Thursday, August 6, 2020

Κωστής Φραγκούλης, Η ρούσικη καμπάνα (1982)

Κωστής Φραγκούλης, Η ρούσικη καμπάνα (1982)

 

 

  Με τη «Ρούσικη καμπάνα» κλείνουμε το πεζογραφικό έργο του Κωστή Φραγκούλη, αφού παρουσιάσαμε το «Στον κύκλο του μαχαιριού» και την «Κατσιφάρα».

  Μα πώς, μόνο για τρία πεζογραφήματά του θα γράψεις; Αφού υπάρχουν και τα «Οργισμένα στάχυα» (1980).

  Αυτά είχα υπόψη μου, αλλά εκτός απ’ αυτά διάβασα τώρα στη βικιπαίδεια ότι υπάρχουν και άλλα δύο.  

  Δυστυχώς η Βικελαία βιβλιοθήκη του Ηρακλείου έχει μόνο αυτά τα τρία βιβλία που διάβασα, πράγμα που σημαίνει ότι είναι σχεδόν αδύνατο να πέσει κάποιο από τα άλλα τρία στα χέρια μου.

  Το πρώτο διήγημα που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή αναφέρεται στη ρούσικη καμπάνα που έκανε κάποιος δώρο στην εκκλησία του χωριού. Όμως με τους βομβαρδισμούς της Μάχης της Κρήτης καταστράφηκε.

  Και τώρα;

  Πενία τέχνας κατεργάζεται.

  Μια μπόμπα που δεν είχε εκραγεί την απασφάλισαν, τη έκοψαν στα δυο και με τη μισή έκαναν γεωργικά εργαλεία.

  Και την άλλη μισή;

  Δεν δοκιμάζουμε να την κάνουμε καμπάνα; Λίγες τροποποιήσεις θέλει μόνο.

  Και, ω του θαύματος, η καμπάνα ήταν έτοιμη και ήχησε στη λειτουργεία των Χριστουγέννων.

  «Κι είχε τόση γοητεία η φωνή της, ώστε τ’ αμήχανα πρόσωπα των χωριανών ν’ αρχίσουνε, μόλις πέρασε το πρώτο ξάφνιασμα, να αιθριάζουν, να φωτίζονται σιγά σιγά και να ξεπαγώνουν λες από το υπερούσιο χριστουγεννιάτικο φως της Βηθλεέμ» (σελ. 18).

 

  «Η παντρειά του Ξυνού» είναι ένα δραματικό διήγημα.

  Ο Ξυνός, χήρος, είναι ανένδοτος σε όλες τις πιέσεις να ξαναπαντρευτεί. Έχει δυο κόρες και ένα γιο, το Μανώλη.

  Έρχεται ο καιρός να υπηρετήσει τη θητεία του. Γυρνώντας από το κέντρο εκπαιδεύσεως της Κορίνθου αρραβωνιάζεται την καλή του. Όμως δεν περιμένουν το γάμο για να ολοκληρώσουν τη σχέση τους. Τι σημασία έχει άλλωστε, αφού έτσι κι αλλιώς θα παντρευτούν;

  Όμως η μοίρα τους σκάρωσε άσχημο παιχνίδι.

  Τον έστειλαν στην Κορέα, απ’ όπου δεν ξαναγύρισε.

  Στο μεταξύ η κοιλιά της αρραβωνιαστικιάς του άρχισε να φουσκώνει. Θα γεννούσε αστεφάνωτη το παιδί, πράγμα που θα ήταν σκάνδαλο για τη μικρή κοινωνία του χωριού. Έτσι ο Ξυνός δέχτηκε τη συμβουλή του παπά, να παντρευτεί την παρ’ ολίγο νύφη του. Όμως το ξεκαθάρισε, ο γάμος θα είναι λευκός.

 

  Στο «Ξύλινο γουδοχέρι» διαβάζουμε για τα μαρτύρια που περνούσε η Άννα στα χέρια του Θεοδόση του άντρα της. Μεγαλύτερος στην ηλικία της, αναγκάστηκε να τον παντρευτεί για την περιουσία του, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας το έκανε στην Κατοχή, μαυραγορίτης, αφήνοντας τον Ψαρομαλτέζο. Ο καημένος, πληγωμένος, έκανε όρκο «να μην πάρει ποτέ του άλλη γυναίκα και να πομείνει ανύπαντρος σ’ όλη του τη ζωή» (σελ. 31).

