστεροι Ρωμαίοι. Ακόμη ότι στις τραγωδίες ποτέ δεν παρουσιαζόταν φόνος στη σκηνή, αλλά πάντα off-stage.
Το μόνο «τελετουργικό» υπόλειμμα αυτής της αρχαίας βαρβαρότητας είναι οι ταυρομαχίες. Α, ναι, και οι δημόσιες εκτελέσεις στο Ιράν. Καιρός να καταργηθούν.
«…τη μνησικακία: αυτό το λουλούδι που ανθίζει σήμερα μ’ όλη του την ομορφιά στους αναρχικούς και στους αντισημίτες, μ’ όλο που είναι διαφορετική η μυρωδιά του» (σελ. 68).
Είναι να σηκώνεται η τρίχα αμφοτέρων όταν διαβάζουν αυτές τις γραμμές, βλέποντας ότι ο Νίτσε τους βάζει στο ίδιο τσουβάλι. 
Οι δυο πρώτες πραγματείες ήταν για μένα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες. Βέβαια τις ιδέες που εκτίθενται εκεί τις βρήκα και στα άλλα του βιβλία. Το θέμα της τρίτης και τελευταίας πραγματείας «Ποιο είναι το νόημα κάθε ασκητικού ιδανικού» με ξένισε λίγο. Υπάρχουν σήμερα ασκητικά ιδανικά; Υπάρχει κανείς σήμερα που να εμπνέεται από «τα τρία εμβλήματά του: φτώχεια, ταπεινοσύνη, αγιότητα»; (σελ. 108). Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν σταχυολόγησα αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα.
«Το φιλόσοφο τον αναγνωρίζουμε από το ότι αποφεύγει τρία λαμπερά και θορυβώδη πράγματα: τη δόξα, τους ηγεμόνες και τις γυναίκες» (σελ. 110).
Είναι ολοφάνερο («ηγεμόνες») ότι μιλάει για άλλες εποχές.
«Όποιος κατέχει, κατέχεται» (σελ. 111).
Κι εγώ που θεωρούσα εντελώς πρωτότυπο αυτό που είπε ο Σαρτρ: Τα πράγματα μας κατέχουν.
«Οι Μπόγκος λένε: η γυναίκα είναι ύαινα» (σελ. 125).
Ύαινα ξέρω τι είναι, οι Μπόγκος ποιοι είναι δεν ξέρω.
«Παντού βλέπεις τον αγώνα των άρρωστων ενάντια στους υγιείς» (σελ. 126).
Από τις βασικές αντιλήψεις του Νίτσε. Άρρωστοι είναι οι σκλάβοι και οι χριστιανοί. Υγιείς είναι οι δυνατοί, οι αριστοκράτες, οι ευγενείς.
  «…εκείνο το βερολινέζο, τον απόστολο της εκδίκησης, τον Ευγένιο Ντύρινγκ…» (σελ. 126). Δεν είναι μόνο ο Ένγκελς, του τη βγαίνει και ο Νίτσε, από τα δεξιά όμως.
  «Ο Γκαίτε ισχυριζόταν πως υπήρχαν μόνο τριάντα έξι δραματικές καταστάσεις» (σελ. 145).
Ο Etienne Souriau αντίθετα ισχυρίζεται πως υπάρχουν 200.000.
  Σαν πάρα πολλές μου φαίνονται όμως.
  Στο τέλος της πραγματείας αυτής ο Νίτσε καταφέρεται κατά της επιστήμης. Διαβάζοντας τις σχετικές σελίδες έκανα τη σκέψη πως η φιλοσοφία είναι μια θρησκεία που ντύνεται τα ρούχα της επιστήμης. Όταν όμως η επιστήμη κάνει την εμφάνισή της τρέπεται σε φυγή. Τι τη σώζει; Η ποίηση. Και ο Ζαρατούστρα, το κορυφαίο (κατά γενική αντίληψη) έργο του Νίτσε, είναι ποιητικό.
