Saturday, August 7, 2021

Γιάννης Καλπούζος, Ραγιάς, μέρες και νύχτες του 1821

Γιάννης Καλπούζος, Ραγιάς, μέρες και νύχτες του 1821, Ψυχογιός 2021, σελ. 525


 

Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

Ένα βιβλίο για την επανάσταση του 1821 που πρέπει να διαβάσετε οπωσδήποτε

  Δεν κατέθεσαν την εορταστική προσφορά τους για τα διακόσια χρόνια της επανάστασης μόνο φορείς, κρατικοί και μη, αλλά και ποιητές και συγγραφείς. Ο Μανώλης ο Πρατικάκης, ποιητής, με τα «Δερβενάκια των Rolling Stones», ο Γιάννης Καλπούζος, συγγραφέας, με τον «Ραγιά».

  Ο Καλπούζος αρέσκεται στους μονόλεκτους τίτλους: «Οδοιπορία», «Ιμαρέτ», «Ουρανόπετρα», «Ινάτι», με μια προτίμηση για τους δισύλλαβους τώρα τελευταία, όπως «Εράν», «Σάος», «Σέρα». Βέβαια τον συμπληρώνει με υπότιτλο, για να δώσει ακριβώς το θεματικό στίγμα του μυθιστορήματός του.

  Να ξανακάνω το λογοπαίγνιο, ο Καλπούζος έχει μια καλπάζουσα φαντασία. Και σ’ αυτό το βιβλίο του επινοεί μια συναρπαστική πλοκή, όπου βέβαια ο έρωτας κατέχει κεντρική θέση. Και, σχεδόν σε όλους τους έρωτες που αφηγείται, υπάρχει το μοτίβο «Τα σύνορα της αγάπης»: Ο χριστιανός με την εβραιοπούλα, ο μουσουλμάνος με τη χριστιανή, κ.ά.

  Αυτό που ξεχωρίζει το μυθιστόρημα αυτό από τα άλλα του ιστορικά μυθιστορήματα είναι η πληθώρα των ιστορικών πληροφοριών. Σίγουρα έκανε βαθιά έρευνα πριν αρχίσει τη συγγραφή.

  Υπάρχει όμως και ένα ακόμη στοιχείο.

  Την ιστορία την μαθαίνουμε με αμβλυμμένες τις γωνίες. Μόνο αφού τέλειωσα το λύκειο έμαθα ότι τα σαράντα παλληκάρια που πήγαν να πατήσουν την Τροπολιτσά την έπνιξαν στο αίμα. Σε  τριάντα χιλιάδες περίπου ανέρχονταν οι σφαγμένοι.

  Βέβαια υπάρχει και το ελαφρυντικό. Τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς δεν είναι και λίγα. Ένας που του βίασαν την κόρη βάλθηκε να σκοτώνει αιχμαλώτους. Τον ακολούθησαν κι άλλοι. Ο Καποδίστριας και ο Κολοκοτρώνης είχαν απαγορεύσει αυστηρά την εκτέλεση των αιχμαλώτων.

  Εκτός από την άλωση της Τρίπολης ο Καλπούζος θα αναφερθεί εκτενώς και στην πολιορκία του Μεσολογγίου. Θα διαβάσουμε αρκετές λεπτομέρειες για την πολιορκία, αλλά και για την έξοδο.

  Φυσικά ο Καλπούζος θα αναφερθεί και στη «διχόνοια που βαστάει ένα σκήπτρο η δολερή». Αυτή έγραψε τις πιο μαύρες σελίδες της επανάστασης.

  Θα ήθελα να καταλήξω άλλη μια φορά με τη διαπίστωση: τα αθώα θύματα του πολέμου είναι τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, σε όποια παράταξη κι αν ανήκουν.

  Έχω συστήσει να διαβάσετε κάθε βιβλίο του Καλπούζου, αυτό όμως το συστήνω ιδιαίτερα.    

  Και τώρα ας παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα.