  Γιατί περνούσε μαρτύρια η Άννα;

  Γιατί ήταν ζηλιάρης.

  Και γιατί ήταν ζηλιάρης;

  Πολύ νεότερη η γυναίκα του και όμορφη, είχε κάθε λόγο. Όμως αυτός είχε ένα λόγο παραπάνω: ήταν ανίκανος.

  Με ένα γουδοχέρι ήθελε να δοκιμάσει αν ήταν παρθένα. Αυτή του ξέφυγε αφού του άρπαξε το γουδοχέρι και του κατάφερε κάμποσες στο κεφάλι.

  Αυτό ήταν η αρχή του τέλους γι’ αυτόν. Κάποια στιγμή απελπισμένος αυτοκτονεί, περνώντας μια θηλειά στο λαιμό του.

  Και έτσι ο Ψαρομαλτέζος δεν έμεινε τελικά ανύπαντρος.

  Το ξέρατε αυτό;

  «-(Στα Δωδεκάνησα) κλειδώνουνε, λέει, το γαμπρό και τη νύφη σε μια κάμερα, γδύνονται κι οι δυο ντως και πομένουνε με τα ρούχα που τσι γέννησε η μάνα ντως. Ξανοίγουνε ύστερα καλά καλά ο ένας τον άλλο και θωρεί η νύφη αν ο γαμπρός είναι σωστός άντρας και ο γαμπρός τη νύφη, αν είναι σωστή γυναίκα. Κι άμα τελειώσουνε, οι γονείς κι οι στενοί συγγενείς που περιμένουνε απόξω με καρδιοχτύπι, ρωτούνε το γαμπρό, μόλις θα βγει:

  -Αρέσειν σου η νύφη, γαμπρέ;

  -Αρέσειν μου! θα πει, αν τ’ άρεξε η νύφη.

  Ρωτούνε ύστερα και την κόρη:

  -Αρέσειν σου, μωρή, ο γαμπρός;

  -Αρέσειν και καλαρέσειν μου! θ’ απαντήσει, αν βρήκε τον άντρα σωστό» (σελ. 40).

    Εγώ, παρόλο που έκανα ένα χρόνο στην Κάσο, πρωτοδιορισμένος, δεν έτυχε να το ακούσω.

 

  Στην «Εκδρομή στο Χαρουποχώρι» πήγαν οι δυο φίλοι, τραπεζικοί, επίσκεψη στον πρόεδρο του χωριού. Αυτός προξένεψε για τον Βασίλη (ο άλλος είναι ο αφηγητής) τη ανιψιά του τη Μαρία.

  -Τη θέλεις για γυναίκα;

  Ο Βασίλης διστάζει.

  «-Αν δεν την πάρεις εσύ, θα την πάρω εγώ, είπα, για να τον κάνω να πει το ναι» (σελ. 73).

  Το είπε το ναι.

  «Η αλήθεια είναι πως, ενώ τον έσπρωχνα, χωρίς να το καταλάβω, τον ζήλευα. Γιατί η Μαρία κι άπροικη ακόμη ήταν μια κοπελάρα, απ’ αυτές που σου φέρνουνε ζάλη όταν τις βλέπεις, και σ’ εκμηδενίζουν, όταν συναντήσεις τα μάτια τους» (σελ. 73).

  Ο ερωτικός Φραγκούλης, που τόσο μας άρεσε στον «Κύκλο του μαχαιριού».

  Για να γιορτάζουνε το ναι του Βασίλη έφεραν παλιό κρασί, ήπιαν, μέθυσαν. Ήλθε και ο παπάς για τον αρραβώνα.

  Ο γαμπρός έγινε στουπί στο μεθύσι.

  «-Να τον βάλομε, είπα, να κοιμηθεί κάπου ή να του ρίξομε μια πατανία κι ένα χιράμι εκεί που βρίσκεται να μην κρυώνει. Κι έπιασα να του λύσω τα παπούτσια…

  -Δεν κάνει να κοιμηθεί μοναχός του, είπε τότε ο θείος της Μαρίας, ο πρόεδρος.

