Tuesday, September 1, 2020

Λέων Τολστόι, Η σονάτα του Κρόιτσερ και άλλες νουβέλες και διηγήματα

 


  (Τα διάβασα στην έκδοση του Βήματος που έχει τίτλο «Νουβέλες και διηγήματα» και οι παραπομπές μου είναι σ’ αυτή την έκδοση. Υπάρχουν διάφοροι μεταφραστές, δεν έχει νόημα να τους αναφέρω).

  Η «Σονάτα του Κρόιτσερ» είναι ένα δοκίμιο, με την κυριολεκτική και τη μεταφορική σημασία της λέξης. Το πρώτο μισό της νουβέλας είναι κυριολεκτικά δοκίμιο, όπου ο συνταξιδιώτης του αφηγητή παραθέτει τις απόψεις του για τις σχέσεις των δυο φύλων, πριν και μετά το γάμο. Το δεύτερο μισό είναι το στόρι που έχει σαν θέμα τη ζήλεια.

  Ο συνταξιδιώτης σκότωσε τη γυναίκα του γιατί είχε εραστή. Πριν επιβεβαιώσει τις υποψίες του ταλανιζόταν αφόρητα από το αίσθημα της ζήλειας. Είναι η άκρα αντίθεση του «Αιώνιου συζύγου» του Ντοστογιέφσκι, όπου ο σύζυγος αναπτύσσει φιλικές σχέσεις με τον εραστή της γυναίκας του. Ο συνταξιδιώτης, αντίθετα, προσπάθησε να τον σκοτώσει, αλλά του ξέφυγε, και καθώς ήταν με τις κάλτσες δεν μπορούσε να τον κυνηγήσει. Έτσι σκότωσε τη γυναίκα του. Το μετάνιωσε βέβαια αμέσως μετά, αλλά ήταν πια αργά. Σε λίγες ώρες η γυναίκα του ξεψύχησε. Το δικαστήριο τον αθώωσε, θεωρώντας το φόνο που διέπραξε σαν έγκλημα τιμής.

  Ένα πραγματολογικό στοιχείο εδώ είναι ότι ο συνταξιδιώτης δεν τους συνέλαβε στο κρεβάτι αλλά τότε που έτρωγαν. Τι γύρευε μία η ώρα μετά τα μεσάνυκτα ο βιολονίστας στην τραπεζαρία με τη γυναίκα του; Υποτίθεται ότι δεν θα τους επισκεπτόταν κατά την απουσία του. Η ενοχή αποκαλύφθηκε μόνο από τις εκφράσεις των προσώπων τους και τις αντιδράσεις, καθόλου πειστικά τεκμήρια σε ένα σημερινό δικαστήριο, που βέβαια δεν θα αθώωνε, αλλά θα επέβαλε μια μικρότερη ποινή.

  Ένα δεύτερο πραγματολογικό στοιχείο είναι ότι στο σπίτι υπήρχαν τα παιδιά, που βέβαια κοιμόντουσαν εκείνη την ώρα, αλλά και οι υπηρέτες. Ήταν δυνατόν να μην αντιλαμβανόντουσαν τι συνέβαινε; Ή τηρούσαν την ομερτά; Κάτι τέτοιο σήμερα θα ήταν αδιανόητο, φαίνεται όμως πως όχι την εποχή του Τολστόι.

  Είμαι σίγουρος ότι το μεγαλύτερο μέρος της νουβέλας ενθουσίασε τον Στρίντμπεργκ, όμως εξόργισε την τσαρική λογοκρισία, και παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του συγγραφέα δεν επετράπη η έκδοσή της παρά έντεκα χρόνια μετά τη συγγραφή της, το 1900, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις.

  Έχω πολλές υπογραμμίσεις, θα επιλέξω κάποιες για σχολιασμό.

  «Μην εμπιστεύεσαι το άλογο στον αγρό και τη γυναίκα στο σπίτι» (σελ. 279).

  Προφανώς πρόκειται για ρώσικη παροιμία εκείνης της εποχής. Σήμερα δεν υπάρχουν άλογα, και για την γυναίκα μπορεί να έχει κανείς περισσότερες υποψίες όταν είναι εκτός σπιτιού παρά όταν είναι στο σπίτι.

  «Στη ζωή, αυτή η αποκλειστική προτίμηση για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο σπάνια συμβαίνει να διαρκεί χρόνια – πιο συχνά διαρκεί μήνες, και άλλοτε μόνο βδομάδες, μέρες, ώρες, δήλωσε ο νευρικός κύριος…» (σελ. 281).

