Wednesday, August 11, 2021

Δέσποινα Αυγουστινάκη, Τα τρία σκαλοπάτια της αλήθειας, Μέμφις 2021, σελ. 124

Δέσποινα Αυγουστινάκη, Τα τρία σκαλοπάτια της αλήθειας, Μέμφις 2021, σελ. 124

 


Η παρακάτω βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο Λέξημα

 

  Πρωτότυπα διηγήματα, με εξαιρετική γραφή

 

  Έχουμε παρουσιάσει άλλο ένα βιβλίο της Δέσποινας Αυγουστινάκη, την ποιητική της συλλογή «Ανάμνησις, στα χνάρια της πρώτης γλώσσας». Σειρά έχουν σήμερα τα «Τρία σκαλοπάτια της αλήθειας».

  Την κριτική μας για την «Ανάμνηση» την ξεκινάμε ως εξής: «Είναι κάποιοι συγγραφείς, ποιητές και πεζογράφοι, που θέλουν σπρώξιμο για να εκδώσουν. Μια τέτοια είναι και η Δέσποινα Αυγουστινάκη, που επί τέλους εξέδωσε την πρώτη της ποιητική συλλογή. Άντε να δούμε πότε θα αποφασίσει να εκδώσει και τα διηγήματά της».

  Μετά από τριάμιση χρόνια η Αυγουστινάκη εξέδωσε επιτέλους και τα διηγήματά της.

  Ομολογώ ήταν πολύ ευχάριστη έκπληξη για μένα, τόσο για την πρωτοτυπία τους όσο και για την ποιότητά τους.

  Η πρωτοτυπία:

  Η Αυγουστινάκη ψάχνει σε παλιές εφημερίδες του μεσοπολέμου ιστορίες, τις οποίες μας παρουσιάζει με έναν εντελώς πρωτότυπο τρόπο. Μάλιστα παραθέτει και κάποια αποσπάσματα απ’ αυτές.

  Οι συγγραφείς εστιάζουν συνήθως σε έναν από τους ήρωες. Για παράδειγμα, στη «Μαντάμ Μποβαρί» διαβάζουμε για το δράμα της μαντάμ Μποβαρί. Όμως αναλογίστηκε κανείς το δράμα του άντρα της που την αγαπούσε, την είδε να τον απατά, την είδε να αυτοκτονεί;

  Θα παραθέσω κάποια αποσπάσματα από την βιβλιοκριτική μου για ένα άλλο βιβλίο, αυτοβιογραφικό, την «Φυλακισμένη της Τεχεράνης» της Μαρίνας Νεμάτ.

  «Το βιβλίο αυτό μου προσφέρει την ευκαιρία να σχολιάσω το πώς μπορεί να αποκλίνει η συγγραφική πρόθεση από την αναγνωστική πρόσληψη. Η συγγραφική πρόθεση ήταν η καταγγελία για τα όσα συμβαίνουν στις φυλακές του Εβίν. Η δική μου αναγνωστική πρόσληψη ήταν η πρόσληψη μιας ιστορίας αγάπης. Μιας ιστορίας αγάπης δραματικής, καθώς δεν υπήρξε ανταπόκριση…

