Tuesday, September 29, 2020

Mohsen Amiryoussefi, The lovely trash (2013)

Mohsen Amiryoussefi, The lovely trash (2013)

 


 

  Μετά το «Όνειρο πικρό» (2004), βραβευμένο με τον Χρυσό Αλέξανδρο στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και το «Fire keeper» (2009), ο Μοχσέν Αμιργιουσεφί γυρίζει την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, «Τα υπέροχα σκουπίδια».

  Το στόρι τοποθετείται το 2009, στη διάρκεια των διαδηλώσεων διαμαρτυρίας για την επανεκλογή του Mahmoud Ahmadinejad ως αποτέλεσμα νοθείας, που κράτησαν βδομάδες, με νεκρούς, συλλήψεις και εκτελέσεις, διαδηλώσεων που ονομάστηκαν «πράσινη επανάσταση». Ο Mohammad Khatami που υπήρξε πρόεδρος για οκτώ χρόνια, από το 1998 έως το 2005, προσπάθησε ανεπιτυχώς να φιλελευθεροποιήσει το καθεστώς. Ανέλαβε στη συνέχεια ο Mahmoud Ahmadinejad, συντηρητικός. Στις επόμενες εκλογές του 2009 επανεκλέχθηκε με ποσοστό 62,63% ενώ ο προοδευτικός Mir-Hossein Mousavi πήρε μόλις 33,75%.

  Το σχόλιό μου:

  Η διαφορά είναι τόσο μεγάλη ώστε πιστεύω πως ό,τι νοθεία και να έγινε, πάλι ο Ahmadinejad θα έβγαινε πρόεδρος. Κάθε λαός είναι άξιος των ηγετών του.

  Έχω δει κάποια ντοκιμαντέρ και βίντεο στο youtube για αυτές τις κινητοποιήσεις, ενώ έχουν γυριστεί και ταινίες, όπως αυτή εδώ του Αμίρ-Γιουσεφί.

  Η ταινία είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη. Πάνω στο πραγματικό φόντο ο σκηνοθέτης επινοεί μια φανταστική πλοκή.

  Κεντρικό πρόσωπο είναι η Monir, μια μάνα κουράγιο, που υποφέρει την απώλεια του συζύγου της που, φιλομοναρχικός, αναγκάστηκε να συμμορφωθεί με τη νέα κατάσταση, του αδελφού της, κομμουνιστή, ο οποίος είχε συλληφθεί από την Σαβάκ, την μυστική αστυνομία του Σάχη, συμμετείχε στην επανάσταση για να εκτελεστεί στη συνέχεια με απαγχονισμό από το ισλαμικό καθεστώς.

  Μεγάλη ιστορία αυτή, οι ισλαμιστές σφετερίστηκαν την επανάσταση και οι χθεσινοί τους σύντροφοι στον αγώνα για την ανατροπή του σάχη φυλακίστηκαν ή εκτελέστηκαν. Διαβάζω αρκετές λεπτομέρειες στον τρίτο τόμο της «Κοινωνικής ιστορίας του ιρανικού κινηματογράφου» του Hamid Nacify. Να αναφέρω μόνο μια διαδήλωση γυναικών την επομένη της επιβολής της μαντίλας από το νέο καθεστώς, με σύνθημα «Δεν κάναμε την επανάσταση για να πάμε πίσω».

  Δυστυχώς κυρίως οι γυναίκες ήταν αυτές που πήγαν πίσω. Και μετά οι νέοι, με τις απαγορεύσεις των πάρτι, της μουσικής, και δεν ξέρω τι άλλο. Α, ναι, σίγουρα το αλκοόλ.

  Όχι όλες βέβαια, κάποιες το φχαριστήθηκαν. Να αναφέρω κάτι σχετικό που μου είπε μια φίλη μου. Στο Ραμπάτ (Μαρόκο) έγινε μια διαδήλωση γυναικών για τα δικαιώματα της γυναίκας στο ισλάμ. Την επομένη έγινε μια μαζικότερη αντιδιαδήλωση γυναικών που έλεγαν ότι μια χαρά είμαστε.

  Μόνο το Μαρόκο δεν άγγιξε η «αραβική άνοιξη», που εγώ ήξερα ότι ήταν ένας αραβικός μεσαίωνας. Ο βασιλιάς του Μαρόκου διαπραγματεύτηκε με ένα ισλαμικό κόμμα που βγήκε, για πρώτη φορά, πρώτο στις εκλογές, να του αναθέσει τη διακυβέρνηση, αλλά με όρους.

  Της είπα να φυλάσσουν ως κόρη οφθαλμού τον βασιλιά τους.

  Αλλά ξεφύγαμε, ο λόγος για την ταινία.

  Σε τέσσερα μικρά flash back βλέπουμε τους μυστικούς αστυνομικούς να εισβάλλουν στο σπίτι της Μονίρ. Στο πρώτο είναι του νέου καθεστώτος, αναζητούν τον άντρα της. Στο δεύτερο, το 1977, αναζητούν τον αδελφό της. Στο τρίτο, 1935, τη μητέρα της για να της βγάλουν το Τσαντόρ. 1931… -Αναζητούμε τον πατέρα της Μονίρ. Είσαι η Μονίρ; -Όχι, είμαι η μητέρα της, η Μονίρ δεν έχει γεννηθεί ακόμη.