  Το έχω ξαναγράψει, κάποια στιγμή άρχισα να χάνω το ενδιαφέρον μου για τη φιλοσοφία και να με ενδιαφέρει περισσότερο η επιστήμη. Θεωρώ πιο έγκυρα αυτά που γράφει ο Ντώκινς στο «Εγωιστικό γονίδιο» για την αγάπη για τον πλησίον παρά αυτά που γράφει ο Νίτσε στη Γενεαλογία. Αλλά ας μη συνεχίσω το θέμα.       

Friedrich Nietzsche, Η γέννηση της τραγωδίας (μετ. Κ.Λ. Μεραναίος) εκδόσεις Μαρή χχ σελ. 175

Η «Γέννηση της τραγωδίας» είναι το πρώτο έργο του Νίτσε που διάβασα, μαθητής δευτέρας γυμνασίου. Επίσης είναι το πρώτο έργο που έγραψε, το 1972, σε ηλικία 28 χρονών. Το 1868, σε ηλικία μόλις 24 χρόνων, είχε γίνει καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Basel στην Ελβετία.
Το βιβλίο αυτό το ξαναδιάβασα, τουλάχιστον δεύτερη φορά, το 1985, όταν έγραψα μια μικρή μελέτη για την Αντιγόνη. Εδώ βλέπουμε όχι τον Νίτσε τον φιλόσοφο αλλά τον Νίτσε τον φιλόλογο, βαθιά ελληνολάτρη.
Στο βιβλίο του αυτό ο Νίτσε αναπτύσσει την αντίληψη ότι η τραγωδία γεννήθηκε από το πνεύμα της μουσικής, της μουσικής η οποία είναι διονυσιακή (διθύραμβος), αφού συνδέθηκε με το «εικαστικό», πλαστικό απολλώνιο πνεύμα, το πνεύμα της γαλήνιας ενατένισης των μορφών της φαινομενικότητας. Όπως υποστηρίζει, το απολλώνιο πνεύμα αναδεικνύει την ατομικότητα ενώ το διονυσιακό την εκστατική/οργιαστική εκμηδένιση του εγώ.
Έχω γράψει κι εγώ γενικά για την τραγωδία. Μένοντας κοντά στον αριστοτελικό ορισμό, ανάρτησα στο διαδίκτυο κάποιες σκέψεις για την τραγωδία, σκέψεις που χρησιμοποίησα στα μαθήματα της εξομοίωσης και αφού είχα έλθει σε επαφή με το ασιατικό θέατρο, καρπός του οποίου υπήρξε το βιβλίο μου «Εισαγωγή στο θέατρο της Ιαπωνίας και της Κίνας». Στην τραγωδία αναφέρομαι και σε δυο σύντομα άρθρα, το ένα με τίτλο «Η αρχαιοελληνική τραγωδία, το κινέζικο θέατρο και ο Μπρεχτ» και το άλλο «Κομψότητα ή πειστικότητα της ερμηνείας; Ορέστης και Άμλετ».
Όπως και ο Νίτσε θεωρώ κι εγώ την τραγωδία σαν σύνθεση του απολλώνιου στοιχείου του έπους, είδους αριστοκρατικού (η μη έκφραση συναισθημάτων και η γαλήνια αντιμετώπιση της πραγματικότητας είναι αριστοκρατική αντίληψη) και του διονυσιακού στοιχείου της λυρικής ποίησης, μιας ποίησης «αστικής» που εκφράζει συναισθήματα, σύνθεση που επιτεύχθηκε όταν τα αστικά στρώματα νίκησαν την αριστοκρατία και επέβαλαν τη δημοκρατία, στα όργανα της οποίας επικρατούσαν πάντα, όπως στις σημερινές δημοκρατίες επικρατεί πάντα (ή σχεδόν πάντα) η πλουτοκρατία.
