Book review, movie criticism

Friday, July 10, 2015

Νίκος Καζαντζάκης, Τόντα Ράμπα



Νίκος Καζαντζάκης, Τόντα Ράμπα, (μετ. Γιάννης Μαγκλής) εκδόσεις Καζαντζάκη 2005, σελ. 302

Το «Τόντα Ράμπα» («που θα πει ευχαριστώ πολύ στα εβραϊκά ενώ χτυπάει νέγρικα στο αυτί», σελ. 24)) αποτελεί το πρώτο μυθιστόρημα που ο Καζαντζάκης έγραψε κατευθείαν στα γαλλικά. Το δεύτερο (και τελευταίο) ήταν ο «Βραχόκηπος», που ακολούθησε λίγα χρόνια αργότερα.
«Το μυθιστόρημα Τόντα Ράμπα…» είναι οι πρώτες λέξεις του προεισαγωγικού σημειώματος του Πάτροκλου Σταύρου, του θετού γιου του Νίκου και της Ελένης, όμως στην πραγματικότητα είναι ένα έργο που δεν χωράει σε ειδολογικά καλούπια. Τα πρόσωπα είναι βέβαια επινοημένα όπως στα έργα μυθοπλασίας, όμως αποτελούν περσόνες υπαρκτών προσώπων, ειδικά ο Γερανός ο οποίος αποτελεί την περσόνα του Καζαντζάκη, ενώ ο  Αζάντ αποτελεί την περσόνα του συντρόφου του Παναΐτ Ιστράτη, του ελληνορουμάνου συγγραφέα που μαζί με τον Καζαντζάκη προσκλήθηκαν στην Σοβιετική Ένωση για τον γιορτασμό της επετείου των 10 χρόνων της οκτωβριανής επανάστασης. Το έργο στην πραγματικότητα είναι ένα οδοιπορικό, ένα ταξιδιωτικό, με άφθονα αποσπάσματα δοκιμιακού περιεχομένου.
Η έκδοση του βιβλίου είχε αρκετές περιπέτειες, στις οποίες αναφέρεται τόσο ο Πάτροκλος Σταύρου όσο και η Ελένη στην εισαγωγή της. Αλλά και η ελληνική του έκδοση είχε περιπέτειες, αφού το χειρόγραφο της πρώτης μετάφρασης χάθηκε. Η δεύτερη μετάφρασή του, πάλι από τον Γιάννη Μαγκλή, κυκλοφόρησε δυο μήνες μετά το θάνατο του Καζαντζάκη, τον Δεκέμβρη του 1956.
Εκτός από τον Γερανό και τον Αζάντ, στο έργο βλέπουμε άλλα πέντε πρόσωπα, που εκπροσωπούν τύπους και χώρες. Έτσι έχουμε τον κινέζο δάσκαλο Σου-κι, την εβραία Ραχήλ, τον  βουδιστή ποιητή (μάλλον γιαπωνέζο) Αμίτα και τον ινδό καλόγερο Ανάντα, ενώ ο έβδομος, ανώνυμος, είναι «ο άνθρωπος με τις μεγάλες μασέλες». Ο Καζαντζάκης γράφει σε ένα απόσπασμα που προτάσσεται πως όλοι αυτοί «δεν είναι παρά οι διάφορες πλευρές μιας μόνης συνείδησης, που έζησε και καθρέφτισε την πραγματικότητα – τη σύνθετη, τη ρευστή, τη χιλιοπρόσωπη –της Σοβιετικής Ένωσης. Μονάχα ο Νέγρος [ο Τόντα Ράμπα] είναι έξω και πάνω απ’ τον ήρωα. (Στο τέλος του έργου, μπροστά στο φέρετρο του Λένιν, ο Τόντα Ράμπα φαντασιώνεται εικόνες από την πατρίδα του την Αφρική, αποικιοκρατούμενη στο μεγαλύτερό της μέρος). Μπορούμε να υποστηρίξουμε με ασφάλεια γνωρίζοντας το υπόλοιπο έργο του ότι αυτή η «μια μόνη συνείδηση» δεν είναι παρά η συνείδηση του αγωνιζόμενου ανθρώπου.  
Ο Καζαντζάκης θαυμάζει τους κομμουνιστές αλλά δεν είναι κομμουνιστής. Σε τι βάθος γνώριζε τη θεωρία του Μαρξ δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε αφού δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, και μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα. Αυτό που τον ενδιέφερε είναι το πάθος για τον αγώνα το οποίο ενέπνεε. «Η Ρωσία δε μ’ ενδιαφέρει, παρά η φλόγα που κατατρώγει τη Ρωσία» (σελ. 13) γράφει χαρακτηριστικά σε ένα του γράμμα.