  -Γιατί; απόρησα εγώ.

  -Γιατί εδώ έχομε αντέτι, μόλις δώσομε λόγο και φύγουν οι συγγενείς, να θέτουνε η νύφη κι ο γαμπρός μαζί. Για σιγουράντζα μαθές, είπε που έβλεπε πως δεν καταλάβαινα τι ζητούσε.

  Είχα ξανακούσει πως γίνεται κάτι τέτοιο σε μερικά χωριά, για να δένουν τον γαμπρό και να του φράσσουν το δρόμο να γυρίσει πίσω, αν μετανιώσει, μα νόμιζα ότι ήταν μάλλον υπερβολές ή θα ’χε ατονίσει πια. Και να τώρα που το συναντούσα ο ίδιος» (σελ. 75).

  Εγώ ξέρω δυο τέτοιες περιπτώσεις και ένα τέτοιο χωριό.

  Όμως ο φίλος του ήταν, είπαμε, σταφίδα στο μεθύσι.

  «Κάναμε απόπειρα να τον ξυπνήσομε, να τον συνεφέρομε, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ο Βασίλης ήταν ένα μεσοδόκι ασήκωτο κι αναίσθητο στον καναπέ, βυθισμένος σ’ ανονείρευτη νάρκη» (σελ. 76).

  Να τον αφήσουμε μέχρι αύριο να ξεμεθύσει.

  Κι αν πάρει το λόγο του πίσω;

  «-Αν πάρει το λόγο του πίσω, την παίρνω εγώ τη Μαρία, αν με θέλει κι αυτή, απάντησα χωρίς να το πολυσκεφτώ» (σελ. 76).

  Αυτό είναι που λένε, «τυχερά ’ναι τα παντέρμα».

  «-Και γιάντα να μη γενεί ντελόγο απόψε να ξεμπερδένομε;

  -Ποιο δηλαδή;

  -Να πας να κοιμηθείς ελόγου σου με τη νύφη και να γυρίσουνε τα στέφανα προς τη κουμπαροσύνη που λένε! Για μας κι οι δυο σας είστε οι καλύτεροι ντεληκανίδες απ’ όσους ήρθανε στο χωριό μας. Και να σου πω την αλήθεια; Εκατάλαβα πως η Μαρία πια πολύ μπεγιεντίζει την αφεντιά σου παρά το φίλο σου! Πρόσθεσε με έμφαση.

  Με ξάφνιασε η τολμηρή κι αναπάντεχη πρόταση του θείου, μα πιο πολύ μ’ εντυπωσίασε όταν είπε πως η Μαρία ήθελε καλύτερα εμένα παρά το Βασίλη. Και θυμήθηκα τότε πως είχα πιάσει τα μάτια της πολλές φορές να με κοιτάζουν με δειλή περιπάθεια…

  Εκείνη τη στιγμή, φάνηκε στα σκαλοπάτια η Μαρία με τα νυχτικά της σαν λευκή οπτασία, λυσίκομη, αγγελική, με ροδαλά μάγουλα, ποθητή, ελκυστική, και μας κοίταζε μ’ ερωτηματικό βλέμμα, ζητώντας να μάθει τι συνέβαινε και δεν ερχόταν ο γαμπρός για το έθιμο. Κι όταν τον είδε ξαπλωμένο κι αναίσθητο στον καναπέ κι εκατάλαβε, τα μάτια της έπεσαν σαν μαγνήτης απάνω μου.

  -Γύρισε στην κάμερά σου, της είπε μαλακά ο θείος της, και μην έχεις έγνοια. Σ’ ένα λεπτό τελειώνουμε!» (σελ. 77).

  Ο Βασίλης δεν στενοχωρέθηκε καθόλου, είχε κι αυτός αντιληφθεί ότι η Μαρία τον φίλο του καλόβλεπε, όχι τον ίδιο. Μάλιστα έγινε και κουμπάρος στο γάμο τους.

 

  Στο «Τυχερό της Αρετής» έχουμε περίπου μια από τα ίδια.