  Στην αρχή της ταινίας η ξαδέλφη της η Σίμα της κτυπάει την πόρτα. Ανοίγει. Μαζί της μπαίνουν και ένα τσούρμο διαδηλωτές, κυνηγημένοι από την αστυνομία. Θα φύγουν αργότερα.

  Κοιτάζει τις φωτογραφίες των αγαπημένων της, και εδώ έχουμε το φανταστικό της ταινίας, μια εξαιρετικά έξυπνη επινόηση. Τα πρόσωπα «ζωντανεύουν» μέσα στα κάδρα και αρχίζουν συζητήσεις, τόσο με τη Μονίρ όσο και μεταξύ τους. Οι συζητήσεις είναι πολιτικές. Υπάρχουν έντονες αντιπαραθέσεις.

  Ο Μανσούρ, ο αδελφός της, είπαμε ότι είναι ο κομμουνιστής που εκτελέστηκε με απαγχονισμό. Ο άντρας της, που είχε συντηρητικοποιηθεί προσαρμοζόμενος στη νέα κατάσταση, είναι νεκρός κι αυτός. Ο ένας της γιος, ο Αμίρ, ισλαμιστής, σκοτώθηκε στον πόλεμο με το Ιράκ. Το φόντο της φωτογραφίας είναι τα χαρακώματα. Και τέλος ο άλλος της γιος, ο Ραμίν, που το έσκασε για την Ευρώπη. Ζωντανός αυτός, έχει μόλις πάρει το διδακτορικό του.

  Η μητέρα ανησυχεί, φοβάται μήπως την επισκεφτεί η μυστική αστυνομία. Χαράζουν με σταυρό τα ύποπτα σπίτια, για να ξέρουν πού να ψάξουν. Τους ζητάει να της πουν πού υπάρχουν ενοχοποιητικά στοιχεία. Τα μαζεύει σε μια μεγάλη σακούλα σκουπιδιών. Μόνο ο Μανσούρ αρνείται να της πει που έχει κρύψει το όπλο.

  Στο τέλος της ταινίας την βλέπουμε με προσοχή να πηγαίνει στον κάδο σκουπιδιών. Από μέσα βγαίνει φωτιά. Φαίνεται ότι κάποιοι άλλοι σαν αυτή είχαν την προνοητικότητα όχι μόνο να πετάξουν ενοχοποιητικά στοιχεία αλλά και να τους βάλουν φωτιά. Ρίχνει μέσα τη σακούλα. Επιστρέφοντας, βλέπει όλα τα σπίτια να είναι μαρκαρισμένα με σταυρό.

 Το «Όνειρο Πικρό» ήταν απαγορευμένο μέχρι το 2013, αλλά κέρδισε βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ. Το «Fire keeper» προβλήθηκε μόνο αφού ο σκηνοθέτης έκανε δραστικές αλλαγές έπειτα από υποδείξεις της λογοκρισίας. Και αυτό απέσπασε διακρίσεις στο εξωτερικό. Όμως αυτή την ταινία, την τρίτη του, αρνήθηκε να τη στείλει στο εξωτερικό, παρόλο που απαγορεύτηκε η προβολή της. Επιτράπηκε το 2013, όταν στις προεδρικές εκλογές ο μετριοπαθής Hassan Rouhami νίκησε τον συντηρητικό αντίπαλό του, όμως με κάποιες αλλαγές, υποθέτω περικοπές. Υπάρχει και το original, όμως δεν το έχει το imvbox. Έκανα αίτημα, μόλις το αποκτήσουν, όπως και τις άλλες δυο ταινίες του, θα με ενημερώσουν. Τότε θα την ξαναδώ.

  O Rouhami μάλλον δεν φαίνεται να τα κατάφερε και τόσο καλά γιατί, όπως διαβάζω στη βικιπαίδεια, από το 2017 και μετά ξεκίνησαν καινούριες διαδηλώσεις, που φαίνεται δεν έχουν καταλαγιάσει ακόμη.

  Μετά από τις δυο θητείες του Ομπάμα στο προεδρικό μέγαρο τις εκλογές τις κέρδισε ο συντηρητικός Τραμπ. Αναρωτιέμαι τι θα γίνει σ’ αυτές εδώ, του Νοεμβρίου που μας έρχεται. Αν ξαναβγεί όμως δεν νομίζω να τον κατηγορήσουν για νοθεία. Άλλο Ελλάδα της δεκαετίας του εξήντα και Ιράν της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα και άλλο Αμερική. Εκεί, το πολύ πολύ να σκοτώσουν τον πρόεδρο.

  Παραλίγο να το ξεχάσω, ο τίτλος της ταινίας μου θύμισε τη συλλογή διηγημάτων του Τάσου Γουδέλη με τον επίσης οξύμωρο τίτλο «Το ωραίο ατύχημα».

 

No comments:

Post a Comment