Σήμερα θα μπορούσα να συμπληρώσω ότι το «επικό», δηλαδή το αφηγηματικό στοιχείο,  στην τραγωδία από αριστοκρατικό έγινε λαϊκό, ενώ το «λυρικό» στοιχείο των στασίμων, το κατ’ εξοχήν ποιητικό, στοιχείο μιας ελίτ κυρίως αστικής αλλά και αριστοκρατικής, εξοβελίστηκε σταδιακά από την τραγωδία, η οποία υποχώρησε σιγά σιγά σε πιο λαϊκά γούστα. Δεν είναι τυχαίο που του Ευριπίδη (του επιτίθεται άγρια ο Νίτσε) έχουν σωθεί 18 τραγωδίες, ενώ του Αισχύλου και του Σοφοκλή μόνο 7 από τον καθένα. Για να κάνω μια σύγκριση με το σήμερα, ο «λαός» αρέσκεται σε ιστορίες, που άλλες βλέπει στο σινεμά και άλλες τις διαβάζει στα μυθιστορήματα, ενώ οι πνευματικές ελίτ διαβάζουν ποίηση.
Για να ξαναγυρίσουμε στον Νίτσε, στο βιβλίο αυτό παρατηρούμε αντιφάσεις με τη μεταγενέστερη σκέψη του. Εδώ μιλάει για τον θαυμαστό λαό των Ελλήνων. Στα μεταγενέστερα έργα του όμως ο λαός έχει μια άλλη σημασία, είναι το παρακατιανό ισοδύναμο του σκλάβου που με τον χριστιανισμό και την ηθική του έχει κυριαρχήσει πάνω στην αριστοκρατία. Ακόμη ο Νίτσε δεν φαίνεται να δίνει σημασία στο ότι ο Απόλλων ήταν ένας από τους Ολύμπιους θεούς της αριστοκρατίας, ενώ η νικηφόρα τάξη των εμπόρων και των βιοτεχνών λάτρευε τον θεό Διόνυσο, τον λαϊκό θεό του κρασιού και του έρωτα, στις γιορτές του οποίου δινόντουσαν οι παραστάσεις της τραγωδίας. Στα μεταγενέστερα έργα του τον πεσιμισμό και τον μηδενισμό της σύγχρονης εποχής τον χρεώνει στην καταπίεση των ενστίκτων (και ο Φρόιντ στο «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας» λέει κάτι ανάλογο), καταπίεση για την οποία είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη η χριστιανική ηθική των «σκλάβων», ενώ εκεί που μπορούμε να δούμε αχαλίνωτα τα ένστικτα είναι ακριβώς στις λαϊκές τάξεις.
  Καιρός όμως να δώσουμε κάποια αποσπάσματα.
  «Η γνώση σκοτώνει τη δράση, στη δράση χρειάζεται ο αντικατοπτρισμός της αυταπάτης» (σελ. 59).
  Δηλαδή για ένα πουκάμισο αδειανό, μόνο που το γεγονός ότι είναι αδειανό θα το δεις, αν το δεις, εκ των υστέρων.
«Δεν πρέπει όμως ποτέ να ξεχνάμε πως το κοινό της αττικής τραγωδίας ξανάβρισκε τον εαυτό του στο χορό της ορχήστρας, και πως κατά βάση δεν υπήρχε καμιά αντίθεση, καμιά αντινομία μεταξύ του χορού και του κοινού: γιατί όλοι ήσαν ένας μεγάλος, υπέροχος χορός Σατύρων που τραγουδούσαν και χόρευαν, ή χορός εκείνων που ένοιωθαν πως αντιπροσωπεύονταν απ’ αυτούς τους Σάτυρους» (σελ. 62).
Αυτό, όπως είπαμε, στην εποχή του Αισχύλου. Την εποχή του πελοποννησιακού πολέμου ο χορός αρχίζει να γίνεται ένα στοιχείο βαρετό γι’ αυτό το κοινό. Δεν ενδιαφέρει πια το συναίσθημα αλλά ο σοφιστικέ διάλογος των προσώπων. Αυτό ο Νίτσε θα το χρεώσει στον Σωκράτη. 
«Αναφορικά με» (σελ 105). Τη φράση αυτή τη συνάντησα συχνά στο βιβλίο. Επέμενα να τη χρησιμοποιώ στις εκθέσεις μου, ακόμη και όταν ένας φιλόλογός μου – όνομα και μη χωριό – μου τη διέγραφε ως λάθος.