  «Κατά την πορεία του δεν παρέλειπε να στήσει αναθέματα για τον Μουράτ και τον Σαχίν Αγά. Συγκέντρωνε μικρό σωρό από πέτρες σε ερημικό και εμφανές σημείο, ώστε κάθε περαστικός να ρίχνει το λιθάρι του αναθέματος. Έτσι όπως το συνήθιζαν οι Ρωμιοί για τους Τούρκους που τους προξένησαν κακό και για τους κοτζαμπάσηδες, πιστεύοντας πως θα βασανίζεται από αρρώστιες και θα βρικολακιάσει ο αναθεματισμένος. Προσέτι ότι θα χτυπήσουν ασθένειες όλη την οικογένεια» (σελ. 32).

  Το μέρος που έγινε το ανάθεμα του Βενιζέλου μου το έδειξε φίλος από την ταράτσα του σπιτιού του, που ήταν εκεί δίπλα. Έπιασε. Στις εκλογές του 1920 δεν βγήκε ούτε βουλευτής.

  «Εκτός από λιγοστούς μαγαζάτορες και δουλικά, οι κάτοικοι ήσαν Τούρκοι. Όμως όχι από ράτσα. Μουρτάτες ήταν, εξισλαμισμένοι, όπως και σε μπόλικα χωριά ολόγυρα» (σελ. 41).

  Τελικά όλοι οι χριστιανοί που ασπάζονταν τον μουσουλμανισμό γίνονταν τούρκοι. Έλληνες, Αρμένιοι, Σέρβοι (Βόσνιοι). Οι μόνοι που δεν έγιναν τούρκοι είναι αυτοί που ήσαν ήδη μουσουλμάνοι. Και ποιοι είναι αυτοί;

  Μα οι Κούρδοι.

  «Οι παπάδες έχουν τρία στόματα. Με το ’να τρώνε, με τ’ άλλο πίνουν και με το τρίτο ρωτάνε μήπως πέθανε κανένας» (σελ. 76).

  Ούτε παπά ούτε γιατρό παρέα εγώ δεν κάνω/ ο ένας θέλει να πονώ κι ο άλλος να ποθάνω.

  Κρητικό αυτό.   

  «Σε κάμποσα σπίτια μάχονταν ταμπουρωμένοι Έλληνες με άλλους Έλληνες, που τους πολιορκούσαν για να τους πάρουν τα λάφυρα και κάποιοι έσκαβαν στα τούρκικα νεκροταφεία μήπως ανακαλύψουν θησαυρούς στους τάφους. Μύριζε κι ολούθε αίμα, κόλλαγε στα ρουθούνια και στα πλεμόνια» (σελ. 167).

  Για το πλιατσικολόγημα διάβασα και σε άλλα σημεία στο μυθιστόρημα, αλλά και στα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη.

  «Νιος φάνταζε, στα χρόνια μου. Είχε μακριά μαλλιά και, όπως οι περισσότεροι Ρωμιοί στρατιώτες, ξουρισμένα στο μπροστινό μέρος. Το κάμναμε τούτο για να μη μας αρπάζουν στις κοντινές συμπλοκές οι οχτροί» (σελ. 231).

  Να το κάνανε άραγε για τον ίδιο λόγο και οι σαμουράι;

  «Εγώ είμαι κείνο το πουλί το παραπονεμένο/ οπού θολώνει το νερό και πίνει το καημένο…» (ελ. 247)

  Μα μια λαφίνα ταπεινή δεν πάει κοντά με τ’ άλλα/ κι όπου ’βρει γάργαρο νερό θολώνει και το πίνει.

  Μου το τραγουδούσε η γιαγιά μου η παρσωτοπούλα, πρωτανιψιά του πατριάρχη Μελέτιου Μεταξάκη.

  «Στις εκατό δρασκελιές να τος κι ο παπάς… Μόλις τον είδα, έπιασα τ’ αχαμνά μου για να ξορκίσω το κακό. Ευτυχώς δεν το πρόσεξε και προσπέρασα» (σελ. 249).

  Εγώ δεν είχα τέτοια τύχη.

  Απόσπασμα από το βιβλίο μου «Το χωριό μου: από την αυτοκατανάλωση στην αγορά».