  Εν τάξει, αυτό το «μέρες, ώρες», μου φαίνεται υπερβολικό. «Ένα χρόνο το περισσότερο» τραγουδάει ο Καρβέλας. Τόσο να κράτησε άραγε ο έρωτάς του με τη μαθήτριά μου την Ανίτα Πάνια;

  Θα έχετε ακούσει αυτό το «Μετά από τόσα (δεν θυμάμαι πόσα, νομίζω τρία) χρόνια γάμου, είτε το μπούτι μου πιάνω είτε της γυναίκας μου είναι ένα και το αυτό». Διάβασα πολύ παλιά ότι μια γυναίκα, όταν άκουσε το σύζυγό της να το λέει στην παρέα του έπαθε νευρικό κλονισμό.

  «Οι Δέκα Εντολές όμως φαίνεται ότι μας χρησιμεύουν μόνο για να περνάμε στις εξετάσεις» (σελ. 287).

  Λετε να είναι αλήθεια;

  Προσπαθώ να τις θυμηθώ, δύσκολο, τελικά μόνο αυτές που είναι μια λέξη και το ου μπροστά (ου μοιχεύσεις, ου κλέψεις, ου ψευδομαρτυρήσεις, ου φονεύσεις) μόνο αυτές θυμάμαι, που είναι βέβαια και οι βασικές. Τέσσερις στις δέκα, σίγουρα θα κοβόμουνα αν έδινα εξετάσεις τώρα.

  Παρεμπιπτόντως, ένας εφιάλτης που έχω κατά καιρούς είναι πως γράφω εξετάσεις. Δεν ξέρω και τόσο καλά το θέμα, η ώρα περνάει, δεν θα προλάβω να τελειώσω, και με πιάνει μια απίστευτη αγωνία. Ξεξυπνάω και συνειδητοποιώ με ανακούφιση ότι δεν είμαι μαθητής αλλά καθηγητής.

  «Όπως ο μορφινομανής, ο πότης και ο καπνιστής δεν είναι πλέον φυσιολογικοί άνθρωποι, έτσι και κάποιος που χρησιμοποιεί τις γυναίκες για την ευχαρίστησή του δεν είναι πλέον ένας κανονικός άνθρωπος αλλά ένας διεφθαρμένος, ένας ακόλαστος» (σελ. 288).

  Εδώ μιλάει ο θρησκευόμενος Τολστόι, για τον οποίο ισχύει η παροιμία «Όταν γεράσει ο διάβολος καλογερεύει». Ξέρουμε από τη βιογραφία του για την ακόλαστη ζωή που έκανε στα νιάτα του.

  «Γνωρίζει ότι ο άντρας ψεύδεται όταν αναφέρεται στα λεπτά αισθήματα-το μόνο που θέλει είναι το κορμί της» (σελ. 292).

  Θα προσαρμόσω το ανέκδοτο:

  -Είσαι τόσο όμορφη, τόσο γλυκιά, τόσο χαριτωμένη… με τόσο λεπτά αισθήματα.

  -Για να σου πω, μήπως μου τα λες όλα αυτά για να με πηδήξεις;

  -Και έξυπνη!!!

  «Δε στερείται δικαιωμάτων η γυναίκα επειδή δεν μπορεί να ψηφίσει ή να γίνει δικαστής -δεν είναι δικαιώματα αυτά-αλλά στερείται επειδή δεν είναι ισότιμη με τον άντρα στις σχέσεις των δύο φύλων: δεν μπορεί να κατακτά τον άντρα ή να τον κρατά σε απόσταση σύμφωνα με την επιθυμία της, και δεν μπορεί να επιλέγει σύζυγο σύμφωνα με την επιθυμία της και να μην είναι αυτή που επιλέγεται» (σελ. 296-297).

  Θιασώτης λοιπόν της ισότητας των δύο φύλων ο Τολστόι.

  «Αφού όλοι μας γνωρίζουμε πώς βλέπει τη γυναίκα ο άντρας. Wein, Weiber und Gesang» (σελ. 310).

  Αυτά τα λένε οι γερμανοί: Κρασί, γυναίκα και τραγούδι.

  «…και πρώτο απ’ όλα το κρασί», λέει και ο Βάρναλης στους «Μοιραίους».