  Η αφεντικίνα είναι χήρα και πλούσια. Όλοι τη θέλουνε, όμως αυτή έχει βάλει στο μάτι της τον φαμέγιο της το Στεφανή, όμορφο παλικάρι.

   «-Στεφανή, ξύπνα, του λέει και τον εσκούντηξε, πονώ!

  Τινάχτηκε ο φαμέγιος ξαφνιασμένος με το σκούντισμα, έτριψε τα μάτια του και σχεδόν τρόμαξε που είδε μια γυναίκα πλάι του. Και πιο πολύ, όταν είδε πως ήταν η αφεντικίνα του.

  -Πονώ, σου λέω, Στεφανή, ξαναείπε με βόγγο η γυναίκα και συ κοιμάσαι!

  -Πονείς; Ρώτησε ο φαμέγιος. Πού πονείς;

  -Έπαε! και του έδειξε τον κόρφο της.

  -Και γιάντα πονείς;

  -Ένας σκορπιός με δάκασε και κουζουλαίνει με ο πόνος, του είπε και ξεροβόγγηξε…

  -Κι είντα θες να σου κάμω ’γω, είπε στενοχωρημένος ο Στεφανής, γιατρός είμαι; κι ανεκάθισε κι αυτός στ’ άχερα.

  -Να μου δώσεις βοήθεια!

  -Σαν είντα να σου κάμω μαθές;

  -Να πιπιλήσεις τη δακαματιά, για βγει το ψακί, αλλιώς δεν ξημερώνομαι.

  -Και πού σε δάκασε;

  -Επαέ, είπε, και γύμνωσε τον άσπρο της μπέτη» (σελ. 86).

  Παντρεύτηκαν, αλλά ο Στεφανής σε τρία χρόνια έμεινε χήρος και πλούσιος, με την περιουσία της γυναίκας του που κληρονόμησε.

  Εδώ μπαίνει η Αρετή.

  Του την προξενεύει ο θείος της ο Κατσαμπρόκος.

  Της κάνει πρόταση. Η Αρετή συλλογίστηκε για λίγο, ήταν η ώρα που έπρεπε να πει ή το μεγάλο ναι ή το μεγάλο όχι που λέει και ο Καβάφης.

  Επέλεξε αντίθετα από τον Μεταξά.

  Και το διήγημα τελειώνει.

  «-Στεφανή, εγώ φεύγω δα, μόνο ξα σας από δα και πέρα. Καληνύχτα σας. Και κλειδώνοντάς τους μέσα, έβαλε το κλειδί στη ζώνη του. Τρέχοντας ύστερα στην πλατεία έσυρε μια φωνή που ακούστηκε σ’ όλο το χωριό:

  -Γλακάτε, χωριανοί, κι ήκλεψε ο Στεφανής την ανηψιά μου την Αρετή!...» (σελ. 96).

  Ευτυχώς που δεν έκανε κανένα σεισμό να τους πλακώσει, ή καμιά πυρκαγιά, σαν εκείνη που έκαψε την γιαγιά του ξαδέλφου μου γιατί οι λασιθιώτες την κλείδωσαν στο δωμάτιο που της έδωσαν να κοιμηθεί, μήπως τους κλέψει και φύγει.

  Και μια ιστορία που μου την είπε ο φίλος μου ο Νίκος, πριν χρόνια.

  Γνωστός δικός του αφηγόταν συχνά στην παρέα του το πώς παντρεύτηκε.

  Ήταν με την κοπέλα του και πάλευαν στο κρεβάτι. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα, προβαίνει ο πατέρας της και του λέει: -Κάμε δα συ Γιωργιό τη δουλειά σου και μετά έλα που σε θέμε.