«…το άτομο θα πίστευε, όπως ο κάτοικος των νησιών Φίτζι, πως επιτελεί υπέρτατο υιικό καθήκον σκοτώνοντας τον πατέρα του και φιλικό καθήκον σφάζοντας τον φίλο του:  πρακτικός πεσιμισμός…» (σελ. 109).
Αν είναι αλήθεια.
«…την πλαστική τέχνη, ως απολλώνια, και τη μουσική, ως διονυσιακή» (σελ. 112). Κάθε τι που αναπαριστάνει μορφές ο Νίτσε το χαρακτηρίζει απολλώνιο, όπως και το έπος («Ο πλαστικός καλλιτέχνης, όπως επίσης κι ο επικός καλλιτέχνης που του μοιάζει, καταποντίζεται στη θεώρηση των εικόνων» (σελ. 44). Το έπος βέβαια κυρίως αφηγείται ιστορίες. Ο Νίτσε αντιτίθεται σφόδρα στην ιδέα ότι η μουσική μπορεί να αποδώσει μορφές. Μόνο τα αισθήματα που μπορούν να πυροδοτήσουν οι μορφές μπορεί να αποδώσει. Αυτό υποστηρίζει, αν θυμάμαι καλά, μιλώντας για την «Ποιμενική».
«Τίποτα δεν είναι φοβερότερο από έναν βάρβαρο λαό σκλάβων, που έμαθε να θεωρεί την ύπαρξή του για αδικία και ετοιμάζεται να εκδικηθεί…» (σελ. 129).
Εδώ βλέπουμε τον Νίτσε των μεταγενέστερων έργων του. Οι έλληνες δεν είναι τέτοιος λαός. Τελικά (εδώ βρίσκεται η αντίφαση), υπάρχουν λαοί που δεν είναι σκλάβοι, και λαοί στους οποίους η πλειοψηφία είναι σκλάβοι και μια μειοψηφία οι εκλεκτοί. Οι σύγχρονοι ευρωπαϊκοί λαοί ανήκουν σε αυτή την κατηγορία. 
«…ο Χορός του Λούθηρου αντήχησε σαν η πρώτη διονυσιακή επίκληση που διαπερνά ένα πυκνό δάσος, όταν δειλά ξεπροβάλλει η άνοιξη» (σελ. 165).
Σε μεταγενέστερα έργα του όμως ο Νίτσε κατηγορεί την Λούθηρο που με τη μεταρρύθμισή του αναβίωσε τον χριστιανισμό, τον οποίο η Αναγέννηση περιθωριοποιούσε όλο και περισσότερο.
«…η τέχνη δεν είναι μόνο μίμηση της φυσικής πραγματικότητας αλλά μάλλον ένα μεταφυσικό συμπλήρωμα της φυσικής πραγματικότητας, που είναι τοποθετημένο δίπλα της, για να μπορέσει να την υπερπηδήσει» (σελ. 170).
Πολλά πράγματα είναι η τέχνη, είναι και αυτό.
Αυτά για τον Νίτσε προς το παρόν. Η επόμενη ανάρτησή μας θα είναι για τις επιστολές του, και μάλλον όχι προς το παρόν. 