  «Οι κοπέλες ελευθερίων ηθών και οι γυναίκες των στρατιωτών πετούν τα βρέφη τους σε λίμνες και πηγάδια» (σελ. 323).

  Τραγικό.

  Η παρακάτω υποσημείωση είναι συγκλονιστική:

  «Η στρατιωτική θητεία διαρκούσε 25 χρόνια μέχρι το 1874, οπότε και μειώθηκε στα 5. Οι γυναίκες αυτών που κληρώνονταν και έφευγαν για τον στρατό, χωρίς κοινωνική πρόνοια και επάγγελμα, κατέφευγαν συχνά στην πορνεία για να επιβιώσουν» (σελ. 323).

 

  Όταν τελειώνει ο έρωτας

 

  Το διήγημα αναφέρεται στον απελπισμένο έρωτα ενός νεαρού, του Σεργκέι Ίβιν, για την κόμισσα Σέφφινγκ. Τη βλέπει σε ένα χορό και καταγοητεύεται. Χορεύει μαζί της. Η σκέψη του δεν ξεκολλάει πια απ’ αυτήν.

  Η κόμισσα δεν είναι καλοπαντρεμένη, θεωρητικά υπάρχουν κάποιες ελπίδες.

  Ο πρίγκηπας Κορνακώφ που ξέρει τον Σεργκέι αντιλαμβάνεται τον έρωτά του. Γλεντζές, τον παρασύρει να πάνε στους τσιγγάνους. Παρέα τους ο στρατηγός Ντόλγκοφ και ένας αξιωματικός της φρουράς. Δεν πέρασαν και τόσο καλά γιατί η Μάσα, η τραγουδίστρια με την εξαίσια φωνή, δεν ήταν εκεί.

  Νωρίς για να πάνε σπίτι, πού να πάνε;

  -Δεν πάμε σε ένα πορνείο; 

  Και πάνε.

  Ο Σεργκέι βλέπει άτομα να χορεύουν.

  Ο πρίγκηπας καλεί μια κοπέλα κοντά του. Μα πόσο μοιάζει στην κόμισσα!

  Ο πρίγκηπας κάτι της ψιθυρίζει στο αυτί… και ο Σεργκέι χάνει την παρθενιά του.

  Καλή κίνηση από την πλευρά του πρίγκηπα, έτσι ο νεαρός μπορεί να ξεπεράσει το κόλλημά του με την κόμισσα.

  Ο Τολστόι που κάνει την εμφάνισή του και σε άλλα σημεία του διηγήματος καταλήγει:

  «Κι όμως τι κρίμα, άνθρωποι ωραίοι, που έχουν αντιληφθεί ότι είναι πλασμένοι ο ένας για τον άλλο, να έχουν χάσει για πάντα στην αγάπη! Αναμφίβολα θα κάνουν κι άλλες γνωριμίες, ίσως μάλιστα να ερωτευθούν και πάλι. Αλλά τι αξία θα έχει ένας τέτοιος έρωτας; Δεν θα ήταν καλύτερα να είχαν διατηρήσει τη νοσταλγία εκείνου του αληθινού έρωτα για όλη τους τη ζωή, παρά να προσπαθούν να θάψουν μέσα τους κάθε ανάμνηση από τέτοιες ερωτικές στιγμές;» (σελ. 40).

  Την ίδια γνώμη έχει και ο Δημήτρης Κορομηλάς. Ο Λάμπρος στον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας» δεν ξεχνάει την πρώτη του αγάπη, τη βοσκοπούλα που αγάπησε όταν ήταν δέκα χρονών, και, μεγάλος πια στην ηλικία, δεν έπαψε να την αναζητά. Και κάποτε τη βρίσκει. Χήρα αυτή, την παντρεύεται.

 

Άλμπερτ

 

  Το διήγημα, όπως διαβάζομαι σε ένα εισαγωγικό σημείωμα, το εμπνεύστηκε ο Τολστόι από την πραγματική ιστορία ενός μουσικού που ξέπεσε εξαιτίας ενός άτυχου έρωτα.

