Saturday, June 13, 2026

Πέντε ημερολόγια τρελών, του Μωπασάν, του Τολστόι, του Φλωμπέρ, του Γκόγκολ και του Λου Σουν

 Πέντε ημερολόγια τρελών, του Μωπασάν, του Τολστόι, του Φλωμπέρ, του Γκόγκολ και του Λου Σουν. 

    Αυτό το μελέτημα, ελάχιστα συγκριτολογικό, μάλλον θα είναι και το κύκνειο άσμα μου, όσον αφορά τη συγγραφή μικρών μελετών. Το «Ημερολόγιο ενός τρελού» των Μωπασάν, Γκόγκολ και Λου Σουν είναι μυθοπλασία, ενώ του Τολστόι και του Φλωμπέρ είναι αυτοβιογραφικά.

  Ας ξεκινήσουμε με του Μωπασάν. Το διήγημά του «Un fou» («Ημερολόγιο ενός τρελού») πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Le Gaulois στις 2 Σεπτεμβρίου 1885 και αργότερα την ίδια χρονιά εντάχθηκε στη συλλογή Monsieur Parent. Είναι συντομότατο, και αναφέρεται σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενο ενός δικαστή. Εκεί, δοκιμιογραφεί αρχικά για την λαχτάρα του φόνου που διακατέχει τους ανθρώπους, για να καταλήξει στη δική του περίπτωση. Πολύ θα ήθελε να σκοτώσει. Σίγουρα έχει κάτι από την ψυχολογία του σήριαλ κίλερ.

  Ξεκινάει με την καρδερίνα του υπηρέτη του. Συνεχίζει με τον φόνο ενός αγοριού. Στη συνέχεια σκοτώνει έναν ψαρά, για τον θάνατο του οποίου θα ενοχοποιηθεί ο ανιψιός του. Με μεγάλη ευχαρίστηση θα τον καταδικάσει σε θάνατο.

  Και το διήγημα τελειώνει:

  «Το χειρόγραφο περιέχει και άλλες σελίδες, όμως δεν γίνεται αναφορά σε κανένα καινούριο φόνο. 

  Ψυχίατροι στους οποίους υποβλήθηκε αυτή η φρικτή ιστορία δηλώνουν ότι υπάρχουν στον κόσμο πολλοί αδιάγνωστοι τρελοί, εξίσου επιδέξιοι και εξίσου επικίνδυνοι με αυτόν τον τερατώδη παράφρονα».

  Σαρδόνιο τέλος. Ο Μωπασάν δεν ενδιαφερόταν να «πολυτυπήσει» τον τελευταίο φόνο γιατί θα ήταν απλά ένας πλατειασμός. Αυτό που ήθελε να καταδείξει το κατέδειξε με τους τρεις φόνους, την ψυχαναγκαστική παρόρμηση του φόνου που καταλαμβάνει κάποιους ανθρώπους, που η πιο ισχυρή έκφρασή της βρίσκεται στους κατά συρροή δολοφόνους.

  Εδώ θα πω το ανέκδοτο, δηλαδή τι ανέκδοτο, πραγματική ιστορία. -Ε κακομοίρη Μίμη, κουζουλέ. -Εγώ κουζουλός; Εγώ έχω χαρτί ότι βγήκα, θεραπευμένος. Το δικό σου πουν’ το;

  Ο κουζουλός, και σε υπερθετικό μοσχοκούζουλος, διαφέρει από τον τρελό στο ότι είναι ακίνδυνος. Είναι περίπου συνώνυμο του ελαφρόμυαλου. Όμως ένας τρελός μπορεί να είναι ακίνδυνος, μπορεί όμως να είναι και φοβερά επικίνδυνος.

  Και μια έκφραση που την άκουγα συχνά τότε που ήμουν μικρός, αλλά τώρα ίσως έχει πέσει σε αχρηστία: Εκουζουλάθηκες ωρέ ή γιάντα πολεμάς; Τρελάθηκες βρε, ή γιατί προσπαθείς να τρελαθείς; Τη λέγανε σε κάποιον που είπε ή έκανε μια παλαβομάρα.

 

  Ας συνεχίσουμε με το επίσης σύντομο του Τολστόι.

  Ξεκίνησα να το διαβάζω στα αγγλικά, Diary of a lunatic, και ξαφνικά θυμήθηκα ότι το είχα ξαναδιαβάσει, σε μια έκδοση του Βήματος με νουβέλες και διηγήματα. Πριν παραθέσω την ανάρτηση που έκανα, να δώσω κάποια στοιχεία για το διήγημα.

  Ο Τολστόι άρχισε να το γράφει γύρω στο 1884 και το δούλευε κατά διαστήματα για πολλά χρόνια χωρίς να το ολοκληρώσει οριστικά. Δημοσιεύτηκε μετά θάνατον το 1912.

    Σημειώσεις ενός τρελού [Записки сумасшедшего. Το chatgpt μου μεταφράζει: Diary of a Lunatic. Υπάρχουν όμως και εκδόσεις που το αποδίδουν ως: Diary of a Madman, Memoirs of a Madman, Notes of a Madman].

 

    Το διήγημα είναι ημιτελές, βρέθηκε στα χαρτιά του Τολστόι και, όπως διαβάζουμε στην εισαγωγή και σε μια υποσημείωση, είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό. Αντιγράφουμε από την εισαγωγή:

  «Εύκολα θα διακρίνει στο κείμενο ο αναγνώστης την υπαρξιακή κρίση στις πεποιθήσεις του Τολστόι τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής του. Επίσης, μπορεί να διακρίνει – καλυμμένα έστω – τα παράπονα για την οικογένειά του η οποία, την εποχή εκείνη, επέκρινε έντονα τις πράξεις του και αμφισβητούσε όντως την πνευματική του ισορροπία. Μάλιστα στις 16 Απριλίου 1884 γράφει σχετικά στα Ημερολόγια: Στο σπίτι ο Σεριόζα - έξαλλος. Αυτός και η Σόνια με είπαν τρελό, και παρ’ ολίγο να θυμώσω» (σελ. 182-183).