Ο θαυμασμός του για αυτό το πάθος τον κάνει να μη στέκεται κριτικά πάνω στα προβλήματα της νεοσύστατης Σοβιετικής Ένωσης. Καταλαβαίνει τις δυσκολίες, και καθώς δεν είναι οπαδός αλλά απλά θαυμαστής δεν έχει κανένα πρόβλημα να τις αναφέρει, κατανοώντας το αναπόφευκτό τους. Σε καμιά περίπτωση δεν κριτικάρει το καθεστώς όπως άλλοι.
Όμως ας παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα, όπως το συνηθίζουμε.
«Ιδιαιτέρως ο θάνατος της μητέρας του τον στοιχειώνει… Σχεδόν πάντοτε χάνεται μες στο νεκροταφείο και γυρίζει σπίτι κατάκοπος» (σελ. 26-27).
Εγώ πήγα μόνο μια φορά, κάπου τα μεσάνυχτα τη μέρα της κηδείας της. 17 χρόνια αργότερα, όταν πέθανε ο πατέρας μου, έγραψα γι’ αυτή την επίσκεψη στο διήγημά μου Requiem.
«…δεν περνάει νύχτα χωρίς να δω τη μητέρα μου στο όνειρο» (σελ. 27).
Το πιστεύω. Κι εγώ έβλεπα τη μητέρα μου μετά το θάνατό της επί μήνες στον ύπνο μου.
«Στην Ελένη Ν. Καζαντζάκη, θετή μητέρα μου, που σε ηλικία 101 ετών πήγε να βρει τον σύντροφό της στις 18 Φεβρουαρίου 2004, επέτειο των γενεθλίων του…» (σελ. 31).
Μια ακόμη σύμπτωση απ’ αυτές που έχω καταγράψει. Κάποιες απ’ αυτές τις παραθέτω σε ένα αυτοβιογραφικό αφήγημά μου με τίτλο «Οι ρίζες της σύμπτωσης», δανεισμένο από το ομότιτλο έργο του Άρθουρ Καίσλερ.
«Εννέα στους δέκα Ρώσους που ρωτούσαμε τυχαία, απαντούσαν στο ερώτημά μας “Ποιος είναι ο Τρότσκι;” Με δύο μόνο λέξεις: Eto bog! Είναι θεός αυτός. Μόνο ο Πούσκιν εδικαιούτο, μαζί με τον Τρότσκι, τόσον απεριόριστο θαυμασμό» (σελ. 50).
Κρίμα να μη ρωτήσουν και ποιος είναι ο Στάλιν. Θα είχε ενδιαφέρον να ξέρουμε την απάντηση.
«Νοιώθω αμέσως πως έχω να κάνω με πολύ πιο δυνατόν από μένα σε πολλά επίπεδα – και ιδίως σ’ ό,τι αφορά οράματα απ’ τα περασμένα και συμπεράσματα για τα μελλούμενα» (σελ. 63).
Τιμή στον Ιστράτη που εκφράζεται έτσι για τον Καζαντζάκη στο βιβλίο του «Προς την άλλη φλόγα» (Το διάβασα πριν χρόνια, εκδόσεις Δωρικός, δώρο του Αριστείδη Κλάδου, που ένα χρόνο πριν, το 1991, μου έβγαλε το βιβλίο μου «Η λαϊκότητα της κρητικής λογοτεχνίας»). Το εξασέλιδο απόσπασμα από το βιβλίο του που αναφέρεται στη σχέση του με τον Καζαντζάκη παρατίθεται μετά την εισαγωγή της Ελένης. 
Το παρακάτω ανέκδοτο πρέπει να κυκλοφορούσε ευρέως στην Κρήτη, γιατί το θυμάμαι από τον πατέρα μου.
«Μου θυμίζετε το φτωχό φιλόσοφο της βάρκας. Λέει στο βαρκάρη του: -Γνωρίζεις φιλοσοφία; -Όχι. –Όχι; Τότε έχασες τι μισή ζωή σου.
Λίγο αργότερα σηκώνεται τρομερή τρικυμία. – Ε φιλόσοφε, φωνάζει ο βαρκάρης, ξέρεις να κολυμπάς; -Όχι. –Όχι; Έχασες αλάκερη τη ζωή σου» (σελ. 102).
Εγώ ευτυχώς και φιλοσοφία ξέρω (το δεύτερο πτυχίο μου είναι φιλοσοφίας) και κολύμπι ξέρω. Αλλά, θα έλεγα, καλύτερα να μη μου τύχει.
«Πέντε και πιότερα εκατομμύρια έπεσαν στον πόλεμο» (σελ. 123).
Αναφέρεται στα θύματα της Ρωσίας στον πρώτο. Για τα είκοσι εκατομμύρια του δεύτερου δεν ήξερε ακόμη. Όπως κι εγώ δεν ξέρω για τα εκατομμύρια του τρίτου.