Friedriech Nietzsche, Τελευταίες επιστολές, 1887-1889 (μετ. Αιμιλία Μανούση), Άγρα 2003

  Οι τρεις συγγραφείς που σημάδεψαν την εφηβεία μου και που τους ανακάλυψα την ίδια χρονιά, μαθητής δευτέρας γυμνασίου, ήταν ο Ντοστογιέφσκι («Ο ηλίθιος»), ο Νίτσε («Η γέννηση της τραγωδίας») και ο Καζαντζάκης («Ο φτωχούλης του θεού»). Το «ξαναδιαβάζοντας», πέρα από το να δω με τη ματιά της ωριμότητας τα έργα των κορυφαίων αυτών, ενέχει και μια νοσταλγία, μια νοσταλγία για τα παιδικά μου χρόνια.  Ξαναδιαβάζοντας τον Νίτσε ξαναδιάβασα ακριβώς τα βιβλία που είχα διαβάσει και τότε, και είδα με συγκίνηση τις υπογραμμίσεις και κάποιες σημειώσεις που κράτησα στα περιθώρια. Σήμερα θα τελειώσω με τις «Τελευταίες επιστολές», το μοναδικό βιβλίο που δεν ανήκει σε εκείνη την εποχή αλλά το αγόρασα πολύ μεταγενέστερα, αφήνοντάς το στο «ράφι των τύψεων» για να το διαβάσω εν ευθέτω χρόνω. Και ο χρόνος αυτός ήλθε.
Τα γράμματα αυτά, στην πλειοψηφία του καρτ ποστάλ, με συγκίνησαν πολύ, και ιδιαίτερα τα τελευταία, όταν πια ο Νίτσε είχε καταρρεύσει ψυχολογικά. Τα υπογράφει ως Εσταυρωμένος και ως Διόνυσος· φαντάζομαι γιατί νοιώθει τον εαυτό του ως Εσταυρωμένο, και γιατί ταυτίζεται με τον Διόνυσο, το θεό της τραγωδίας, το θεό των ενστίκτων.
«Τραγούδησέ μου ένα νέο τραγούδι: ο κόσμος είναι μεταμορφωμένος και όλοι οι ουρανοί αγάλλονται» (σελ. 181), γράφει στον φίλο του Πέτερ Γκαστ. Ο ίδιος όμως νοιώθει ως εσταυρωμένος, και έτσι υπογράφει.
Στο φίλο του Φραντς Όβερμπεκ και στη γυναίκα του γράφει: «Μολονότι μέχρι τώρα δείξατε μια περιορισμένη πίστη στην ικανότητά μου να πληρώσω, ελπίζω ωστόσο να μπορώ ακόμη να αποδείξω ότι είμαι κάποιος που ξεπληρώνει τα χρέη του – για παράδειγμα απέναντί σας… Μόλις έβαλα να τουφεκίσουν όλους τους αντισημίτες…» (σελ. 183).
Ένας από τους αντισημίτες που δεν χώνευε ήταν ο άντρας της αδελφής του. Σε ένα γράμμα προς τη μητέρα του διαβάζουμε: «…μου λείπει πάντα και η ελάχιστη επιθυμία να κάνω παρέα με τον αντισημίτη κύριο γαμπρό μου. Οι απόψεις του και οι δικές μου διαφέρουν μεταξύ τους – και αυτό καθόλου δεν με λυπεί» (σελ. 50).
Σταχυολογώ από τις υπογραμμίσεις μου.
  «…μόλις είχε γυρίσει από το Παρίσι, αβέβαιη για το μέλλον της, τους στόχους και τις απόψεις της, αλλά, όπως κι εγώ, παθιασμένη με τον Ντοστογιέφσκι» (σελ. 45).
Όπως κι εγώ. Ξαναδιάβασα τον Καζαντζάκη, ξαναδιάβασα τον Νίτσε, τα «ξαναδιαβάζοντάς» μου θα τελειώσουν με τον Ντοστογιέφσκι.
«satis sunt mihi pauci, satis est unus, satis est nullus» (σελ. 46). Σε υποσημείωση διαβάζουμε τη μετάφραση: Μου αρκούν ολίγοι, αρκεί ένας, αρκεί κανένας. Ήμουνα σχεδόν σίγουρος ότι δεν ήταν φράση του Νίτσε που την έγραψε στα λατινικά. Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκα πως είναι του Σενέκα.
«Αριστοκρατικός ριζοσπαστισμός». Έτσι, γράφει ο Νίτσε, χαρακτηρίζει τα κείμενά του ο Δανός καθηγητής Γκέοργκ Μπράντες, ο οποίος έκανε μαθήματα πάνω στη φιλοσοφία του στους φοιτητές του. Όντως εύστοχος χαρακτηρισμός.