  Γιατί δεν θύμωσε;

  Μήπως ένιωθε ότι είχαν λίγο δίκιο;

  Και από την υποσημείωση:

  «Τη νύχτα σταμάτησε σ’ ένα πανδοχείο στο Αρζαμάς όπου τον κατέλαβε μια κρίση άγχους και πανικού, την οποία περιγράφει στις 4 Σεπτεμβρίου στη γυναίκα του: Προχτές διανυκτέρευσα στο Αρζαμάς, όπου μου συνέβη κάτι το ασυνήθιστο. Ήταν δύο το πρωί, ήμουν τρομερά κουρασμένος, νύσταζα, δεν πονούσα πουθενά, και ξαφνικά με κατέλαβαν μια αγωνία, μια φρίκη, ένας τρόμος, που όμοιά τους δεν είχα ξανανιώσει ποτέ στη ζωή μου […] Χτες το συναίσθημα επανήλθε, όχι τόσο έντονο, αλλά ήμουν προετοιμασμένος και δε με κατέβαλε, πόσω μάλλον που ήταν λιγότερο έντονο» (σελ. 192).

  Και ο ήρωάς του καταλήφθηκε από μια παρόμοια κρίση, και μάλιστα στο ίδιο πανδοχείο, το Αρζαμάς.

  Το διήγημα ξεκινάει με τις αναμνήσεις του, με δυο περιστατικά από την παιδική του ηλικία που τον είχαν συγκλονίσει. Παραθέτουμε το πρώτο.

  «Θυμάμαι πώς έδειραν μια φορά μπροστά μου ένα αγόρι και πώς ούρλιαζε, και πόσο τρομαχτικό ήταν το πρόσωπο του Φοκά όταν το έδερνε» (σελ. 186).

  Ανάλογο περιστατικό ήταν και εκείνο που οδήγησε στην πνευματική κατάρρευση του Νίτσε. Είδε έναν αμαξά να κτυπάει αλύπητα το άλογό του και έτρεξε και το αγκάλιασε συγκινημένος.

  Κατάρρευσε ψυχολογικά μετά από αυτό το περιστατικό και δεν συνήλθε ποτέ.

  Και ένα απόσπασμα από το ίδιο το διήγημα.

  «Και τώρα προσευχήθηκα, πάλι όπως στο Αρζαμάς· αλλά εκεί, όπως κι αργότερα, απλώς προσευχόμουν παιδικά. Τώρα, η προσευχή μου είχε ένα νόημα. -Αν υπάρχεις, αποκάλυψέ μου για ποιο λόγο υπάρχω, τι είμαι; Έκανα τις μετάνοιές μου ικετεύοντας: -Αποκάλυψέ μου. Και ύστερα ησύχαζα και περίμενα απάντηση. Απάντηση όμως δεν ερχόταν, σαν να μην υπήρχε κανείς που να μπορούσε να μου απαντήσει. Και έμενα μόνος μου, ενώπιος ενωπίω. Και έδινα τις απαντήσεις εγώ στη θέση εκείνου που δεν ήθελε να απαντήσει. Αλλά γιατί αυτή η αοριστία, αυτό το μαρτύριο; Δεν μπορώ να πιστέψω στη μελλοντική ζωή. Πίστευα τότε που δε ρωτούσα από καρδιάς, μα τώρα δεν μπορώ, δεν μπορώ… Αν υπήρχες, θα μου το έλεγες, θα το έλεγες στους ανθρώπους. Και το να μην υπάρχεις, είναι σκέτη απόγνωση. Και δεν τη θέλω, δεν τη θέλω!» (σελ. 194).

  Ξεκίνησαν από διαφορετικά μονοπάτια ο Ντοστογιέφσκι με τον Τολστόι, ο ένας καταδικασμένος τέσσερα χρόνια στο κάτεργο, φτωχός και ταλαιπωρημένος, ο άλλος κόμης, πλούσιος, με μια άνετη οικογενειακή ζωή, για να συγκλίνουν στο τέλος στη θρησκεία. Ο Ντοστογιέφσκι αρχικά άθεος επαναστάτης έγινε  ένας βαθιά θρησκευόμενος. Ο Τολστόι που απλώς πίστευε όπως ο περισσότερος κόσμος, άρχισε σιγά σιγά να γίνεται όλο και περισσότερο θρησκευόμενος.

  Μα τι λέω, τρεις ήταν, και ο Γκόγκολ ακολούθησε μια ανάλογη πορεία. 

 

  Gustav Flaubert, «Mémoires d'un fou» (Απομνημονεύματα ενός τρελού).

  Γράφτηκε το 1838, όταν ο Φλωμπέρ ήταν μόλις 16–17 ετών. Το αφιέρωσε στον φίλο του Alfred Le Poittevin το 1839. Έμεινε ανέκδοτο όσο ζούσε. Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1900–1901, είκοσι χρόνια μετά τον θάνατό του, σε συνέχειες στο περιοδικό La Revue Blanche.

  Το έργο θα μπορούσαμε να το χωρίσουμε σε πέντε μέρη. Το πρώτο, με τον εξομολογητικό του χαρακτήρα, είναι κάτι σαν το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι. Ο νεαρός Φλωμπέρ μιλάει για τον εαυτό του χαρακτηρίζοντάς τον ως τρελό. Στο δεύτερο μέρος μας μιλάει για την πρώτη του αγάπη, τη Μαρία (η περσόνα της Elisa Schlésinger, μιας γυναίκας παντρεμένης, δέκα χρόνια μεγαλύτερής του), αρκετά εκτενώς. Νομίζω ότι αυτός θα ήταν και ο πιο κατάλληλος τίτλος του αυτοβιογραφικού αυτού αφηγήματος, καταλαμβάνοντας μια θέση δίπλα στην «Πρώτη αγάπη του Κονδυλάκη και του Τουργκένιεφ», για τις οποίες έγραψα μια συγκριτολογική μελέτη που αναρτήθηκε σε ένα σλοβένικο περιοδικό.