  Χαζεύει έξω από μια αίθουσα χορού. Τον προσκαλούν να περάσει μέσα. Αυτός παίζει με ένα βιολί που βρίσκεται εκεί, ενώ το πιάνο τον συνοδεύει. Όλοι όσοι τον ακούν εκστασιάζονται. Αυτός σκέφτεται ενώ παίζει:

  «Οι αναμνήσεις αναδύονται αυθόρμητα, και το βιολί του Άλμπερτ έλεγε και ξανάλεγε το ίδιο πράγμα: Πέρασε για σένα, πέρασε για πάντα η εποχή της δύναμης, του έρωτα και της ευτυχίας, πέρασε και δε θα ξαναγυρίσει ποτέ. Θρήνησέ τη, θρήνησέ τη με όσα δάκρυα έχεις, πέθανε μέσα στα δάκρυα που χύνεις γι’ αυτήν· από τις ευτυχίες που σου απομένουν αυτή είναι η καλύτερη» (σελ. 51).

  Ένας από τους ακροατές είναι και ο Ντελέσωφ. Άκουσε να του λένε την θλιβερή του ιστορία, τον λυπήθηκε και τον περιμάζεψε. Όμως του δημιουργούσε προβλήματα. Ζητούσε συνέχεια ποτό.

  Συνέχιζε να πηγαίνει στο σπίτι της Άννας Ιβάνοβνα, εκεί που είχε παίξει, και μεθούσε.

 Ο Ντελέσωφ κάποια στιγμή, απηυδισμένος, τον έβαλε σε απομόνωση στο σπίτι του, με εντολή να μην του δώσουν τίποτα να πιει. Αυτός, υποφέροντας από το στερητικό σύνδρομο, ζητάει να φύγει, απειλεί ότι θα τους καταγγείλει στην αστυνομία.

  Τον αφήνουν να φύγει. Όμως αμέσως μετά ο Ντελέσωφ νιώθει τύψεις. Μια τέτοια νύχτα, με τέτοιο κρύο, ελαφρά ντυμένος…

  Κατευθύνεται προς το σπίτι της Άννας Ιβάνοβνα. Απηυδισμένη κι αυτή από τα μεθύσια του είχε δώσει εντολή να μην τον δεχτούν.

  Στο δρόμο έχει παραισθήσεις. Φτάνει στο σπίτι της Άννας Ιβάνοβνα αλλά η υπηρέτρια του αρνείται την είσοδο. Εντολή της κυρίας.

  Και το διήγημα τελειώνει:

  «Δύο επισκέπτες, οι οποίοι έβγαιναν από το σπίτι της Άννας Ιβάνοβνα, σκόνταψαν πάνω στον Άλμπερτ, που ήταν ξαπλωμένος στο κατώφλι. Ο ένας από αυτούς γύρισε πίσω και φώναξε την οικοδέσποινα.

  -Αυτό είναι απανθρωπιά – είπε-, ν’ αφήνετε έναν άνθρωπο να ξεπαγιάζει έτσι!

  -Ε, δεν τον αντέχω πια τον Άλμπερτ! απάντησε η οικοδέσποινα. Αννούσκα! Βάλ’ τον να ξαπλώσει σε κάποιο δωμάτιο, είπε απευθυνόμενη στην υπηρέτρια.

  -Μα εγώ είμαι ζωντανός, γιατί με θάβετε; Ψέλλιζε ο Άλμπερτ ενώ τον κουβαλούσαν μισολιπόθυμο μέσα στο σπίτι» (σελ. 76).  

 

  Οικογενειακή ευτυχία

 

  Διαβάσαμε εδώ και καιρό το διήγημα και έχουμε κάνει ανάρτηση την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

 

  Σημειώσεις ενός τρελού

 

    Το διήγημα είναι ημιτελές, βρέθηκε στα χαρτιά του Τολστόι και, όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή και σε μια υποσημείωση, είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό. Αντιγράφουμε από την εισαγωγή:

  «Εύκολα θα διακρίνει στο κείμενο ο αναγνώστης την υπαρξιακή κρίση στις πεποιθήσεις του Τολστόι τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής του. Επίσης, μπορεί να διακρίνει – καλυμμένα έστω – τα παράπονα για την οικογένειά του η οποία, την εποχή εκείνη, επέκρινε έντονα τις πράξεις του και αμφισβητούσε όντως την πνευματική του ισορροπία. Μάλιστα στις 16 Απριλίου 1884 γράφει σχετικά στα Ημερολόγια: Στο σπίτι ο Σεριόζα - έξαλλος. Αυτός και η Σόνια με είπαν τρελό, και παρ’ ολίγο να θυμώσω» (σελ. 182-183).