  Ο ανακριτής της έσωσε τη ζωή, και με υποσχέσεις, αλλά και με απειλές όπως λέει η Νεμάτ, απειλές για την οικογένειά της, την έπεισε να τον παντρευτεί. Αυτός και η οικογένειά του της φέρθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Όμως πώς να ένιωθε άραγε μέσα του, ξέροντας ότι κατέχει το σώμα της γυναίκας που αγαπά αλλά όχι τα αισθήματά της; Είναι ένα αφηγηματικό κενό, που ούτε η ίδια η Νεμάτ μπορεί να καλύψει, όμως είναι εύκολο να φανταστούμε, καθώς από την ίδια την αφήγησή της καταλαβαίνουμε πόσο πολύ την είχε ερωτευθεί αυτός ο άνθρωπος.
  Είναι πια παντρεμένοι όταν της λέει:
  «Δε βλέπεις; Ήσουν σχεδόν νεκρή κι εγώ σε έφερα πίσω. Πίστευες πραγματικά ότι θα γλίτωνες; Νόμιζες ότι ο Χαμέντ (ο άλλος ανακριτής) και οι άλλοι θα το δέχονταν έτσι; Είσαι αφελής. Σε ήθελα, αλλά δεν είμαι τόσο εγωιστής. Αν υπήρχε τρόπος, θα σε άφηνα να φύγεις και μετά ίσως σκοτωνόμουν με μια ωραία σφαίρα στο κεφάλι. Από μια μεριά, ήμασταν και οι δυο αιχμάλωτοι» (σελ. 281).
  Της έσωσε τη ζωή αλλά προσπάθησε να την ξεχάσει. Ήξερε προφανώς πως το ότι της έσωσε τη ζωή δεν ήταν καθόλου αρκετό για να κερδίσει τα αισθήματά της. Και ποιος ήταν ο καλύτερος τρόπος που βρήκε; Να πάει στο μέτωπο, όπου μαινόταν ο πόλεμος με το Ιράκ, το 1980. Ρισκάρισε την ίδια του τη ζωή, προκειμένου να την ξεχάσει.
  Η μοίρα όμως του έπαιξε παιχνίδι. Δεν σκοτώθηκε αλλά τραυματίστηκε, και έτσι ξαναγύρισε στις φυλακές του Εβίν. Εκεί δεν του έμενε πια άλλη επιλογή παρά να προσπαθήσει να την πείσει να τον παντρευτεί. Αυτό και έγινε.
  Θα της σώσει τη ζωή για δεύτερη φορά. Οι ιέρακες των φυλακών θα τον δολοφονήσουν, ενοχοποιώντας για τη δολοφονία τους Μουτζαχεντίν. Ο πατέρας του όμως ξέρει ποιοι είναι οι πραγματικοί δολοφόνοι, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα.
  Βγαίνουν από το σπίτι, και από μακριά βλέπουν μια μοτοσικλέτα να πλησιάζει. Ο Αλί, καταλαβαίνοντας για τι πρόκειται, τη σπρώχνει και τη ρίχνει στο έδαφος πριν να ανοίξουν πυρ τα δυο άτομα που επέβαιναν στη μοτοσικλέτα.
  Στο έδαφος, ετοιμοθάνατος, θα παρακαλέσει τον πατέρα του να την πάει πίσω στους γονείς της. Σε μια διαθήκη που είχε συντάξει λίγες μέρες πριν, της αφήνει ότι έχει και δεν έχει, όλες του τις καταθέσεις. Η Μαρίνα δεν θα τις πειράξει…

  Το πόσο απελπισμένος πρέπει να ένιωθε ο Αλί που δεν μπορούσε να κερδίσει την καρδιά της δεν μας το λέει άμεσα η Νεμάτ, αλλά μπορούμε να το φανταστούμε. Το πόσο πολύ την αγαπούσε δεν μπορεί να μας το κρύψει, γιατί φαίνεται από τις πράξεις του. Και η προτελευταία στη σειρά είναι όταν αποφασίζει να φύγει από τη φυλακή και να δουλέψει στην επιχείρηση του πατέρα του, ικανοποιώντας την επιθυμία της. Πιθανόν αυτή του η απόφαση να του κόστισε τη ζωή».

  Στο βιβλίο της Νεμάτ υπάρχει μια απόκλιση ανάμεσα στην προτιθέμενη συγγραφική πρόσληψη και στη δική μου αναγνωστική πρόσληψη. Στα διηγήματα της Αυγουστινάκη δεν υπάρχει, γιατί απλούστατα  έχουμε τρία διηγήματα που αφηγούνται την ίδια ιστορία, και που κάθε μια εστιάζει σε ένα από τα πρόσωπά της.