  Και ενώ είναι βαθιά ερωτευμένος με την Μαρία, στο τρίτο μέρος μας παρουσιάζεται μια από τις δυο εγγλέζες αδελφές, η μεγαλύτερη, δεκαπέντε χρονών, να είναι ερωτευμένη μαζί του, χωρίς όμως ο ίδιος να ανταποκρίνεται.

  Το τέταρτο μέρος είναι ένα δοκίμιο πάνω στη ζωή, το σύμπαν και τον άνθρωπο, και απευθύνεται στον φίλο του στον οποίο το αφιερώνει. Το πέμπτο και τελευταίο είναι μια επιστροφή στο μέρος που γνώρισε την πρώτη του αγάπη. Τα πάντα έχουν αλλάξει. Όμως τα συναισθήματα που ένιωσε τότε για αυτήν είναι πιο έντονα.

  Όμως να συνεχίσουμε με αποσπάσματα.

  «Αλλά να θυμάστε, είναι ένας τρελός που έχει γράψει αυτές τις γραμμές…».

  Τρελός καθ’ υπερβολή, θέλοντας να δηλώσει την ένταση των συναισθημάτων που νιώθει και που δεν τα θεωρεί φυσιολογικά. Συνολικά, θα συναντήσουμε 48 φορές τη λέξη «τρελός» στο κείμενο.

  «Αυτό που θα κάνω είναι να καταγράψω στο χαρτί ότι περάσει από το κεφάλι μου-τις ιδέες και τις αναμνήσεις μου, τις εντυπώσεις μου, τα όνειρα και τις τρέλες μου…».

  Αυτό θα το χαρακτηρίζαμε σαν stream of consciousness.

  «Η ζωή μου δεν χτίστηκε πάνω σε γεγονότα. Η ζωή μου βρίσκεται στις σκέψεις μου».

  Η «πρώτη αγάπη» το διαψεύδει. Μιλάει για τη ζωή του σαν μαθητής, που οι συμμαθητές του τον έβλεπαν με ένα λοξό μάτι, καθώς σχεδόν πάντα ονειροπολούσε και σκεφτόταν. Μέχρι την έλευση της πρώτης αγάπης, που θα κυριαρχήσει στις σκέψεις του.

  «Είχα τρομερά οράματα, που με έκαναν τρελό από τρόμο».

  Σ’ αυτό το πρώτο μέρος, τα εννιά πρώτα κεφάλαια, μας δίνει ένα αυτοβιογραφικό πορτραίτο στο οποίο προσθέτει μικρά επαναλαμβανόμενα (iterative) γεγονότα.

  «Στην καλύτερη περίπτωση, θεωρούσαν ότι είχα κάποια φαντασία. Με άλλα λόγια, και για όσο τους αφορούσε, είχα έναν υπερενεργό εγκέφαλο που με τοποθετούσε κοντά στα σύνορα της τρέλας».

  Σίγουρα δεν ήταν συμπαθής στους δασκάλους και στους συμμαθητές του, στα μαθητικά του χρόνια.

  «Θυμάμαι που, σαν μικρό παιδί, μου άρεσε να δίνω ό,τι είχα στις τσέπες μου στους φτωχούς. Πόσο χαμογελούσαν όταν περνούσα μπροστά τους, και τι ευχαρίστηση που ένιωθα κάνοντάς τους το καλό».

  Όμως αυτό δεν κράτησε για πολύ, λέει παρακάτω. Για αυτό, θεωρεί υπεύθυνη την κοινωνία.

  «Υπάρχουν μέρες που νιώθω μια φοβερή βαριεστημάρα, όταν μια μελαγχολική ανία με τυλίγει σαν σάβανο όπου και να πάω».

  Το ένατο κεφάλαιο τελειώνει:

  «…είμαι τόσο κουρασμένος που η σκέψη να συνεχίσω με γεμίζει με αηδία, γιατί ξαναδιάβασα αυτά που έγραψα μέχρι εδώ.

  Μπορεί το έργο ενός βαριεστημένου ανθρώπου να ενδιαφέρει το κοινό;

  Παρόλα αυτά θα κάνω μια προσπάθεια να είμαι πιο ευχάριστος.

  Από εδώ αρχίζουν πραγματικά οι Αναμνήσεις μου».

  Αν θυμάμαι καλά συνέχισε μετά από δεκαπέντε μέρες με το δέκατο κεφάλαιο στο οποίο μας αφηγείται για την πρώτη του αγάπη, ξεκινώντας με το επεισόδιο όπου τράβηξε πιο έξω στην αμμουδιά το φόρεμα της Μαρίας, που είχε αρχίσει να το βρέχει το κύμα. Αργότερα τον ευχαρίστησε, και ξεκίνησε η σχέση τους.

  Η ζήλεια για τον άντρα της τον έχει εξουθενώσει.

  Στο δέκατο τέταρτο κεφάλαιο χωρίζουν. Οι διακοπές τέλειωσαν, το πρωί αναχωρεί αυτή με τον άντρα της, χωρίς να αποχαιρετιστούν, και το βράδυ αυτός. Άνοιγαν τα σχολεία.

  Το τρίτο μέρος ξεκινάει με το δέκατο πέμπτο κεφάλαιο, όπου μιλάει για τις δυο αγγλίδες αδελφές. Η μεγαλύτερη, η δεκαπεντάχρονη, έχει τσιμπηθεί μαζί του, όμως αυτός δεν συγκινείται ιδιαίτερα. Στο ίδιο κεφάλαιο τελειώνει και η ιστορία με την αγγλίδα, ενώ στο δέκατο έκτο μας αφηγείται το ξεπαρθένεμά του. Δεν ήταν κάτι που το ευχαριστήθηκε, αλλά ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει. «Είχα τύψεις, σαν να ήταν η αγάπη μου για τη Μαρία μια θρησκεία που είχε βεβηλωθεί».