 

  Στην «Εγχείρηση του Σταυρουλιού» διαβάζουμε για την απελπισία που έπιασε τον Σταυρουλιό όταν του είπε ο παπάς ότι τη Δευτέρα Παρουσία θα αναστηθούμε με τα σώματα που είχαμε στη ζωή. Είναι καμπούρης, κουτσός και σπανός. Καλός παπουτσής, ο μοναδικός στο χωριό, όλοι τον εκτιμούνε, αλλά τον κοροϊδεύουνε κιόλας πότε πότε, ενώ η Χαρουπόκαλλη, που είχε θάψει δυο άντρες, της άρεσε να τον προκαλεί. Μέχρι που δεν άντεξε ο καημένος και είπε να πάει στην Αθήνα μπας και με κάποια εγχείρηση ισιώσει το κορμί του. Όμως δεν έφτασε ποτέ στην Αθήνα. Το καράβι με το οποίο ταξίδευε, το Ηράκλειο, ναυάγησε στις 9 Δεκέμβρη του 1966.

  Αλήθεια, κάποιος πιο ενημερωμένος με τα θρησκευτικά, μπορεί να μας πει με ποιο σώμα θα αναστηθούμε; Με εκείνο που είχαμε όταν πεθάναμε στα βαθιά γεράματα ή με αυτό που είχαμε νέοι;

 

   Στον «Εφταρμό της συναδελφής» έχουμε πάλι ένα χήρο και μια χήρα, που στο τέλος γίνονται ζευγάρι. Η συναδελφή έχει αντιρρήσεις, δεν κάνει, είναι συναδέλφια.

  Τη λέξη δεν την ήξερα και δεν υπάρχει και στο γλωσσάρι, άλλα κάπου στη μέση ξεκαθαρίστηκε: είχαν τον ίδιο νονό.

 

  Το «Ταξίδι χωρίς γυρισμό» είναι ένα ταξίδι στη Σπιναλόγκα του άντρα που αρρώστησε με τη λέπρα. Κάτι μικρό σαν βλοητό είναι αυτό που έχει, σε έξι μήνες το πολύ θα είναι καλά και θα επιστρέψει. Έτσι νομίζει.  Η γυναίκα του τον συνοδεύει, μάλιστα θέλει να περάσει την πρώτη βραδιά μαζί του.

  Μετά από τρία χρόνια η γυναίκα του ξαναπαντρεύτηκε, και με τον άντρα της έφυγαν για την Αυστραλία.

  Μα είναι ιστορία αυτή για να γίνει διήγημα;

  Αυτή που ξέρω εγώ είναι πολύ καλύτερη, και αν την είχε υπόψη του ο Φραγκούλης σίγουρα θα την έκανε διήγημα.

  Ο άντρας της χωριανής μου της Αμαλίας που είχε το περίπτερο, συγχωρεμένη τώρα, αρρώστησε με τη λέπρα και αναγκαστικά πήγε στη Σπιναλόγκα. Όμως, ερωτευμένοι και οι δυο, έπεφτε νύχτα στη θάλασσα, κολύμπαγε απέναντι, και ερχόταν και την έβλεπε. Όμως κάποια φορά δεν τα κατάφερε. Όταν πήγαινε ή στην επιστροφή; Δεν ξέρω.

  Δεν είναι φοβερή ερωτική ιστορία για να γίνει διήγημα;

 

  Η «Ανιψιά του Λαγοχείλη», νεαρή δασκάλα, ντυμένη μοντέρνα, είναι σωστός πειρασμός για το χωρίο. Παντρεμένοι και ανύπαντροι τη ρέγονται. Σε κάποιο πανηγύρι, μάλιστα την παραμονή που ήταν να φύγει, ένας ξενομπάτης νεαρός, μεθυσμένος, τη φίλησε. Τότε άναψαν τα αίματα των χωριανών και ήθελαν να τον μαχαιρώσουν για την προσβολή. Είδε και έπαθε να τους ηρεμήσει.

 

  «Οι φακίδες της Κυριακούλας» μου θύμισαν την «Εκδρομή στου Χαρουποχώρι.  

  Το έσκασε η νύφη; Γιατί δεν παίρνεις την αδελφή της; Εν τάξει, φακιδομούρα, αλλά εξίσου όμορφη.

  Και την πήρε.