  «Όταν συναντούσαμε στο δρόμο κανένα παπά, ήταν κακοσημαδιά για μας τους μαθητές. Σίγουρα κάποιος καθηγητής θα μας έβγαζε στο μάθημα. Για να εξορκίσουμε το ενδεχόμενο, πιάναμε τα αρχίδια μας. Θυμάμαι ακόμη τη σκοτεινή, φαρμακερή ματιά που μας έριξε ο παπά Γιωργάκης, όταν περνώντας πλάι του τα πιάσαμε, χωρίς να έχουμε την προνοητικότητα να τον αφήσουμε να προσπεράσει. Αυτός ο παπά-Γιωργάκης είναι ένας γραφικός τύπος, όλο σόκιν ανέκδοτα και καμάκι στις τουρίστριες! Άκουσα ότι μπήκε κάποτε εξώφυλλο σ’ ένα ξένο περιοδικό. Μετά από χρόνια που βρέθηκα μαζί του σ’ ένα συγγενικό σπίτι, μας τρέλα­νε στα σόκιν ανέκδοτα» (σελ. 112).

  Ένα απ’ αυτά ήταν με την παπαδιά και τα ψάρια, αλλά να μην το παραθέσω κι αυτό, μια και αυτή η βιβλιοκριτική φοβάμαι ότι θα πάει σε μάκρος.

  Είπα μήπως το βρω στο διαδίκτυο για να παραθέσω τον σύνδεσμο. Το βρήκα σε έμμετρη παραλλαγή. 

  «Όποιος τούρκευε και ξαναγύριζε στο Χριστό, ο νόμος των Τούρκων ήταν θάνατος» (σελ. 259).

  Ο νόμος των μουσουλμάνων γενικά είναι θάνατος για όποιον αλλαξοπιστήσει.  

  «Αν στύψεις τον άνθρωπο και παρατηρήσεις τα ζουμιά του, θα βρεις κακίες, έχθρες, πάθη, καλοσύνες, χίλια δυο. Εκείνο που τα ορίζει όλα είναι μια φαρμακερή και συνάμα γλυκιά ουσία. Λέγεται “εγώ”… Στην πράξη όλοι προσκυνούν και καθοδηγούνται από αυτό, ενώ το “εμείς” μπαίνει για τους περισσότερους μόνο στα λόγια, υποκριτικά ή ως ευχολόγιο» (σελ. 269-270).

  Αυτό το εγώ έχει στο στόχαστρο και ο φίλος μου ο Μανόλης ο Πρατικάκης στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Ο αρχέγονος φρουρός».

  «Μου πήραν τη γυναίκα με την τριχιά στο χέρι. Όποιος τη βρει να την κρατήσει μα να μου φέρει την τριχιά» (σελ. 302).

  Μου θύμισε την ταινία «Σας παρακαλώ σκοτώστε τη γυναίκα μου» (1986) με την Μπέτι Μίντλερ.

  «Άμα διώξει κανείς το φόβο εντελώς απ’ τη ζωή του, θα τον δαγκώσει το κακό δίχως να το περιμένει» (σελ. 320).

  Έτσι έγινε και με ένα φίλο μου που δεν φοβήθηκε τον κορονοϊό. Ευτυχώς ανάρρωσε.

  «Έπιασε ο μπαρμπέρης να ψαλιδίζει τα γένια μου κι ύστερα να με ξουρίζει. Δούλευαν τα χέρια του και πιότερο η γλώσσα του» (σελ. 385).

  Από την αρχαιότητα αυτό:

  -Πώς σε κείρω;

  -Σιωπών.

  «…την πανούκλα που είχε χτυπήσει την Ύδρα κι έπειτα τις Σπέτσες και τον Πόρο… λέγανε ότι στη Μεθώνη πρωτοφάνηκε η πανούκλα και κατόπιν πέρασε στην Ύδρα. Μολογούσαν και πως έβλαψαν τα στρατεύματα του Μπραΐμη, ξεπατώνοντας είκοσι με τριάντα στρατιώτες τη μέρα, κι ότι ο ίδιος λούφαξε στο καράβι του… Όσο για τους ενάντιους στον Καποδίστρια, λαλούσαν ότι κείνος σκαρφίστηκε την πανούκλα. Τάχατες πως δεν υπήρχε, για ν’ αναβάλει την Εθνοσυνέλευση που ήταν κανονισμένη για τον Απρίλη» (σελ. 477).