  Από το δέκατο όγδοο κεφάλαιο, τέταρτο μέρος, αρχίζει να δοκιμιογραφεί. Ξεκινάει ως εξής:

  «Αν ένιωσα στιγμές ενθουσιασμού, αυτό το οφείλω στην τέχνη. Και εν τούτοις, τι ματαιοδοξία υπάρχει στην τέχνη! Προσπαθεί να απεικονίσει τον άνθρωπο σε έναν ογκόλιθο, την ψυχή με λέξεις, τα αισθήματα με ήχους, ή τη φύση σε έναν βερνικωμένο μουσαμά».

  «Θεός, αιωνιότητα, απειρότητα». Αυτά θα σχολιάσει στη συνέχεια καθώς και το θάνατο.

  «Υπάρχουν ζωγράφοι που βλέπουν τα πάντα σε μπλε [Σαγκάλ], άλλοι που βλέπουν τα πάντα σε κίτρινο [Βαν Γκογκ] ή σε μαύρο [Γκόγια].

  «Άλλοι βλέπουν τον κόσμο σαν ένα υπέροχο σχέδιο, άλλοι σαν άσεμνη φάρσα. Και οι πρώτοι θα σε ρωτούσαν, τι σημαίνει άσεμνος; Είναι ένα δύσκολο ερώτημα, όπως όλα τα ερωτήματα».

  Θα σε ρωτούσαν… Στο εξής θα απευθύνεται στον φίλο του, στον οποίο αφιερώνει το κείμενο. «Και πρώτα πρώτα, γιατί γεννήθηκες; Το ήθελες; Σου ζήτησαν τη γνώμη σου; Ή γεννήθηκες τυχαία…».

  Δοκιμιογραφεί με τέτοιου είδους ερωτήματα, όπως για την ελεύθερη βούληση, για την αρετή, το Θεό…

  Το πέμπτο και τελευταίο μέρος αποτελείται από τα τρία τελευταία κεφάλαια. Στο εικοστό πρώτο μιλάει για την επιστροφή, μετά από δυο χρόνια, στο μέρος που γνώρισε τη Μαρία. Τότε ήταν δεκαπεντάχρονος, τώρα που γράφει για αυτή του την ανάμνηση είναι δεκαεπτάχρονος. Και ξεκινάει το εικοστό δεύτερο κεφάλαιο με την αποστροφή: «Ω Μαρία, Μαρία, αγαπημένε άγγελε της νιότης μου… Αντίο».

  Στο τελευταίο κεφάλαιο, το εικοστό τρίτο, μιλάει για τις καμπάνες. «Όταν ακούω τις καμπάνες να ηχούν, όταν ηχούν πένθιμα, νιώθω μια ακαθόριστη θλίψη…».

  Θυμάμαι, και εγώ το ίδιο, μαθητής, στο χωριό μου, που ένιωθα αυτή τη θλίψη. Η καμπάνα κτυπούσε με τρία διακεκομμένα κτυπήματα. Αναρωτιόμασταν: ποιος να πέθανε; Λίγο πριν τη νεκρώσιμη ακολουθία και κατά τη διάρκειά της, την επόμενη μέρα, η καμπάνα κτυπούσε συνέχεια με διακεκομμένα κτυπήματα, ακριβώς όπως και τη Μεγάλη Πέμπτη και τη Μεγάλη Παρασκευή.

  Την ίδια καμπάνα κτυπούσαν και κάποιοι μαθητές που στο σπίτι τους είχαν ρολόι, για να ενημερώσουν τους υπόλοιπους, «Ετοιμαστείτε, ώρα για σχολείο». Τότε κάναμε 4 ώρες πρωί και 2 το απόγευμα, εκτός από Τετάρτη και Σάββατο. Αν είχαν αίσθηση του χιούμορ θα την κτυπούσαν πένθιμα, όμως την κτυπούσαν χαρούμενα, όπως την Κυριακή για να μαζευτεί ο κόσμος στην εκκλησία.

  Φτώχεια τότε, το ρολόι ήταν μια πολυτέλεια. Εμείς το αποκτήσαμε όταν εγώ πήγαινα στη δευτέρα δημοτικού. Μας ήταν απαραίτητο, γιατί αρρώσταινα συχνά και έπρεπε να ξέρουν οι γονείς μου κάθε πότε έπρεπε να πάρω το φάρμακό μου. Μέχρι τότε δανειζόμασταν από κάποιο χωριανό.

 

  «Το παλτό και το ημερολόγιο ενός τρελού, (μετ. Γιώργος Τσακνιάς) Πατάκης, 2010.

  Записки сумасшедшего» (Diary of a Madman) του Nikolai Gogol, γράφτηκε το 1834–1835.

  Ας το πούμε από τώρα: Θα το πραγματευτώ συγκριτολογικά με το έργο του Λου Σουν, που γράφηκε το 1818, 83 χρόνια αργότερα.

  Στο έργο βλέπουμε τον προοδευτικό εκφυλισμό του Ιβάν Ντενίσοβιτς Ποτρίτσιν, ενός ευγενή υπάλληλου, που θα καταλήξει τελικά στο φρενοκομείο.

  Το διήγημα το διδαχτήκαμε στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών, στην αγγλική του μετάφραση. Θυμάμαι το εντυπωσιακό τέλος. Αλλά για αυτό θα μιλήσουμε αργότερα.

  Στόχος του Γκόγκολ, κατά τη γνώμη μου, είναι να γράψει ένα απολαυστικό διήγημα για ένα τρελό. Η όποια κοινωνική κριτική που φαίνεται να ασκείται είναι ελάχιστη, και δεν ξέρω αν ήταν μέσα στις προθέσεις του.

  Η σάτιρα των κυριών που κάνουν μια ώρα να ετοιμαστούν για να πάνε στο χορό.