 

 «Το κόλπο του παπα-Θεοχάρη» είναι ένα ακόμη διήγημα για τη βεντέτα. Ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα κλέβονται, και τα δυο σόγια έχουν αρπάξει τα όπλα. Το σόι της νύφης είναι αποφασισμένο, θέλει εκδίκηση. Ετοιμάζονται, με τα όπλα στο χέρι, να πάνε να εκδικηθούνε το άλλο σόι. Ο παπάς στέκεται στην πόρτα και τραβάει πιστόλι. Σταματούν. Καταφέρνει να τους ηρεμήσει. Οποία η έκπληξή τους όταν διαπίστωσαν ότι ο πιστόλι ήταν ψεύτικο. Στη λειτουργία των Χριστουγέννων όμως τους περίμενε μια μεγαλύτερη έκπληξη: εμφανίστηκε το ζευγάρι στην εκκλησία. Όμως ήδη τα δυο σόγια είχαν αποδεχτεί το τετελεσμένο γεγονός.

 

  «Τα κλεμμένα βόδια» είναι ένα διήγημα για τη ζωοκλοπή.

  «Η κλεψά λοιπόν και τ’ άλλα κακουργήματα ήταν τα μέτρα που έδειχναν αν ένας νέος ήταν ικανός να ζήσει τη γυναίκα του και να προκόψει. Γιατί, από λεβεντιά κι αξιοσύνη, καταντούσε στο τέλος επάγγελμα σαν όλα τ’ άλλα» (σελ. 175).  

  Παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο «Γιώργου Ι. Μαρκόπουλου, Απανθίσματα δημοσιευμάτων».

    «-Εμένα, κυρ νομάρχη μου, δεν μου δίνανε γυναίκα να παντρευτώ, γιατί δεν είχα ακουστεί σαν κλέφτης και για να αποδείξω ότι ξέρω να κλέβω, έκανα απόπειρα, αλλά ατζαμής καθώς ήμουνα, με πιάσανε και με κάνανε μαύρο στο ξύλο» (σελ. 284-285).

  Αυτό ήταν κάπου στη βόρειο Ελλάδα.

  Και το ανέκδοτο, δηλαδή τι ανέκδοτο, πραγματική ιστορία.

  Το Γιωργιό έχει αποφασίσει να πάει να κλέψει εκείνο το βράδυ. Όμως ξαφνικά πλακώνουν μουσαφίρηδες, στρώνονται στη ρακή, δεν τολμά να φύγει. Κάποια στιγμή, όταν πια η ώρα είχε περάσει και οι μουσαφίρηδες δεν έλεγαν να φύγουν, ο πατέρας του κοιτάζει το ρολόι, μεσάνυχτα, και του λέει: Γιωργιό, εγώ δεν σου λέω να πα να κλέψεις, μα άμα θες να κλέψεις, εδά ’ναι η ώρα.

  Είχα διαβάσει πολλά για τη ζωοκλοπή στο βιβλίο του Michael Herzfeldt «The poetics of manhood», το οποίο παρουσίασα στην Ομάδα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας πριν τρεις δεκαετίες περίπου. Αργότερα μεταφράστηκε και στα ελληνικά.

 

  Τα «Άγουρα χρόνια» είναι ένα τρυφερό διήγημα για μια πρώτη αγάπη, όχι όπως σαν εκείνη στον «Κύκλο του μαχαιριού» αλλά με μια συνομήλικη. Βρήκαν και οι δυο καταφύγιο στην τεράστια κουφάλα ενός δένδρου όταν ξέσπασε μια καταιγίδα. Εκεί του έδωσε ένα δυνατό φιλί που «Ήταν πραγματικά ο ασπασμός των αγγέλων προς τ’ άστρα που είπε κάποιος ποιητής για την αγάπη» (σελ. 188)

  «Τώρα, ύστερ’ από τόσα χρόνια που θυμούμαι το περιστατικό εκείνο, θαρρώ πως νιώθω τη μυρωμένη ανάσα της να χαϊδεύει το πρόσωπό μου, το ζεστό κορμί της κολλημένο στο δικό μου, το σφιχτό άγγουρο κόρφο της να ραμφίζει το στήθος μου, κι όλη να σιγοτρέμει από αγωνία και ν’ αφήνεται σαν λάφυρο στ’ άπραγα χέρια μου» (σελ. 188).