«-Δε νιώθετε τον κίντυνο;
-Ποιον κίντυνο;
-Που απειλεί τη Μεγάλη Βρετανία. Κάθεται πάνω σ’ ένα πράμα που σαλεύει.
-Τι πράμα;
-Πάνω στην Αίγυπτο, στις Ιντίες, στην Αφρική. Πάνω στην ανθρώπινη καρδιά.
Ο Άγγλος συγκράτησε την ευθυμία του.
-Ίσως σε λίγα χρόνια… σε δυο χιλιάδες χρόνια…» (σελ. 128).
Άραγε το 1950 ζούσε αυτός ο Άγγλος για να καταλάβει ότι παραήταν αισιόδοξος;
«Σκέφτουμε το γλοιτσασμένο σιρόπι, τον Ταγκόρ» (σελ. 131).
Θυμάμαι ότι και αλλού είχε εκφραστεί περιφρονητικά ο Καζαντζάκης για τον Ταγκόρ (Παρεμπιπτόντως μια από τις πρώτες μεταφράσεις μου είναι το «Φεγγαρόγιομα» του Ταγκόρ, εκδόσεις Αναγνωστίδη, τέλη της δεκαετίας του ’70). Πιο πρόσφατα, ξαναδιαβάζοντας το Ecce Homo, είδα ότι ο Νίτσε αναφέρθηκε στον Καντ ως μια «τυπική γεροντοκόρη». Τελικά και οι μεγάλοι έχουν τις κακιούλες τους. Ή μήπως δεν πρέπει να εκπλήσσομαι γι’ αυτό;
«Παντελή, σύντροφε αγαπητέ και γιε μου! Όσο πάει, διασχίζοντας την ΕΣΣΔ, νιώθω αυτό το απάνθρωπο πράμα που με σπάραζε κιόλας στην Ελλάδα. Ό,τι μ’ ενδιαφέρει δεν είναι ο άνθρωπος, μηδέ η γης, μηδέ ο ουρανός, παρά η φλόγα που κατατρώει άνθρωπο, γης και ουρανό. Η Ρουσία δε μ’ ενδιαφέρει, παρά η φλόγα που κατατρώει τη Ρουσία. Καλυτέρεψη της μοίρας της μάζας ή του εκλεχτού, ευτυχία, δικαιοσύνη, αρετή – λαϊκά δολώματα που δε με αγκιστρώνουν. Ένα μονάχα πράμα με συνεπαίρνει: Το ζητώ παντού και τ’ ακολουθώ με τα μάτια, με τρόμο κι ευτυχία: την κόκκινη γραμμή που τρυπάει και διαπερνά, σαν κομπολόι τα κρανία, τους ανθρώπους. Δεν αγαπώ παρά την κόκκινη τούτη γραμμή, μοναδική ευτυχία μου είναι να τηνε νιώσω να τρυπάει και να διαπερνά το κρανίο κομματιάζοντάς το. Κάθε άλλο πράμα μού φαντάζει εφήμερο, ηλίθια φιλανθρωπικό και χορτοφάγο [τα δυο αυτά επίθετα μου θύμισαν τον Νίτσε], ανάξιο για μια ψυχή που λευτερώθηκε από κάθε ελπίδα» (σελ. 168).
Το απόσπασμα αυτό, πιθανότατα από επιστολή του στον Παντελή Πρεβελάκη που το εντάσσει μέσα στο βιβλίο, είναι ίσως το πιο διαφωτιστικό για το Weltanschauung του Καζαντζάκη.  
«Έπρεπε να περνάς μεσοστρατίς. Γιατί άντρες πεινασμένοι και γυναίκες πεινασμένες παραφύλαγαν πίσω από τις πόρτες κι έριχναν σκοινοθηλιές. Τράβαγαν από το λαιμό τους απρόσεκτους περαστικούς, τους τράβαγαν γρήγορα μέσα στην αυλή και τους έτρωγαν» (σελ. 256).
Είναι η πιο σκοτεινή πλευρά της Σοβιετικής Ένωσης εκείνη την εποχή της πείνας. Ο Καζαντζάκης περιγράφει νατουραλιστικά τα δεινά της, τις σκοτεινές πλευρές της (εξαθλίωση, φρικαλεότητες που διαπράχτηκαν εις βάρος των αντιφρονούντων, κ.ά.) θεωρώντας τις όμως αναπόφευκτες.
Με αυτό το βιβλίο τελειώνω το (ξανα)διαβάζοντας τον Καζαντζάκη. Έχουν εξαιρεθεί τα ποιητικά και τα ταξιδιωτικά του (αυτά τα διάβασα φοιτητής) τα οποία δεν με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα, αν και δεν αποκλείεται να ασχοληθώ στο μέλλον και μ’ αυτά.  
Post a Comment