  Ο γαμπρός, αξιωματικός της φρουράς, που όμως τελικά οι γονείς αποφαίνονται ότι η κόρη τους αξίζει για κάτι καλύτερο. Είναι η κόρη του διευθυντή του, με την οποία είναι τσιμπημένος.

  Η παράνοιά του φαίνεται από το ότι πιστεύει ότι τα σκυλιά μιλούν. Σε ένα κουτόσπιτο βρίσκει την αλληλογραφιών της Μέτζι κα της Φιντέλ που κουτσομπολεύουν τα αφεντικά τους. Αργότερα θα διαβάσει σε κάποια εφημερίδα ότι ψάχνουν για τον βασιλιά διάδοχο του ισπανικού θρόνου, που προς το παρόν χηρεύει. Και κάποια στιγμή θα ανακαλύψει ότι αυτός είναι ο βασιλιάς.

  Στην αρχή ανακοίνωσα στη Μάβρα [την υπηρέτριά του] ποιος είμαι. Μόλις άκουσε ότι μπροστά της βρίσκεται ο βασιλιάς της Ισπανίας, σήκωσε ψηλά τα χέρια και παρά λίγο να πεθάνει απ’ το φόβο. Δεν είχε δει ποτέ η χαζή, Ισπανό βασιλιά».

  Δεν πηγαίνει πια στη δουλειά του. Τον ψάχνουν. Του ζητούν να επιστρέψει στη δουλειά του, μετά από τρεις βδομάδες απουσίας. Επιστρέψει και τον βάζουν να υπογράψει ένα χαρτί. Πιθανότατα την παραίτησή του.

  Και θα βρεθεί στο φρενοκομείο, όπου του φέρονται πολύ άσχημα, αλλά αυτός θα το θεωρήσει ως μέρος της ισπανικής ετικέτας για τον καινούριο βασιλιά. Θα τον κουρέψουν. Θα τον περιλούσουν με κρύο νερό. Θα υποφέρει.

  Ενώ στην αρχή γελούσαμε με τις τρέλες του, που στο τέλος είναι ιδιαίτερα εξωφρενικές, αρχίζουμε σιγά σιγά να τον συμπονούμε. Όταν πια τον βλέπουμε να παρακαλεί τη μητέρα του, η συμπόνια μας είναι απόλυτη.

  «Μήπως είναι η μανούλα μου, που κάθεται στο παράθυρο; Μανούλα, σώσε τον έρημο το γιο σου! Ρίξε ένα δάκρυ στο πονεμένο του το κεφαλάκι. Κοίτα πως τον βασανίζουν. Σφίξε στην αγκαλιά σου το καημένο σου τ’ ορφανό! Δεν έχει τόπο γι’ αυτό στον κόσμο. Το κατατρέχουν! Μανούλα! Λυπήσου το πονεμένο σου το παιδάκι!».

  Για να διαλυθεί η συμπόνια αυτή με ένα εντυπωσιακό εφέ τέλους: Αλήθεια το ξέρατε ότι ο Δέης της Αλγερίας (οθωμανός διοικητής, η Αλγερία ήταν τότε μέρος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, για την ακρίβεια μέχρι το 1830, γιατί τότε την κατέλαβαν οι γάλλοι) έχει ένα καρούμπαλο ακριβώς κάτω από τη μύτη του;

  Ο Τσακνιάς στη θέση του Δέη βάζει τον βασιλιά της Γαλλίας, για να μην κάθεται να επεξηγεί τι είναι ο Δέης. Εγώ όμως θυμόμουν στην αγγλική μετάφραση το Algiers, για αυτό ανέτρεξα στο ρώσικο πρωτότυπο.

  Επανερχόμαστε στην πραγματικότητα γελώντας: τελικά είναι τρελός. Προφανώς δεν είχε πάρει χαμπάρι ότι ο Δέης είχε φύγει 5 χρόνια πριν, με την κατάκτηση της Αλγερίας από τους γάλλους το 1830).

  Και τώρα κάποια αποσπάσματα ακόμη.

  «Τώρα μόλις κατάλαβα τι ον είναι η γυναίκα. Μέχρι τώρα κανείς δεν ήξερε με ποιον είναι ερωτευμένη. Είμαι ο πρώτος που το ανακάλυψε. Η γυναίκα είναι ερωτευμένη με τον Διάβολο».

  Αναρωτιέμαι αν υπήρξε δεύτερος.

  Οι ημερομηνίες πάνω από κάθε καταγραφή ξεκινάνε κανονικά (9 Νοεμβρίου, 11 Νοεμβρίου, 12 Νοεμβρίου) όμως στη συνέχεια γίνονται όλο και πιο αλλοπρόσαλλες. «Χωρίς ημερομηνία. Αυτή η μέρα δεν είχε». «Ημερομηνία δεν θυμάμαι. Μήνας επίσης δεν υπήρχε. Ανάθεμα κι αν ξέρω τι ήτανε». «Ιανουάριος του ίδιου χρόνου, που έπεσε μετά τον Φεβρουάριο».

  «Ανακάλυψα ότι η Κίνα και η Ισπανία είναι μία και η αυτή χώρα, και μόνο από άγνοια τις θεωρούν δυο ξεχωριστά κράτη».

  Ευφάνταστος ο Γκόγκολ, θα επινοήσει ένα σωρό παλαβές σκέψεις για τον ήρωά του, που κατακλύζουν σε κρεσέντο τη συνείδησή του, όπως π.χ. ότι στο φεγγάρι ζουν μόνο μύτες και ότι «όταν η Αγγλία σνιφάρει ταμπάκο, η Γαλλία φτερνίζεται».  

 

 

  Λου Σουν (鲁迅), Το ημερολόγιο ενός τρελού (狂人日) (μετ. Γιώργος Μπλάνας).

    Είπαμε, θα πραγματευτούμε τα δυο διηγήματα, του Γκόγκολ και του Λου Σουν, συγκριτολιγικά.