 

  Στο «Χαστούκι του Κιρλαγκίτση» έχουμε πάλι το ζευγάρωμα ενός χήρου και μιας χήρας. Ήλθε διακονιαρά μια βραδιά που έβρεχε ο θεός του θεού για να ζητήσει καταφύγιο.

  Με μια διακονιαρά;

  Ήταν τα κατοχικά χρόνια, τότε που οι γερμανοί έκαψαν τα βιαννιώτικα χωριά, που ακόμη τα ακούς «Τα καμένα χωριά». Σκότωσαν τον άντρα της, και καθώς ήταν πάμφτωχοι και δεν είχε πόρους για να ζήσει έπιασε το λαδικό και γύριζε τα χωριά.

  Θλιβερή ιστορία, με ευτυχισμένο τέλος.

 

  «Το θάμα με το Νουρή» έγινε τα Φώτα.

  Ποιο ήταν το θαύμα;

  Ο μικρός ήταν τραυλός και θεραπεύτηκε. Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι γονείς του θαύμασαν και βαφτίστηκαν χριστιανοί. Έτσι δεν υπήρχε πια εμπόδιο να βλέπεται ο φίλος του που μας αφηγείται την ιστορία με την αδελφή του, με την οποία είχαν ένα τρυφερό παιδικό αίσθημα.

 

  Στο «Χνέρι της χορταρούς» ακούμε την ιστορία της χορταρούς (μάζευε χόρτα και τα πουλούσε) την οποία αφηγείται στη γυναίκα. Γέρος ο άντρας της αλλά μουρντάρης, την έπεφτε σε κάθε γυναίκα που ξέπεφτε στο μετόχι του. Ούτε που το ’βαζε η κακομοίρα η γυναίκα στο μυαλό της ότι ο άντρας της έκανε τέτοια πράγματα. Η μουζίκα του αγροφύλακα έσωσε τη χορταρού.

  Αυτός ο αγροφύλακας δεν έχει το θεό του. Στα «Συρτικά του μετοχάρη» από τη συλλογή διηγημάτων «Στον κύκλο του μαχαιριού», πάλι η μουζίκα του ήταν αιτία να χάσει το τυχερό του ο μετοχάρης.

 

 Στην «Πέρδικα του Κουρταλιώτη» δεν έχουμε βεντέτα, έχουμε όμως ένα μίσος που έσβησε.

  Ο Κουρταλλιώτης φτώχυνε. Οι ζωοκλέφτες σιγά σιγά του είχαν αρπάξει όλο το κοπάδι. Για ποιο λόγο;

  «-Κλέψε, μωρέ Κουρταλλιώτη, κι εσύ, να βγάλεις την εζημιά. Ούλοι το ίδιο κάνουνε.

  -Δε μαγαρίζω τα χέρια μου, απαντούσε. Δε θέλω ξένα οζά στο κοπάδι μου.

  -Μ’ αφού κλέφτουνε τα δικά σου, κάμε το ίδιο κι εσύ.

  -Ας τα κλέφτουνε, δεν τα μαγαρίζω τα χέρια μου. Το κούτελο μου το θέλω καθαρό» (σελ. 223).

  Και σα να μην έφτανε αυτό, ο Αμαργιανός ο τοκογλύφος, πανωγράφοντας κιόλας, του πήρε και τα χωράφια.

  Ξενητεύτηκε σε άλλο χωριό, σε ένα σύντεκνο, που του έδωσε «μια μεγάλη μερά», και με «μια μικρή κοπή αιγοπρόβατα» έφτιαξε ένα μεγάλο κοπάδι.

  Ένα βράδυ ο γιος του ο Αργύρης βλέπει στον ύπνο του τη μάνα του να του λέει ότι εδώ και δέκα χρόνια δεν πάτησαν στο χωριό, το μνήμα της έχει χορταριάσει. Να πάει να το ξεχορταριάσει και να βρει την πέρδικα.

  Ποια ήταν η πέρδικα που συνάντησε;

  Η κόρη του Αμαργιανού.

  Και πλέχτηκε το ειδύλλιο, τέρμα η έχτρα.

 

    «Η κερά του ξεροβράχου» ήταν μια χήρα που έμενε προσκολλημένη στη μνήμη του άνδρα της, σε βαθμό παθολογικό. Όμως ο παπάς την έπεισε, είδε και όνειρο, και έτσι ζευγάρωσε με τον καπετάνιο που συνάντησε στο πανηγύρι του Μόχλου.