  Θα περιοριστούμε μόνο σε μια από τις οκτώ ιστορίες, οι οποίες τιτλοφορούνται αριθμητικά, Τριλογία 1η, 2η 3η κ.λπ. Είναι η ιστορία μιας απαγωγής.

  Στην Κρήτη έχουμε το φαινόμενο της απαγωγής, που όμως γίνεται με τη συναίνεση της κοπέλας για να φέρουν προ τετελεσμένου γεγονότος τους συμπεθέρους που αντιδρούν στο γάμο τους. Άκουσα όμως και για ακούσιες απαγωγές. Του γυαλίζει στο μάτι η κοπέλα, την απαγάγει, τη βιάζει, και μετά οι γονείς της δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά από το να αποδεχθούν το τετελεσμένο γεγονός και να δώσουν την συγκατάθεσή τους. Βλέπετε, ο κώδικας τιμής πλησίαζε εκείνα τα χρόνια πολύ κοντά τον κώδικα τιμής που επικρατεί στο Ισλάμ. Μια κοπέλα, στο Μαρόκο νομίζω, αυτοκτόνησε προκειμένου να παντρευθεί τον βιαστή της για να αποκατασταθεί η τιμή της.

  Μόνο στο Ισλάμ;

  Η Γεωργία και η Αιθιοπία είναι χριστιανικές χώρες. Όμως είδαμε δυο ταινίες που αναφέρονται στο θέμα της ακούσιας απαγωγής. Αυτές είναι η «Μαμά» (2017) της Μαριάμ Χατσβάνι (Γεωργία) και το «Difret» της Zeresenay Berhane Mehari (Αιθιοπία).

  Τελικά η απαγωγή δεν έχει σχέση τόσο με τη θρησκεία όσο με την καθυστέρηση μιας χώρας.

  Ή μήπως έχει και με αυτή;

  Νομίζω η κλειτοριδεκτομή, αυτή η αποτρόπαια πρακτική για τον σεξουαλικό έλεγχο της γυναίκας, ασκείται σε μουσουλμανικές χώρες της Αφρικής, κυρίως της Μαύρης. Διάβασα ότι η γυναίκα του προέδρου της Αιγύπτου (δεν θυμάμαι ποιου) έκανε εκστρατεία για να πείσει τα καθυστερημένα στρώματα να σταματήσουν αυτή την παραδοσιακή πρακτική. Θυμάμαι επίσης και την ταινία του σενεγαλέζου σκηνοθέτη Ousmane Sembène Molaadé (2004) που έχει σαν θέμα την κλειτοριδεκτομή την οποία καταγγέλλει.

  Η ιστορία με την απαγωγή είναι η τέταρτη τριλογία. Το πρώτο διήγημα που έχει τίτλο «Ερωφίλη ετών 17» εστιάζει στην κοπέλα, το δεύτερο που έχει τίτλο «Ο μέλλων μεγαλοδικηγόρος» εστιάζει στον αρραβωνιαστικό της και το τρίτο «Ο Αμερικάνος» εστιάζει στον απαγωγέα. Δεν μπορούσε να ανεχθεί ότι η κοπέλα που είχε ερωτευθεί ερχόμενος από την Αμερική θα παντρευόταν κάποιον άλλο. Την απήγαγε ελπίζοντας στην συγκατάθεσή της. Όμως αυτή το έσκασε και αυτός βρέθηκε στη φυλακή.

  «Ένιωσε τον κόσμο να χάνεται κάτω απ’ τα θεόρατα πόδια του. Δυο μέτρα κι ένιωσε πως έγινε ένα με τη γη, σαν του είπαν πως η Ερωφίλη είχε μόλις αρραβωνιαστεί το Γιαννιό του Παντελή του μεγαλέμπορα, τελειόφοιτο λέει μεγαλοδικηγόρο. Μεγάλη τύχη για την Ερωφίλη. Μα αυτός μήτε να ακούσει δεν ήθελε. Κανείς δεν θα άγγιζε ετούτο το λουλούδι. Έτσι δίχως να το σκεφτεί διόλου σε μια στιγμή απ’ αυτές που αργότερα δεχόμαστε ως αποφασιστικές για τη ζωή το αποφάσισε. Σέλωσε το γεωργαλίδιο που τον περίμενε με υπομονή όλη τη μέρα, σαν να το ’ξερε, έβαλε δυο τρεις προμήθειες στη βούργια της γιαγιάς του και στάθηκε πλάι στο χάλασμα. Εκείνο που απ’ έξω περνούσε η Ερωφίλη για να γυρίσει σπίτι της απ’ τη βρύση. Εκείνο που από μικρό, μικράκι, νόμιζε πως είχε αφανταξές, φαντάσματα και πλάσματα του παιδικού της νου.