  Ενώ η κοινωνική κριτική του Γκόγκολ είναι ξώφαλτση, στον Λου Σουν είναι κεντρική.

  Με τον τρελό του Γκόγκολ χαμογελάμε ενώ κάποιες φορές γελάμε, αυτό δεν συμβαίνει με τον ήρωα του Λου Σουν. Η όποια διάθεση να γελάσουμε εκμηδενίζεται από το ότι συνειδητοποιούμε από την αρχή τον στόχο της κοινωνικής κριτικής του Λου Σουν.

  Ενώ ο ήρωας του Γκόγκολ πάσχει από παραισθήσεις μεγαλείου, πιστεύοντας ότι είναι ο βασιλιά της Ισπανίας, ο ήρωας του Λου Σουν πάσχει από μανία καταδίωξης. Πιστεύει ότι θέλουν να τον φάνε. Πιστεύει ότι όλοι οι άνθρωποι, από την αυγή της ανθρωπότητας, επιδίδονται στην ανθρωποφαγία. Ανάμεσα σε αυτούς που, πιστεύει, δεν βλέπουν την ώρα να τον φάνε, είναι ο αδελφός του.

  Είναι ολοφάνερο ότι ο Λου Σουν χρησιμοποιεί την ανθρωποφαγία με μια συμβολική σημασία, ότι οι άνθρωποι στην κοινωνία κοιτάζουν πώς να κατασπαράξουν ο ένας στον άλλο.

  Για την ανθρωποφαγία στη σοβιετική ένωση, έχω διαβάσει στο Τόντα Ράμπα του Καζαντζάκη. Επίσης σε ένα ντοκιμαντέρ για την λιμοκτονία που επέβαλε ο Στάλιν στους ουκρανούς στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα, άκουσα μια γυναίκα να λέει ότι οι γείτονές της έφαγαν τον εγγονό της.

  Οι πιο παλιοί ίσως να το θυμάστε. Ήταν εποχή της χούντας. Ένας πλούσιος μαύρος που έμενε στο Χίλτον, σκότωσε μια καμαριέρα και την έφαγε.

  Και κάποιες ακόμη διαφορές.

  Εδώ η ιστορία εγκιβωτίζεται. Ο πιο συνηθισμένος εγκιβωτισμός είναι η εύρεση χειρογράφων. Ο μικρότερος αδελφός παραδίδει στον συγγραφέα-αφηγητή το ημερολόγιο του αδελφού του.

  Ο Γκόγκολ αφήνει τον ήρωά του στην τύχη του. Ο Λου Σουν θέλει χάπι εντ για τον ήρωά του. Ο αδελφός πληροφορεί τον αφηγητή ότι ο αδελφός του θεραπεύτηκε και τώρα εργάζεται σαν κυβερνητικός υπάλληλος σε κάποια επαρχία.

  Και τώρα πάλι κάποια αποσπάσματα.

  Πριν ψάξω για αποσπάσματα, τυχαία ανακάλυψα ότι είχε διαβάσει το διήγημα πριν τρία χρόνια, και δεν το θυμόμουνα, αν και θα έπρεπε να το υποπτευθώ. Παραθέτω την ανάρτηση.

  Λου Σουν, Το ημερολόγιο ενός τρελού (μετ. Γιώργος Μπλάνας), Ανοικτή βιβλιοθήκη, σελ. 60

 

  Το ανακάλυψα διαδικτυακά (μπορείτε να το κατεβάσετε από την «Ανοικτή βιβλιοθήκη» πατώντας εδώ ). Το είχα στα υπόψη και, βλέποντας τη βιογραφική ταινία «Λου Σουν» του Ding Yinnan αποφάσισα να το διαβάσω. Είχα διαβάσει ήδη την «Σύντομη Ιστορία της κινέζικης πεζογραφίας».

  Να γράψουμε πρώτα δυο λόγια για το όνομα. Τα κινέζικα ονόματα συνήθως καρατομούνται στην μετάφραση. είναι το όνομά του στην παραδοσιακή γραφή που χρησιμοποιείται μόνο στην Ταϊβάν και 鲁迅στην απλοποιημένη γραφή που καθιερώθηκε στην Κίνα μετά την επανάσταση. Το πρόβλημα στην προφορά είναι με το . Οι ταϊβανέζοι το μεταγράφουν με λατινικούς χαρακτήρες ως hsun, ενώ στη μεταφορά στην απλοποιημένη γραφή στα λατινικά που λέγεται pinyin γράφεται ως xun. Το x στα pinyin προφέρεται χοντρικά ως Sh, και η πιο κοντινή απόδοση βέβαια στα ελληνικά είναι το σ, όπως στον Σαίξπηρ για παράδειγμα.  

  Πρόκειται για το πρώτο διήγημα που έγραψε ο Λου Σουν (1881-1936), κορυφαίος κινέζος λογοτέχνης, το 1918. Για τα βιογραφικά του θα παραπέμψω στην ανάρτησή μου για την ταινία, και βέβαια στον σύνδεσμο της βικιπαίδειας.

  Κεντρικό θέμα στο ημερολόγιο του τρελού είναι η ανθρωποφαγία, που αν και χρησιμοποιείται ως κυριολεξία, ο Λου Σουν θέλει να γίνει κατανοητή ως μεταφορά. Αλλά για να γίνει πιο συχνή η χρήση της ο Σουν χρησιμοποιεί τον τρελό που πάσχει από μανία καταδίωξης, και μάλιστα μιας συγκεκριμένης μορφής: φοβάται ότι θα τον φάνε.

  Η ανθρωποφαγία είναι γνωστή. Θυμάμαι την εποχή της χούντας που ένας πλούσιος μαύρος που έμενε στο Χίλτον έφαγε μια καμαριέρα.

  Υπάρχουν ακόμη φυλές ανθρωποφάγων, αλλά δεν θέλω να το ψάξω στο διαδίκτυο.

  Η πιο παλιά αναφορά σε ανθρωποφαγία στην ελληνική μυθολογία είναι τα Θυέστια δείπνα.