  Γιατί δεν θύμωσε;

  Μήπως ένιωθε ότι είχαν λίγο δίκιο;

  Και από την υποσημείωση:

  «Τη νύχτα σταμάτησε σ’ ένα πανδοχείο στο Αρζαμάς όπου τον κατέλαβε μια κρίση άγχους και πανικού, την οποία περιγράφει στις 4 Σεπτεμβρίου στη γυναίκα του: Προχτές διανυκτέρευσα στο Αρζαμάς, όπου μου συνέβη κάτι το ασυνήθιστο. Ήταν δύο το πρωί, ήμουν τρομερά κουρασμένος, νύσταζα, δεν πονούσα πουθενά, και ξαφνικά με κατέλαβαν μια αγωνία, μια φρίκη, ένας τρόμος, που όμοιά τους δεν είχα ξανανιώσει ποτέ στη ζωή μου […] Χτες το συναίσθημα επανήλθε, όχι τόσο έντονο, αλλά ήμουν προετοιμασμένος και δε με κατέβαλε, πόσω μάλλον που ήταν λιγότερο έντονο» (σελ. 192).

  Και ο ήρωάς του καταλήφθηκε από μια παρόμοια κρίση, και μάλιστα στο ίδιο πανδοχείο, το Αρζαμάς.

  Το διήγημα ξεκινάει με τις αναμνήσεις του, με δυο περιστατικά από την παιδική του ηλικία που τον είχαν συγκλονίσει. Παραθέτουμε το πρώτο.

  «Θυμάμαι πώς έδειραν μια φορά μπροστά μου ένα αγόρι και πώς ούρλιαζε, και πόσο τρομαχτικό ήταν το πρόσωπο του Φοκά όταν το έδερνε» (σελ. 186).

  Ανάλογο περιστατικό ήταν και εκείνο που οδήγησε στην πνευματική κατάρρευση του Νίτσε. Είδε έναν αμαξά να κτυπάει αλύπητα το άλογό του και έτρεξε και το αγκάλιασε συγκινημένος.

  Κατάρρευσε ψυχολογικά μετά από αυτό το περιστατικό και δεν συνήλθε ποτέ.

  Και ένα απόσπασμα από το ίδιο το διήγημα.

  «Και τώρα προσευχήθηκα, πάλι όπως στο Αρζαμάς· αλλά εκεί, όπως κι αργότερα, απλώς προσευχόμουν παιδικά. Τώρα, η προσευχή μου είχε ένα νόημα. -Αν υπάρχεις, αποκάλυψέ μου για ποιο λόγο υπάρχω, τι είμαι; Έκανα τις μετάνοιές μου ικετεύοντας: -Αποκάλυψέ μου. Και ύστερα ησύχαζα και περίμενα απάντηση. Απάντηση όμως δεν ερχόταν, σαν να μην υπήρχε κανείς που να μπορούσε να μου απαντήσει. Και έμενα μόνος μου, ενώπιος ενωπίω. Και έδινα τις απαντήσεις εγώ στη θέση εκείνου που δεν ήθελε να απαντήσει. Αλλά γιατί αυτή η αοριστία, αυτό το μαρτύριο; Δεν μπορώ να πιστέψω στη μελλοντική ζωή. Πίστευα τότε που δε ρωτούσα από καρδιάς, μα τώρα δεν μπορώ, δεν μπορώ… Αν υπήρχες, θα μου το έλεγες, θα το έλεγες στους ανθρώπους. Και το να μην υπάρχεις, είναι σκέτη απόγνωση. Και δεν τη θέλω, δεν τη θέλω!» (σελ. 194).

  Ξεκίνησαν από διαφορετικά μονοπάτια ο Ντοστογιέφσκι με τον Τολστόι, ο ένας καταδικασμένος τέσσερα χρόνια στο κάτεργο, φτωχός και ταλαιπωρημένος, ο άλλος κόμης, πλούσιος, με μια άνετη οικογενειακή ζωή, για να συγκλίνουν στο τέλος στη θρησκεία. Ο Ντοστογιέφσκι αρχικά άθεος επαναστάτης έγινε  ένας βαθιά θρησκευόμενος. Ο Τολστόι που απλώς πίστευε όπως ο περισσότερος κόσμος, άρχισε σιγά σιγά να γίνεται όλο και περισσότερο θρησκευόμενος.

  Μα τι λέω, τρεις ήταν, και ο Γκόγκολ ακολούθησε μια ανάλογη πορεία.  

 

  Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς

 

  Και γι’ αυτόν έχουμε γράψει, μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

 

No comments:

Post a Comment