  Εκεί τη φίμωσε. Εκεί την έβαλε στο άλογο. Εκεί ξεκίνησε την αντίστροφη μέτρηση της ζωής του…» (σελ. 62).

  Καθώς η Αυγουστινάκη έχει μαθητεία στην ποίηση η γλώσσα της είναι ποιητικά πρωτότυπη, θυμίζοντάς μου τον «Βίο του Ισμαήλ Φερίκ Πασά» της συμπατριώτισσάς μας Ρέας Γαλανάκη.

  «Η Μαριγώ ζούσε έναν έρωτα τρελό που όνομα είχε Στέφανος κι επίθετο τ’ αστέρια» (σελ. 70).   

  «Κόλλησε εκεί στις θάλασσες τις μπλάβες των ματιών της» (σελ. 26).

  «Οι γαλανές οι λίμνες των μικρών ματιών» (σελ. 44).

  «Κι εκείνα τα μάτια της τα μπλε θάλασσες ν’ αρμενίζει» (σελ. 31).

  Το εφέ της επανάληψης το επισημάναμε και στην ποιητική συλλογή της Αυγουστινάκη.

  Αφηγηματικά είναι επίσης πρωτότυπη, παρουσιάζοντας τον εξωδιηγητικό-ετεροδιηγητικό τριτοπρόσωπο αφηγητή σαν ενδοδιηγητικό-μάρτυρα σε όλες τις ιστορίες.

    «Το μόνο που γνωρίζω είναι ό,τι είδανε τα μάτια μου. Αυτό που ακούσανε τα αυτιά μου» (σελ. 87).

  Και τώρα οι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι που έπεσαν στην αντίληψή μας και με τους οποίους τελειώνουμε τις βιβλιοκριτικές μας.

Και κράτησε το λάστιχο στοχεύοντας τη ρίζα (σελ. 11)

Μαντίλι γύρω στο λαιμό με άκρη ματωμένη (σελ. 12)

Ήταν από γενιά καλή κι από σπουδαίο τζάκι (σελ. 29)

Του φάνηκε πως σάλπαρε στο βάθος της ψυχής της (σελ. 35)

Ήτο μικρή. Πολύ μικρή. Το Κολονάκι μέγα (σελ. 40)

Θέλεις γυναίκα αρχόντισσα να σε ζηλεύουν όλοι (σελ. 59)

Ξάφνου σαν κάτι ν’ άκουσε απ’ τη γωνιά του στάβλου (σελ. 74)

Ποιος του ’δωσε νερό να πιει και ποιος ψωμί να φάει! (σελ. 78)

Ερχόταν και την έβλεπε κρυφά σε χίλια μέρη (σελ. 80)

Σαν είδε όλο το χωριό καινούριας μέρας ήλιο (σελ. 81)

Αν ήταν κάπου εκεί κοντά και την κρυφοκοιτούσε (σελ. 85)

Ακόμα κι όταν θα συμβούν δεν ξέρεις το γιατί τους (σελ. 117)

Και όπως ήταν φυσικό πονούσε ακόμα κι άλλο (σελ. 120)

 

  Εξαιρετικά τα διηγήματα της Αυγουστινάκη, με ποιητική γλώσσα και πρωτότυπη αφηγηματική σύλληψη, της ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδα.

 

No comments:

Post a Comment