«Είναι κάτι νύχτες που με πιάνει απελπισία, γιατί δεν μπορώ πια να αντέξω άλλο. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν τόσα πολλά ακόμη (και μάλιστα τα πάντα!) για να κάνουμε. Κατά συνέπεια, θα αντέξουμε. Αυτή η «σοφία» μου εμφανίζεται τουλάχιστον τα πρωινά» (σελ. 71) γράφει στον Πέτερ Γκάστ.
Κρίμα που άντεξε μόνο ένα χρόνο ακόμη.
Και στην ίδια σελίδα, στο ίδιο γράμμα: «Η ζωή χωρίς μουσική είναι απλώς ένα λάθος, μια ταλαιπωρία, μια εξορία».
Το ίδιο πιστεύω κι εγώ. Ήταν άτυχος που στην εποχή του δεν υπήρχε το γραμμόφωνο.
Στο ίδιο γράμμα διαβάζουμε το εξής αμίμητο:
«Δεν ακούσατε τίποτε για το δράμα του Μπιόρσον Το γάντι, για την προπαγάνδα του σχετικά με την παρθενία των ανδρών και το σύνδεσμό του με τις γυναίκες οπαδούς της «διεκδίκησης για ηθική ισότητα»; (αυτή είναι η διατύπωση). Στη Σουηδία αυτές οι τρελογυναίκες έχουν συστήσει μεγάλους συλλόγους, όπου υπόσχονται να «παντρεύονται μόνον παρθένους άντρες» (δηλαδή με εγγύηση, σαν τα ρολόγια, στην αντίθετη περίπτωση κλπ.) (σελ. 73).
Στον Όβερμπεκ:
«Επιτίθεμαι μ’ αυτό στους Γερμανούς σε όλα τα μέτωπα· … Αυτή η ανεύθυνη ράτσα, η οποία φέρει στη συνείδησή της όλα τα malheurs [δυστυχίες] του πολιτισμού και σε όλες τις αποφασιστικές στιγμές της ιστορίας…» (σελ. 117).
Οι δυο παγκόσμιοι πόλεμοι ήλθαν μετά.
Το παρακάτω δεν το είχα σκεφτεί, και με εντυπωσίασε.
«Οι Γερμανοί για παράδειγμα φέρουν ως βάρος στη συνείδησή τους το ότι απογύμνωσαν την τελευταία μεγάλη περίοδο της ιστορίας, την Αναγέννηση, από το πνεύμα της –σε μια στιγμή όπου οι χριστιανικές αξίες, οι αξίες της decadence [παρακμή] είχαν ηττηθεί, όπου είχαν ξεπεραστεί, σε ό,τι αφορά τα ένστικτα της υψηλότερης πνευματικότητας, από τα αντίθετα, τα ένστικτα της ζωής!.. Το να επιτίθεσαι στην Εκκλησία – αυτό βέβαια σημαίνει να αποκαθιστάς τον Χριστιανισμό» (σελ. 129).
«Δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς δέκα μέρες πιο επωφελώς, γιατί το βιβλίο δεν μου πήρε παραπάνω χρόνο» (σελ. 132).
Ο λόγος για το «Λυκόφως των ειδώλων». Με συναρπάζουν τα βιβλία που γράφονται σε στιγμές χειμαρρώδους έμπνευσης.
Και σε μια επιστολή του στον Στρίντμπεργκ:
«Διάβασα δυο φορές με βαθιά συγκίνηση την τραγωδία σας· με αιφνιδίασε υπέρμετρα το να ανακαλύπτω ένα έργο στο οποίο η δική μου αντίληψη για τον έρωτα – που έχει ως μέσο του τον πόλεμο, θεμέλιό του το θανάσιμο μίσος των δύο φύλων – εκφράζεται κατά μεγαλειώδη τρόπο» (σελ. 135).
Εκύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι.
Αυτά για τον Νίτσε. Αν πέσει στα χέρια μας και άλλο βιβλίο του θα το διαβάσουμε κι αυτό. Αν.

Post a Comment