  Σας θυμίζει τίποτα αυτό το τελευταίο;

  Συνήθως καταλήγω παραθέτοντας τους ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους που έπεσαν στην αντίληψή μου. Εδώ θα κάνω μια εξαίρεση: θα παραθέσω πρώτα λαϊκές εκφράσεις και παροιμίες από τις οποίες βρίθει το μυθιστόρημα. Η πυκνότητά τους είναι τέτοια ώστε σε τρεις σελίδες συνάντησα από δύο.

Κάτσε γριά να κάνω γιο να σε παντρέψω (σελ. 31)

Ο διάβολος στα βουνά και τα έργα του στον κάμπο (σελ. 32)

Να που γίνηκε το πουλί να ορμηνέψει την κότα (σελ. 38)

Άμα γεράσει ο λύκος τον περιφρονούν και τα κουτάβια (σελ. 39)

Έκλασε η νύφη, σκόλασε ο γάμος (σελ. 55)

Αμίλητος ζουρλός για σοφός περνάει (σελ. 76)

Θύμωσε ο μπάκακας κι η λίμνη δεν το ξέρει (σελ. 83)

Έκλασε ο Ρωμιός και βρόντηξε ο τόπος (σελ. 89)

Δεν σκουντουφλάς στο βράχο μα στο λιθάρι (σελ. 90)

Εδώ γαμούν αρσενικούς και συ γυρεύεις νύφη (σελ. 103)

Ο διάολος γίδια δεν είχε και τυρί επούλαγε (σελ. 215)

Κάλλιο να ’χεις μέλι στη γλώσσα σου παρά ασήμι στο πουγκί σου (σελ. 235)

Ότι φορτώνει την καρδιά το ξεστομίζει η γλώσσα (σελ. 235)

Άνθρωπος χωρίς υπομονή, λυχνάρι δίχως λάδι (σελ. 239)

Να εύχεσαι να μη σου δώσει ο Θεός όσα μπορείς ν’ αντέξεις (σελ. 239)

Λέγουν ότι όσο είναι αναγκαίο το ξύσιμο είναι και το ψέμα (σελ. 261)

Το δίκιο σου το τρώει ο τρόπος σου (σελ. 263). Συνέβη με φίλο.

Άμα μαλώνουν τα σκυλιά, τρώει ο λύκος τα πρόβατα (σελ. 287)

Φίλος τ’ αρχοντός, βλάκας είσαι ή μουρλός (σελ. 293)

Η αλεπού δεν χώραγε στην τρύπα της, έδεσε και κολοκύθια στην ουρά της (σελ. 307)

Το καλό το σύκο το τρώει η κουρούνα (σελ. 309)

Φύλα φίδι το χειμώνα να σε φάει το καλοκαίρι (σελ. 323)

Μεγάλο στόμα, δυνατότερες πορδές (σελ. 386)

Πρώτα βγαίνει η ψυχή και ύστερα το χούι (σελ. 401)

Όποιος μαγειρεύει ψέματα, τα βρίσκει στο πιάτο του (σελ. 444)

Αλλού με τρίβεις, γούμενε, κι αλλού έχω τον πόνο (σελ. 453)

Άσπρο είναι και το χιόνι, μα το κατουρούν οι σκύλοι (σελ. 454)

Τ’ αυγά τα τηγανίζουν, δεν τα αλωνίζουν (σελ. 454)

  Και τώρα οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι.

Μέχρι να λείψει η ζήση τους έμοιαζαν τα σοκάκια (σελ. 18)  

Να έβγαινε το βλέμμα της απ’ την καρδιά του ήλιου (σελ. 70)

Την πλάτη μου θα έγλεπε απ’ τον γυναικωνίτη (σελ. 261)

 

Μπάμπης Δερμιτζάκης

 

No comments:

Post a Comment