 

  Το τελευταίο διήγημα έχει τίτλο «Στα δόντια της Καντόρας».

  Ποια είναι η Καντόρα;   

  Ένας θηλυκός μπαμπούλας με την οποία φοβέριζαν οι μανάδες τα παιδιά τους όταν ξεσάλωναν στις διαολιές.

  Μεγάλος πια ο αφηγητής τη βλέπει στο όνειρό του. Δεν ήταν η φοβερή και τρομερή που του παρουσίαζε η μάνα του, ήταν μια πανέμορφη γυναίκα που τον μύησε στον έρωτα.

  Στο όνειρό του;

  Ναι, στο όνειρό του.

  Και με τη «Ρούσικη καμπάνα» τελειώσαμε με τον Φραγκούλη. Βέβαια δεν αποκλείεται να συνεχίσουμε, αν βρούμε κάποιο, κάποια ή και τα τρία έργα του που δεν βρήκαμε.

  Ας συνοψίσουμε λοιπόν.

  Ο Φραγκούλης είναι κατά βάση ένας ερωτικός πεζογράφος. Περιγράφει με εξαιρετική μαεστρία τη γυναικεία ομορφιά, σε διηγήματα γεμάτα ερωτισμό.

  Χωρίς να έχει σαν στόχο να αναπαράγει ακριβώς τη ντοπιολαλιά, τα διηγήματά του είναι γεμάτα από παλιές λέξεις, λέξεις ξεχασμένες, ιδιαίτερα οι τούρκικες, γι’ αυτό το λόγο έχει λεξιλόγιο στο τέλος κάθε βιβλίου όπου δίνει τη σημασία τους.

  Όμως όχι για όλες, όπως για παράδειγμα τη λέξη «μεσκίνης» που τη συνάντησα σε ένα διήγημα και δεν ήξερα τη σημασία της. Όμως ξέροντας την ιρανή σκηνοθέτιδα Μαρζιγιέ Μεσκινί-Μαχμαλμπάφ, γυναίκα του Μοχσέν Μαχμαλμπάφ, ήμουνα σίγουρος ότι ήταν μουσουλμανική λέξη. Ο φίλος μου ο Γιώργης ο Μανιαδάκης την ήξερε και μου είπε ότι είναι αραβικής προέλευσης, όπως και αρκετές άλλες τούρκικες και ιρανικές λέξεις που έχουμε ακόμη στο λεξιλόγιό μας, αν και συχνά με μεταφορική σημασία. Αργότερα, διαβάζοντας το διήγημα «Ταξίδι χωρίς γυρισμό» ήταν εύκολο να καταλάβω ότι πρόκειται για τον λεπρό.

  Τα διηγήματά του έχουν και ένα νεοηθογραφικό χαρακτήρα, καθώς παρουσιάζουν ήθη, έθιμα, καταστάσεις, αλλά και λεκτικούς τρόπους των κρητικών. Η συχνή χρήση λαϊκών ρήσεων καθώς και το ιδιαίτερο κρητικό χιούμορ που βλέπουμε συχνά στους διαλόγους είναι επίσης πολύ χαρακτηριστικά.

  Και ένα τελευταίο: συναντάμε συχνά τη λέξη «μαθές» που διαβάζουμε και στον Καζαντζάκη. Εκεί την πρωτοσυνάντησα, και ρώτησα τον πατέρα μου για τη σημασία της. Μου είπε ότι θα πει, «βέβαια, σίγουρα». Φυσικά για να μου είναι άγνωστη δεν τον άκουσα ποτέ να τη λέει, όπως και κανένα άλλο χωριανό άλλωστε. Και όμως ήταν μόλις δυο χρόνια μεγαλύτερος από τον Φραγκούλη. Και, συναντώντας την τώρα στον Παπαδιαμάντη, ξέρω ότι δεν είναι αποκλειστικά κρητική.

  Μεγάλος ο Ανταίος, ελπίζω να βρω και τα υπόλοιπα έργα του.

No comments:

Post a Comment