  Τα δυο αδέλφια, ο Θυέστης και ο Ατρέας, μετά το θάνατο του πατέρα τους συμφώνησαν να εναλλάσσονται στην εξουσία κάθε χρόνο. Ο Ατρέας όμως καταπάτησε τη συμφωνία.

  Αλλά ας μην κάθομαι να γράφω, θα κάνω αντιγραφή και επικόλληση από μια ιστοσελίδα.

  «Ο Θυέστης αντέδρασε στην απληστία του αδελφού του χρησιμοποιώντας αντίστοιχα μέσα. Σχετίστηκε ερωτικά με την Αερόπη, την γυναίκα του Ατρέα, και κλέψανε μαζί το σκήπτρο, που θα του εξασφάλιζε την εξουσία. Όταν ο Ατρέας το έμαθε, ζήτησε τη βοήθεια του Δία, συνέλαβε αρχικά την Αερόπη, την πέταξε στη θάλασσα και στη συνέχεια καταδίωξε τον Θυέστη. Μετά το ξανασκέφτηκε και άλλαξε το εκδικητικό του σχέδιο. «Εμείς Θυέστη, από μια μάνα είμαστε», του μήνυσε. «Γύρισε πίσω και όλα θα γίνουν σαν πρώτα, μέλι γάλα». Ο Θυέστης πείστηκε και γύρισε. 
  Όμως στο τραπέζι που του έστησε να γιορτάσουν την «επιστροφή του Ασώτου», τον τάισε με τις σάρκες των παιδιών του.  Και στο τέλος στην ανοιχτή πιατέλα τού σερβίρισε και τα κεφάλια τους. Ο Θυέστης, όταν αντιλήφθηκε τι έχει φάει, καταράστηκε τον αδερφό του κι ορκίστηκε να τον σκοτώσει. Ο Ατρέας στο μεταξύ συνέλαβε τον Θυέστη, με σκοπό να τον σκοτώσει. 

  Η εκδίκηση του Θυέστη πραγματοποιήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα δια χειρός Αιγίσθου, γιου του Θυέστη, ο οποίος σε συνεργασία με την Κλυταιμνήστρα σκοτώνουν τον γιο του Ατρέα, τον Αγαμέμνονα, μέσα στον λουτρό του, την ημέρα της επιστροφής του από την Τρωική εκστρατεία».

  Έκανα εκτενή παρέκβαση γιατί πρόκειται για τη μυθολογία μας.

  Ερχόμαστε στον εικοστό αιώνα.

  Να παραθέσω ένα απόσπασμα από το «Τόντα Ράμπα» που παραθέτω και στην βιβλιοκριτική μου:

  «Έπρεπε να περνάς μεσοστρατίς. Γιατί άντρες πεινασμένοι και γυναίκες πεινασμένες παραφύλαγαν πίσω από τις πόρτες κι έριχναν σκοινοθηλιές. Τράβαγαν από το λαιμό τους απρόσεκτους περαστικούς, τους τράβαγαν γρήγορα μέσα στην αυλή και τους έτρωγαν» (σελ. 256).

  Ρωσία, 1929.

  Δεν θα το ψάξω γιατί μπορεί να μην το βρω και να χάσω πολύ χρόνο.

  Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ για την αναγκαστική κολεκτιβοποίηση που έκανε ο Στάλιν στην Ουκρανία. Θυμάμαι μια γυναίκα που έλεγε κλαίγοντας ότι οι γείτονες της έφαγαν τον γιο της ή τον εγγονό της, δεν θυμάμαι ακριβώς.

  Είναι γνωστή και η ιστορία με την ανθρωποφαγία από τους επιβάτες ενός αεροπλάνου που έπεσε πάνω σε χιονισμένα βουνά. Τρώγοντας τους σκοτωμένους συνεπιβάτες τους κατάφεραν να επιβιώσουν μέχρι που τους βρήκαν.

  Και όπως είπαμε η ανθρωποφαγία λειτουργεί εδώ και ως μεταφορά: homo homini lupus. O άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο λύκος.

  Ατυχέστατη η παρομοίωση, όμως έχει επικρατήσει. Ο Λύκος, ως κοινωνικό ον, ποτέ δεν τρώει τους ομοίους του, μια και είναι μέλη της αγέλης. Και πρέπει να θεωρηθεί τόσο άγριος κυνηγώντας τη λεία του όσο μπορεί να θεωρηθεί άγριος και ένας κυνηγός. Αυτά τα διάβασα στους ηθολόγους.

  Αλλά ας παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα.  

  «Νοιώθω το φαρμάκι στα λόγια τους, το στιλέτο στα χαμόγελά τους. Τα δόντια τους είναι κάτασπρα κι αστράφτουν: είναι όλοι τους ανθρωποφάγοι».

  Η μανία καταδίωξης από την οποία πάσχει έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο είπαμε: φοβάται ότι θα τον φάνε.

  «-Μην αφήσεις τη φαντασία σου να σε βάλει κάτω! Ξεκουράσου μερικές μέρες.

  Ε, βέβαια, όταν παχύνω εκείνοι θα έχουν περισσότερο φαΐ».

  Η ίδια εμμονή, ότι θέλουν να τον φάνε.

  «…τον άκουσα με τα ίδια μου τ’ αυτιά να λέει: -Πουλούσανε τους γιους τους για να φάνε».

  Εδώ το «φάνε» δεν αναφέρεται σε ανθρωποφαγία. Είναι μια συμπυκνωμένοι έκφραση του: Πουλούσανε τους γιους τους ώστε με τα χρήματα που θα έπαιρναν να αγόραζαν τρόφιμα για να φάνε.

  Να φάνε οι ίδιοι και να φάνε και οι γιοι τους.

  Πουλούσαν και τις κόρες τους, σίγουρα και τότε. Αντιγράφω από την κριτική μου για την ταινία του Feng Xiaogang (θυμηθείτε την προφορά του x) «Back to 1942»:

  «Ήταν μια ταινία που με συγκλόνισε. Οι σκηνές που βλέπουμε είναι ανατριχιαστικές. Ο θάνατος από την πείνα είναι το λιγότερο. Τον κανιβαλισμό δεν τον έδειξε, απλώς έγινε αναφορά σ’ αυτόν. Το πούλημα των γυναικών για ένα κομμάτι ψωμί, και για να σωθούν και οι ίδιες από την πείνα, δείχνεται αρκετά παραστατικά στην ταινία. Ο λιμός από τη μια, οι διεφθαρμένοι αξιωματούχοι του Τσανγκ Κάι Σεκ από την άλλη, ήταν η αιτία που 10 εκατομμύρια πρόσφυγες έφυγαν από την επαρχία Henan και 3 εκατομμύρια πέθαναν από την πείνα».

  Και γυρνάμε στο διήγημα.

  «Κάποτε ο Γι Για μαγείρεψε τον γιο του κι έκανε τραπέζι στον Τσιεν (Φαντάζομαι είναι Chen) και στον Τσου (Ίσως είναι Zhou). Αυτά είναι αρχαία πράγματα, κι όμως απ’ τον καιρό που έπλασε ο Παν Κου τη θάλασσα και την στεριά, οι άνθρωποι έτρωγαν συνέχεια ανθρώπους».

  Παραθέτω μια αγγλική μετάφραση.

  There's an old story from ancient times about Yi Ya boiling his son and serving him up to Jie Zhou. But if the truth be known, people have always practiced cannibalism, all the way from the time when Pan Gu separated heaven and earth down to Yi Ya's son, down to Xu Xilin, and on down to the man they killed in Wolf Cub Village. And just last year when they executed a criminal in town, there was even someone with T.B. who dunked a steamed bread roll in his blood and then licked it off.

  Στη σημείωση στην οποία παραπέμπει το απόσπασμα διαβάζουμε: «Σύμφωνα με αρχαίες πηγές, ο περίφημος μάγειρος Γι Για μαγείρεψε το γιο του και έκανε το τραπέζι στον ηγεμόνα Χουάν του Τσι, που βασίλεψε από το 685 π.Χ. μέχρι το 643 π.Χ. και υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους υπέρμαχους του Κομφουκιανισμού. Ο Τσιεν και ο Τσου ήσαν παλαιότεροι τυραννίσκοι. Εδώ ο τρελός κάνει λάθος, μέσα στο παραλήρημά του».  

  Όμως να παραθέσω και τις υποσημειώσεις του αγγλικού:

  An early philosophical text, Guan Zi, reports that the famous cook, Yi Ya, boiled his son and served him to his ruler, Duke Huan of Qi (685 643 B.C.), because the meat of a human
infant was one of the few delicacies the duke had never tasted. Jie and Zhou were the last evil rulers of the Shang (1776 1122 B.C.) and Zhou (1122 221 B.C.) dynasties. The madman
has mixed up some facts here.
  Pan Gu (literally, Coiled up Antiquity) was born out of an egg. As he stood up he separated heaven and earth. The world, as we know it, was formed from his body.
  Xu Xilin (1873–1907) was from Lu Xun's hometown, Shaoxing. After studies in Japan he returned to China and served as head of the Anhui Police Academy. When a high Qing official, En Ming, participated in a graduation ceremony at the academy, Xu assassinated him, hoping that this spark would touch off the revolution. After the assassination, he and some of his students at the academy occupied the police armory and managed, for a while, to hold off En Ming's troops. When Xu was finally captured, En Ming's personal bodyguards dug out his heart and liver and ate them.

  Η μεταφορική σημασία της ανθρωποφαγίας φαίνεται καθαρά στο παρακάτω απόσπασμα:

  «-Πρέπει ν’ αλλάξετε! Πρέπει ν’ αλλάξετε βαθιά μες στην καρδιά σας! Πρέπει να ξέρετε πως αύριο δεν θα έχουν θέση στον κόσμο οι ανθρωποφάγοι».

  Αριστερός ο Λου Σουν, οραματιζόταν τη σοσιαλιστική κοινωνία.

  Μακάρι να δοθεί η ευκαιρία να διαβάσω και άλλο έργο του Lu Xun.

  Ξέχασα να το γράψω: μια φίλη μου μου έστειλε ένα βίντεο από το youtube. Μια γυναίκα τεμάχισε τον σύζυγό της με αλυσοπρίονο και τον μαγείρεψε. Βρήκα και έναν άλλο σύνδεσμο εδώ.

  Στενή σύγκριση μπορέσαμε να κάνουμε ανάμεσα στα δυο τελευταία ημερολόγια. Για τα πέντε, η σύγκριση είναι quasi σύγκριση, με το κοινό στοιχείο που ενώνει τα πέντε διηγήματα να είναι απλά ο τίτλος τους.

  Πέντε μορφές τρέλας βλέπουμε σ’ αυτά. Στα δυο τελευταία, είπαμε, ο ήρωας του Γκόγκολ πάσχει από φαντασιώσεις μεγαλείου ενώ ο ήρωας του Λου Σουν πάσχει από μανία καταδίωξης. Ο ήρωας του Μωπασάν έχει την τρέλα των σήριαλ κίλερ, τον ιδεοψυχαναγκασμό να σκοτώνουν. Ο Τολστόι στο αυτοβιογραφικό του έργο μιλάει για τις κρίσεις άγχους που τον καταλάμβαναν κατά καιρούς. Είχε και αυτός τους δαίμονές του, πράγμα που φάνηκε χαρακτηριστικά στο τέλος της ζωής του, που εγκατέλειψε το σπίτι του για να πεθάνει σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Όσο για τον Φλωμπέρ, την «απόκλισή» του από τους γύρω του, συμμαθητές και δασκάλους του, την χαρακτηρίζει σαν «τρέλα», καθ’ υπερβολή φυσικά.  

 

No comments:

Post a Comment